Ιερά Μητρόπολη Σιδηροκάστρου. Ευχαριστούμε για την επίσκεψή σας.

Τρίτη 12 Νοεμβρίου 2013

Η ΑΙΡΕΣΗ ΤΩΝ ΠΕΝΤΗΚΟΣΤΙΑΝΩΝ




Η αίρεση των Πεντηκοστιανών έλαβε καταχρηστικά το όνομά της από το γεγονός της Πεντηκοστής, δηλαδή από την κάθοδο του αγ. Πνεύματος με τη μορφή πυρίνων γλωσσών και το φωτισμό των αποστόλων στο υπερώο των Ιεροσολύμων, πενήντα ημέρες μετά την ανάσταση του Χριστού(Πραξ.2,1-13). 

Για το λόγο αυτό και οι οπαδοί της, που αυτοαποκαλούνται «άνθρωποι της Πεντηκοστής», θεωρούν εσφαλμένως, ότι κατά τις λατρευτικές τους εκδηλώσεις επαναλαμβάνονται και σ’ αυτούς όλες εκείνες οι έκτακτες χαρισματικές εκδηλώσεις που συνέβησαν στους μαθητές του Χριστού. Και τούτο, διότι πιστεύουν ότι πραγματοποιείται η κάθοδος του Πνεύματος προσωπικά σε κάθε «πιστό», γεγονός που, όπως ισχυρίζονται, έχει ως αποτέλεσμα να παρατηρούνται, κατά τρόπο αόρατο και μυστικό, «υπερφυσικά» φαινόμενα, τα οποία εκλαμβάνονται ως το «βάπτισμα του Αγ. Πνεύματος».

Είναι βέβαιο, όμως, ότι όλ’ αυτά τα φαινόμενα, όχι μόνο δεν έχουν σχέση με την παρουσία και τη δράση του Αγ. Πνεύματος στις καρδιές τους, αλλά, αντίθετα, υπογραμμίζουν με έμφαση την παντελή απουσία του, αποτελούν οικτρή πνευματική πλάνη και υποδηλώνουν την παρουσία και την επενέργεια του σατανικού πνεύματος σ’ αυτά. Θα μπορούσε να ισχυριστεί κανείς, δηλαδή, ότι τα φαινόμενα αυτά συνιστούν, μάλλον, ακραίες ψυχολογικές αντιδράσεις παθολογικής φύσεως, στις οποίες παρατηρούνται ευκρινώς συμπτώματα δαιμονισμού.

  Η πεντηκοστιανή «προϊστορία»: Το γεγονός της Πεντηκοστής, ο Προτεσταντισμός και οι Πεντηκοστιανοί. Πρίν αναφερθούμε λεπτομερέστερα στην ιστορία της αιρέσεως των Πεντηκοστιανών, είναι απαραίτητο να γίνει λόγος για την πνευματική τους προϊστορία, δηλαδή τις προτεσταντικές τους καταβολές, καθότι διαδίδουν ψευδώς ότι η κίνησή τους δεν ιδρύθηκε από άνθρωπο, αλλά έλκει την καταγωγή της από το γεγονός της εκχύσεως του Αγ. Πνεύματος κατά την ημέρα της Πεντηκοστής.

Η επέλευση του Πνεύματος του Θεού, όμως, δεν πραγματοποιήθηκε τον 20ο αι., που εμφανίστηκαν οι Πεντηκοστιανοί, αλλά συνέβη περί τα μέσα του 1ου αι. στην Εκκλησία και για την Εκκλησία και μάλιστα πενήντα ημέρες μετά την ανάσταση και δέκα ημέρες μετά την ανάληψή του Ιησού Χριστού στους ουρανούς. Το γεγονός αυτό πραγματώθηκε ως εκπλήρωση της υπόσχεσης την οποία είχε δώσει στα μέλη του αιωνίου μυστηρίου της Εκκλησίας του, πρώτα μέσω του προφήτου Ιωήλ, ως άσαρκος Λόγος του Θεού και κατόπιν, λίγο πρίν αναληφθεί, στους μαθητές του, ως ενανθρωπήσας Κύριος. Είχε, δηλαδή, διαβεβαιώσει πρώτα το ευσεβές «λείμμα» του Παλαιού Ισραήλ, ότι «το Πνεύμα μου πλουσιοπάροχα θα το χαρίσω σε κάθε άνθρωπο» (Ιωήλ 3,1), ενώ στους μαθητές του κατόπιν, που υπήρξαν το πρώτο «λείμμα» της Εκκλησίας του Νέου Ισραήλ, υποσχέθηκε, ότι θα παρακαλέσει το Θεό Πατέρα «να δώσει άλλον Παράκλητο, το Πνεύμα της Αληθείας, ώστε να είναι πάντα μαζί» τους (Ιωάνν. 14,15).

Γι’ αυτό και μετά την ανάστασή του εμφανιζόταν συχνά στους αποστόλους και τους προέτρεπε να μην απομακρυνθούν από τα Ιεροσόλυμα, αλλά να περιμένουν από το Θεό Πατέρα την εκπλήρωση της υπόσχεσης που τους είχε δώσει, «ότι, δηλαδή,…εσείς θα βαφτιστείτε σε λίγες μέρες με το Άγιο Πνεύμα» (Πράξ. 1,5). Έτσι, όταν έφτασε η ημέρα της Πεντηκοστής «τους παρουσιάστηκαν γλώσσες σαν φλόγες φωτιάς, που μοιράστηκαν και κάθισαν από μία στον καθένα απ’ αυτούς. Όλοι τότε πλημμύρισαν από Πνεύμα Άγιο και άρχισαν να μιλούν σε άλλες γλώσσες, ανάλογα με την ικανότητα που τους έδινε το Άγιο Πνεύμα» (Πράξ. 2,3-4). Μιλώντας άλλες γλώσσες οι απόστολοι, όμως, δεν εξέπεμπαν άναρθρες και ακατανόητες κραυγές όπως κάνουν οι Πεντηκοστιανοί στις συνάξεις τους, αλλά μιλούσαν φωτισμένοι με το άγ. Πνεύμα και από το πλήθος που είχε συγκεντρωθεί εκεί έκπληκτο, «ο καθένας τους άκουγε…να μιλάνε στη δική του γλώσσα» (Πράξ. 2,6).

Γι’ αυτό, αν και είχαν συγκεντρωθεί μπροστά στο υπερώο άνθρωποι από διαφορετικές εθνότητες και με διαφορετικές γλώσσες, όπως «Πάρθοι, Μήδοι και Ελαμίτες, κάτοικοι της Μεσοποταμίας, της Ιουδαίας και της Καππαδοκίας, του Πόντου και της Ασίας, της Φρυγίας και της Παμφυλίας, της Αιγύπτου, και από τα μέρη της Λιβυκής Κυρήνης, Ρωμαίοι…, Κρητικοί και Άραβες», όχι μόνο διαπίστωναν ότι, μιλώντας οι απόστολοι, «ακούμε να μιλούν στις γλώσσες μας για τα θαυμαστά έργα του Θεού» (Πράξ. 2, 9-11), αλλά διερωτούνταν κιόλας για τους μαθητές του Χριστού, «Πώς λοιπόν όλοι αυτοί μιλάνε στη δική μας μητρική γλώσσα» αν και είναι Γαλιλαίοι; (Πράξ. 2,7-8).

Οι άγιοι απόστολοι, δηλαδή, σε αντίθεση με τους αιρετικούς Πεντηκοστιανούς, δεν μιλούσαν ξένες και ακατανόητες από το ακροατήριό τους γλώσσες, αλλά με τη χάρη του αγ. Πνεύματος κήρυτταν τα θαυμαστά έργα του Θεού στη γλώσσα τους και οι περευρισκόμενοι έξω από το υπερώο τους άκουγαν και τους καταλάβαιναν ο καθένας στη δική του γλώσσα. Η κάθοδος του Αγ. Πνεύματος κατά την Πεντηκοστή, όμως, δεν είχε έκτακτο, επαναλαμβανόμενο και περιοδικό χαρακτήρα, ούτε είχε ως μόνο σκοπό, όπως πιστεύουν οι Πεντηκοστιανοί, να προσφέρει κυρίως τη γλωσσολαλιά στους αποστόλους. Αλλά είχε ως αποστολή να παραμείνει μόνιμα και για πάντα στην Εκκλησία (Ιωάνν. 14,16), με σκοπό να συγκρατεί τα μέλη της στην αληθινή και ορθή διδασκαλία του Ιησού Χριστού, να τα παρηγορεί και να τα ενισχύει στον πνευματικό τους αγώνα, ως «Παράκλητος», αλλά και να τα διδάσκει διαρκώς «τα πάντα», υπενθυμίζοντάς τους, όπως τους υποσχέθηκε ο Κύριος, «όλα όσα σας έχω πει εγώ» (Ιωάνν. 14,26).

Για το λόγο αυτό διαμένει και ενεργεί μόνο μέσα στην Εκκλησία του Χριστού, εντός της οποίας και μέσω των ιερών μυστηρίων, τα οποία τελούν μέχρι σήμερα και έως τη Δευτέρα Παρουσία του Κυρίου οι, άμεσοι διάδοχοι των αποστόλων, επίσκοποι και με την άδειά τους οι πρεσβύτεροι, εκχέει τη θεία χάρη προς τους ανθρώπους και διανέμει τα ποικίλα χαρίσματα του, ως σημεία της σωτηρίας τους. Οι Πεντηκοστιανοί, όμως, ούτε στην Εκκλησία του Χριστού ανήκουν, ούτε επισκόπους με αποστολική διαδοχή έχουν, ούτε πρεσβυτέρους, ούτε μυστήρια παραδέχονται και τελούν, γι’ αυτό και το άγ. Πνεύμα ούτε κατοικεί, ούτε ενεργεί στις καρδιές τους, εφ’ όσον οι ίδιοι, ουσιαστικά και ενσυνείδητα, στερούν από τους εαυτούς τους την επενέργεια του. Παρά ταύτα, όμως, κι ενώ το άγ. Πνεύμα δρα αιωνίως στην Εκκλησία και από την ημέρα της Πεντηκοστής με τη φανέρωσή της, εδώ και 2.000 χρόνια, «όλον συγκροτεί τον θεσμόν της», ηπεντηκοστιανή αίρεση, που αποτελεί στην πραγματικότητα ένα από τα νεότερα πνευματικά παρακλάδια και τέκνα του κακόδοξου Προτεσταντισμού, ισχυρίζεται, χωρίς ενδοιασμούς, ότι οι ρίζες της ανάγονται στις αρχές της Εκκλησίας και το γεγονός της Πεντηκοστής..

Το πλέον βέβαιο, όμως, και ιστορικώς αδιαμφισβήτητο γεγονός είναι, ότι η πεντηκοστιανή κίνηση δεν έχει ούτε πνευματική, αλλά ούτε ιστορική σχέση με την Πεντηκοστή και τη Μια, Αγία, Καθολική και Αποστολική Εκκλησία του Χριστού, εφόσον κατάγεται άμεσα, πνευματικά και ιστορικά, από τη μεγάλη προτεσταντική αίρεση, μέσα στα σπλάχνα της οποίας γεννήθηκε και διαμορφώθηκε ως την αυτονόμησή της, μόλις στις αρχές του 20ου αιώνα. Είναι άλλωστε γνωστό, ότι και ο Προτεσταντισμός ως θρησκευτικό μόρφωμα και φαινόμενο εμφανίστηκε μόλις τον 16ο αιώνα, αρχικά, εντός του κατά τον 11ο αι. αποσχισθέντος από το σώμα της Εκκλησίας μεσαιωνικού Ρωμαιοκαθολικισμού, ως μορφή αντίδρασης στις αυθαιρεσίες του παπικού απολυταρχισμού και κατόπιν ως αυτόνομη θρησκευτική κίνηση με αυτοτελή οργάνωση, πολυποίκιλη μορφολογία και όχι ενιαία διδασκαλία. Και τούτο, διότι το περιεχόμενο της πίστεως στηρίχθηκε, με το sola Scriptura, μόνο στην από τον καθένα αυθαίρετη, προσωπική και αυτονομημένη από την εκκλησιαστική παράδοση ερμηνεία της αγ. Γραφής.

Έτσι, η έλλειψη ενιαίας ερμηνείας της Αγ. Γραφής, οδήγησε στην απουσία ενιαίας διδασκαλίας και οργανώσεως, πράγμα που συνέβαλε αποφασιστικά, ώστε από πολύ νωρίς να πολυδιασπαστεί ως κίνηση και να υπάρχουν σήμερα πάνω από τετρακόσιες αιρετικές προτεσταντικές παραφυάδες, δύο από τις οποίες, ο Μεθοδισμός και οι «κινήσεις αγιότητος» -δηλαδή οι θρησκευτικές ομάδες που πίστευαν ότι η «αγιότητα» συνιστά εμπειρία και χάρη, χωρίς να απαιτεί γι’ αυτό μεταστροφή και δικαίωση- να αποτελέσουν την πνευματική μήτρα, εντός της οποίας κυοφορήθηκε η αίρεση τωνΠεντηκοστιανών.

 Άρα οι Πεντηκοστιανοί δεν είναι τίποτε άλλο από ακραίοι αιρετικοί Προτεστάντες, οι οποίοι, όπως και οι ομοϊδεάτες τους, ακολούθησαν ξεχωριστή πνευματική πορεία, διασπασμένοι σε δεκάδες ομάδες και κινήσεις, ενώ δεν έχουν καμία απολύτως σχέση με το γεγονός της Πεντηκοστής και την Εκκλησία του Χριστού. 2. Ίδρυση, εξάπλωση και διδασκαλία. Έτσι, παρ’ όλο που ανάγουν την ίδρυση της αιρέσεώς τους στην πρώιμη αποστολική εποχή, η σκληρή αλήθεια και η ωμή πραγματικότητα είναι, ότι οι πρώτοι πυρήνες της πεντηκοστιανήςκακοδοξίας εμφανίστηκαν στην Αμερική και τη Βρετανία μεταξύ των ετών 1904 και 1910, κάτι που δείχνει όχι μόνο τη χασματώδη χρονική διαφορά που χωρίζει το υπερφυές και έκτακτο γεγονός της Πεντηκοστής από την ίδρυση της αιρέσεώς στις αρχές του 20ου αιώνα, αλλά παρουσιάζει κατά τρόπο εξαιρετικά εύγλωτο και το μέγεθος του ψεύδους και της πλάνης, στην οποία εξακολουθούν να βρίσκονται.

Κι αυτό, διότι, ενώ η Εκκλησία, για χάρη της οποίας συνέβη η Πεντηκοστή, διδάσκει, ότι η κάθοδος του Αγ. Πνεύματος είχε και ως σκοπό να καλέσει τους ανθρώπους σε ενότητα, οι αιρετικοί Πεντηκοστιανοί, ως γνήσιοι Προτεστάντες, δεν επεδίωξαν, γι’ αυτό και δέν κατάφεραν ποτέ, ούτε στη διοίκηση, ούτε στη διδασκαλία τους, αυτήν «την ενότητα της πίστεως και την κοινωνία του αγ. Πνεύματος». Έτσι, όπως είναι γνωστό, από πολύ νωρίς διασπάστηκαν και κατακερματίστηκαν, ως «νέα Βαβέλ», σε πολυάριθμες θρησκευτικές ομάδες με ξεχωριστές διδασκαλίες, με αποτέλεσμα να γίνεται λόγος σήμερα για το «χάος τωνΠεντηκοστιανών», γεγονός που είναι από μόνο του αρκετό, πιστεύουμε, να καταδείξει την έλλειψη παρουσίας του αγ. Πνεύματος από τις κινήσεις τους, καθώς η κάθοδός του στην Εκκλησία, «εις ενότητα πάντας εκάλεσε». Όπως είναι κυριολεκτικά χαώδης η μορφολογία τους, το ίδιο χαώδης είναι και η διδασκαλία τους, εφόσον κάθε ομάδα έχει ιδιαίτερα στοιχεία στην πίστη της, στην οποία κυρίαρχο ρόλο διαδραματίζει: α) το πρόσωπο του ιδρυτή της και β) το ενθουσιαστικό στοιχείο που εκδηλώνεται με το κατ’ αυτούς «χάρισμα του Αγίου Πνεύματος» ή, όπως το ονομάζουν, «δεύτερη ευλογία» και «βάπτισμα του αγίου Πνεύματος».

Κορυφαίες εκφράσεις του γεγονότος αυτού, όπως ισχυρίζονται, αποτελούν η γλωσσολαλιά, οι προφητείες, τα οράματα, οι εκστατικές καταστάσεις, οι θεραπείες, κ.ά. Όταν μάλιστα παρατηρηθεί ότι συμβαίνουν σε κάποιο «πιστό» κάποια από τα παραπάνω φαινόμενα, τότε πιστεύεται ότι εισέρχεται εντός του το Αγ. Πνεύμα, εμπειρία που εκλαμβάνεται ως εφάμιλλη με την κάθοδο Του στους Αποστόλους κατά την ημέρα της Πεντηκοστής, γι’ αυτό και συνοδεύεται με την απόκτηση των λοιπών πνευματικών χαρισμάτων. Πιστεύουν, δηλαδή, εσφαλμένως, ότι σε κάθε «φωτισμένο» επαναλαμβάνεται το γεγονός της Πεντηκοστής, ενώ εκείνο που συμπληρώνει την κακοδοξία τους είναι ότι εκλαμβάνουν την απόκτηση του λεγομένου «βαπτίσματος του Αγ. Πνεύματος» ως ανώτερη δωρεά και εγγύηση της σωτηρίας τους.

Κι αυτό, διότι, όπως ισχυρίζονται, κατά «την αρπαγή της εκκλησίας», πρίν την έλευση του Αντιχρίστου, θα παραληφθούν όλοι οι «φωτισμένοι» και θα διαφυλαχθούν από το Χριστό. Όλα αυτά έχουν ως συνέπεια : α) να απορρίπτουν την ύπαρξη και να καταπολεμούν λυσσαλέα το έργο και την αποστολή της Εκκλησίας, αποκαλώντας την «Βαβυλώνα» και «πόρνη», καθώς οι οπαδοί καθεμιάς από τις πεντηκοστιανές ομάδες πιστεύουν πως η κίνησή τους αποτελεί τη «γνήσια εσχατολογικήεκκλησία», η οποία έχει ως σκοπό να αποτελέσει τη βάση για την ένωση «των χριστιανικών εκκλησιών», β) να αρνούνται μερικές από τις κινήσεις τους την πίστη στην Αγ. Τριάδα, γ) να μην αποδέχονται την Ιερά Εκκλησιαστική Παράδοση, δ)να θεωρούν εσφαλμένως ότι μόνον εκείνοι, λόγω των «πνευματικών τους χαρισμάτων», ερμηνεύουν θεόπνευστα την Αγ. Γραφή, ε) να απορρίπτουν στην πραγματικότητα όλα τα Ιερά Μυστήρια, στ) να πιστεύουν, όπως και οι Ιεχωβάδες, στην ψευδώς λεγόμενη «χιλιετή βασιλεία του Χριστού», ζ) να διδάσκουν «την αρπαγή της εκκλησίας», η) να μην τιμούν το σταυρό του Χριστού, θ) να μην αποδέχονται την τιμή των αγίων και της Θεοτόκου, της οποίας απορρίπτουν και την αειπαρθενία, ι) να υβρίζουν το πρόσωπο του Χριστού με τη διδασκαλία ότι είχε και άλλα σαρκικά αδέλφια, ια) να αποδοκιμάζουν τις Ιερές Εικόνες και να χαρακτηρίζουν την τιμή τους ωςειδωλολατρεία και ιβ) να απορρίπτουν ασεβώς τα μνημόσυνα υπέρ των κεκοιμημένων. 3. Οι θέσεις της Ορθοδόξου Εκκλησίας έναντι των Πεντηκοστιανών.

Η Ορθόδοξος Καθολική Εκκλησία του Χριστού απορρίπτει και αποδοκιμάζει όλες τις παραπάνω κακόδοξες θέσεις της πεντηκοστιανής αιρέσεως, γι’ αυτό και τις έχει αναιρέσει πλήρως με σειρά ειδικών έργων θεολόγων, κληρικών και λαϊκών, οι τίτλοι μερικών από τα οποία παρατίθενται στην παράγραφο 8 του παρόντος. Στην παρούσα παράγραφο θα περιοριστούμε μόνο σε γενικές παρατηρήσεις πάνω σε βασικά σημεία των διαφορών τους από την εκκλησιαστική διδασκαλία, όπως η Πεντηκοστή, η Γλωσσολαλιά, η Εκκλησία και τα Έσχατα, προκειμένου ο ορθόδοξος χριστιανός να σχηματίσει μια επαρκή εικόνα για τον κακόδοξο χαρακτήρα της διδασκαλίας τους. Έτσι, κατά την ορθόδοξη διδασκαλία :

 Ι. Η ΠΕΝΤΗΚΟΣΤΗ, σε αντίθεση με τη διδασκαλία των Πεντηκοστιανών, δεν συνέβη τον 20ο αιώνα, ούτε λαμβάνει έως και σήμερα χώρα στον καθένα πιστό ξεχωριστά ως γεγονός, αλλά υπήρξε έκτακτο και μοναδικό γεγονός που έγινε ακριβώς πενήντα ημέρες μετά την ανάσταση του Χριστού και έχει μόνιμο χαρακτήρα, καθώς το Αγ. Πνεύμα πλέον ευρίσκεται, ενοικεί και ενεργεί έως τη Δευτέρα Παρουσία στην Εκκλησία, εντός των κόλπων της Οποίας χαριτώνει και αγιάζει, όχι αιρετικούς όπως οι Πεντηκοστιανοί, αλλά κάθε πιστό μέλος της που είναι βαπτισμένο στο όνομα της Αγ. Τριάδος, αποδέχεται χωρίς περικοπές και εκπτώσεις την «άπαξ παραδοθείσα πίστη» Της κι εφαρμόζει απαρεγκλήτως στη ζωή του το ήθος Της.

 ΙΙ. Η ΓΛΩΣΣΟΛΑΛΙΑ, το κορυφαίο από τα χαρίσματα που ισχυρίζονται οι Πεντηκοστιανοί ότι τους παραχωρούνται από το Αγ. Πνεύμα, είναι οικτρή πλάνη και φοβερή απάτη, η οποία χρησιμοποιείται ουσιαστικά, μαζί με τις λεγόμενες ψευδοπροφητείες και ψευδοθεραπείες ως στοιχείο εντυπωσιασμού και παραπλάνησης των υποψηφίων θυμάτων τους, ενώ αν εξεταστούν περαιτέρω αυτά ως φαινόμενα, θα αποδειχθεί ότι πρόκειται είτε για ψυχοπαθολογικής φύσεως εκδηλώσεις, είτε, στην πραγματικότητα, για δαιμονικές καταστάσεις, οι οποίες συμβαίνουν σε αποδήμους της χάριτος του Θεού και σε πλάνη ευρισκομένους ανθρώπους. Και αυτό, διότι απ’ όπου απουσιάζει η χάρις του Θεού, όπως συμβαίνει με τους Πεντηκοστιανούς, εκεί βασιλεύει και ενεργεί ο Σατανάς και οι δυνάμεις του. Όσον αφορά τη γλωσσολαλιά των αποστόλων κατά την ημέρα της Πεντηκοστής, αυτή δεν ήταν μόνιμο χάρισμα, ούτε αφορούσε την εκ μέρους τους χρήση άγνωστων «ξένων γλωσσών» και άναρθρων κραυγών, όπως πιστεύει και διδάσκει για τις εμπειρίες των μελών της η αίρεση των Πεντηκοστιανών, αλλά, όπως τονίστηκε παραπάνω, συνιστούσε το θαύμα της εν Αγίω Πνεύματι κατανοήσεως όλων όσων κήρυτταν από τον καθένα που τους άκουγε εκείνη την ημέρα στη δική του γλώσσα ή διάλεκτο, προκειμένου με τον τρόπο αυτό να τονιστεί η εν Χριστώ επανένωση του ανθρωπίνου γένους, το οποίο χωρίστηκε με τη σύγχυση των γλωσσών στη Βαβέλ, εξ αιτίας της αμαρτίας. Γι’ αυτό και είναι απαραίτητο να τονιστεί, ότι η γλωσσολαλιά δεν υπήρξε διαρκές αλλά έκτακτο φαινόμενο και χάρισμα στην Εκκλησία, εφόσον ενωρίς, δηλαδή την πρώιμη αποστολική εποχή (Α΄ Κορ. 14,2-27), κατέλαβε δευτερεύουσα σημασία, ενώ αργότερα ατόνησε ολοκληρωτικά, χωρίς όμως να χαθεί, διατηρούμενο υπό άλλες μορφές, μόνον εντός και για την Εκκλησία. Σε αντίθεση με την γλωσσολαλιά της Εκκλησίας, όμως, που ήθελε να συμβολίσει το μυστήριο της εν Χριστώ ενότητος του ανθρωπίνου γένους, η «γλωσσολαλιά» των αιρετικών Πεντηκοστιανών, όχι την ενότητα δεν επιδιώκει, αλλά μόνο τη διάσπαση και τον κατακερματισμό της ανθρωπότητας υπηρέτησε και υπηρετεί, εφόσον είναι βέβαιο, ότι το φαινόμενο αυτό, αν και «χάρισμα», υπήρξε η κύρια αιτία των απειράριθμων σχισμάτων στους κόλπους της αιρέσεως.

 ΙΙΙ. Η ΕΚΚΛΗΣΙΑ αποτελεί, όχι πολύμορφο φαινόμενο όπως οι διασπασμένες κινήσεις των αιρετικών Πεντηκοστιανών, ούτε εμφανίστηκε όπως εκείνοι τον 20ο αιώνα, αλλά συνιστά προαιώνιο μυστήριο που έχει ως πηγή του τον Τριαδικό Θεό (Εφεσ. 3,9) και απαρχή το γεγονός της δημιουργίας, η οποία με το μυστήριο της Πεντηκοστής και την κάθοδο του Αγ. Πνεύματος εισήλθε στην τελευταία φάση της πρίν από τη Δευτέρα Παρουσία. Για το λόγο αυτό και ουδεμία σχέση έχει με την πεντηκοστιανή «Εκκλησία των εσχάτων καιρών» ή αυτή «των εκλεκτών», πολύ δε περισσότερο με εκείνη που αποστάτησε, ή με την άλλη που θα αρπαγεί πρίν την έλευση τουΑντιχρίστου. Και τούτο, διότι πραγματικοί αποστάτες από την αληθινή Εκκλησία του Χριστού είναι οι ίδιοι οι Πεντηκοστιανοί, που εμφανίστηκαν μόλις τον 20ο αιώνα και, αντί να μετανοήσουν και να επιστρέψουν στους κόλπους της αγίας Εκκλησίας του Χριστού, προβάλλουν υπεροπτικά την κίνησή του ο καθένας ως την «αληθινή εκκλησία». Επειδή ακριβώς δεν έχουν ουδεμία σχέση με την Εκκλησία και δεν αποδέχονται την Ιερά Παράδοση της, δεν μπορούν να κατανοήσουν και το αληθινό νόημα του γραπτού μέρους της που είναι η Αγ. Γραφή, το οποίο κακοποιούν βάναυσα και διαστρέφουν προκλητικά, προκειμένου να θεμελιώσουν τις αιρετικές τους θέσεις. Η ανυπαρξία σχέσεως των Πεντηκοστιανών με την Εκκλησία, μάλιστα, αποδεικνύεται περίτρανα και από την έμμεση, αλλά ουσιαστικώς πλήρη αποδοκιμασία του προσώπου του αρχηγού της Ιησού Χριστού, καθώς διδάσκουν ψευδώς την καταδικασμένη από τους πρώτους αιώνες αντίληψη περί «χιλιετούς βασιλείας» Του, επιμένουν στην ασεβή κατάργηση του Τιμίου Σταυρού επί του οποίου σταυρώθηκε, ώστε να αποβεί το όργανο της σωτηρίας και το στήριγμα της Εκκλησίας, καταργούν τα ιερά μυστήρια τα οποία συστήθηκαν από το Χριστό, πρεσβεύουν την αυθαίρετη διδασκαλία ότι είχε σαρκικά αδέλφια, αλλά και ότι η κατά σάρκα Μητέρα του Υπεραγία Θεοτόκος δεν ήταν Αειπάρθενος, για την οποία υποστηρίζουν, μάλιστα, ότι δεν πρέπει να τιμάται, όπως δεν πρέπει να τιμώνται και οι φίλοι του Χριστού, οι άγιοι. Κατά τη διδασκαλία της Εκκλησίας, όμως, το γεγονός και μόνο ότι κάποιος δεν αναγνωρίζει στην Παναγία τους τίτλους «Θεοτόκος» ή «Αειπάρθενος», σημαίνει ότι αρνείται πλήρως και ολοκληρωτικώς τη θεότητα του Ιησού Χριστού. Όλα αυτά συνηγορούν στη διαπίστωση περί ανυπαρξίας σχέσεως των Πεντηκοστιανών με την Εκκλησία του Χριστού, καθώς επιπλέον υβρίζουν τις ιερές Εικόνες και χαρακτηρίζουν την τιμή τους ως ειδωλολατρία, ενώ απορρίπτουν ασεβώς τα ιερά μνημόσυνα υπέρ των κεκοιμημένων και κατανοούν υλιστικά τα έσχατα.

 ΙV. Η ΔΙΔΑΣΚΑΛΙΑ ΠΕΡΙ EΣXATΩΝ δεν αποτελεί μέσον για την άσκηση απειλών και ψυχολογικής βίας στον άνθρωπο, όπως με τις πλάνες τους προσπαθούν να κάνουν οι Πεντηκοστιανοί, αλλά χαρά κι ελπίδα για την εκπλήρωση του πόθου κάθε μέλους της Εκκλησίας, το οποίο προσδοκά την ανάσταση των νεκρών και την αιώνια ζωή με το Σωτήρα Χριστό. Αντιθέτως οι Πεντηκοστιανοί, στην προσπάθεια προσελκύσεως νέων μελών στις ομάδες τους, διδάσκουν ότι περιμένουν σύντομα την ανύπαρκτη «αρπαγή της εκκλησίας», πρίν έρθει ο Αντίχριστος, που όπως ψευδώς ισχυρίζονται έχει ήδη γεννηθεί. Για το λόγο αυτό και προτρέπουν πιεστικά τα αθώα θύματά τους να προσχωρήσουν στην κίνησή τους, προκειμένου να σωθούν, καθώς, όπως υπόσχονται, όσοι ενταχθούν στην ομάδα τους, όχι μόνο θα σωθούν, αλλά και θα γίνουν μάρτυρες κατηγορίας εκείνων οι οποίοι δεν έγιναν Πεντηκοστιανοί, όταν θα κριθούν από το Χριστό κατά τη Δευτέρα Παρουσία. Τέτοια μυθεύματα όμως, ούτε μπορούν να θεμελιωθούν στην Αγ. Γραφή, ούτε μπορούν να κατανοηθούν από την κοινή ανθρώπινη λογική, αλλά ούτε και αντέχουν στη βάσανο της στοιχειώδους κριτικής από την ορθόδοξη θεολογία, καθώς πρόκειται για φοβερές πλάνες, που δεν έχουν ως σκοπό τη σωτηρία αλλά την απώλεια του ανθρώπου.

Οι Έλληνες Πεντηκοστιανοί. Στην παραπάνω αιρετική γραμμή διδασκαλίας, μαζί με τους λοιπούς, κινούνται και οι Έλληνες Πεντηκοστιανοί, που εμφανίστηκαν για πρώτη φορά το 1924, προερχόμενοι από την Αμερική. Ο πρώτος ευκτήριος οίκος τους λειτούργησε το 1939 στα Βάγια Θηβών από το Δημ.Κατρισιώτη. Το 1929 ξεκίνησαν επίσης άλλες δύο ιεραποστολικές προσπάθειες από διαφορετικέςπεντηκοστιανικές ομάδες με τους Χαρ. Μάμαλη και Μιχ. Κούννα, ο οποίος μαζί με τον Σπ. Κωνσταντινίδη ίδρυσαν το 1939 την «Αποστολική Εκκλησία της Πεντηκοστής». Έπειτα από αυτό, όμως, άρχισε η πολυδιάσπαση, εφόσον λίγο αργότερα αποχώρησε από αυτήν, λόγω προσωπικών φιλοδοξιών ο Κωνσταντινίδης και δημιούργησε δική του ομάδα την οποία ονόμασε «Εκκλησία του Θεού της Πεντηκοστής», ενώ αργότερα αποσπάστηκε έπειτα από εσωτερικές έριδες και ο ποιμένας τους Λεωνίδας ή Λούης Φέγγος το 1965 και συγκρότησε την «Ελευθέρα Αποστολική Εκκλησία της Πεντηκοστής», αλλά και κάποια μέλη της αργότερα, τα οποία ίδρυσαν το 1988 την «Αποστολική Εκκλησία του Θεού». Από την κίνηση του Κωνσταντινίδη, δηλαδή, την «Εκκλησία του Θεού της Πεντηκοστής», αποσπάστηκε μια ομάδα η οποία συγκρότησε την «Εκκλησία του Θεού της Προφητείας», ενώ το 1964 ιδρύθηκε από τον Ηρ. Κουρμπά η «Εκκλησία του Θεού του Πλήρους Ευαγγελίου» και από το Θεοδ. Καλημέρη η «Αποστολική Εκκλησία του Χριστού».

Παρ’ όλο που συνέβησαν όλ’ αυτά όμως, οι Πεντηκοστιανοί της Αμερικής, όχι μόνο δεν βοήθησαν στην ενότητα των Ελλήνων «αδελφών» τους, αλλά αντίθετα καλλιέργησαν περισσότερο την πολυδιάσπαση τους, καθώς το 1980 παρουσιάστηκε πλήθος «ιεραποστόλων» με σκοπό τον προσηλυτισμό και τη δημιουργία νέων πεντηκοστιανών «εκκλησιών», ανεξάρτητα κινούμενο στην πλειοψηφία του από τις ήδη υπάρχουσες πεντηκοστιανές ομάδες στην χώρα μας. Προκύπτει λοιπόν σαφώς από την παραπάνω σύντομη αναφορά, ότι και η ελληνικήπεντηκοστιανή κίνηση, επειδή φέρει την προτεσταντική σφραγίδα και νοοτροπία, ακολούθησε τη μοίρα των άλλων Πεντηκοστιανών του εξωτερικού, γι’ αυτό και όχι μόνον πολυδιασπάστηκε και κατακερματίστηκε σε πάμπολλες ομάδες, αλλά χαρακτηρίζεται κι από φοβερή εχθρότητα, με την οποία αντιμετωπίζουν ο έναν τον άλλον οι οπαδοί τους. Όπως υπολογίζεται, μάλιστα, οιπεντηκοστιανές κινήσεις που δρούν στη χώρα μας είναι πάνω από πενήντα ! Από τις ομάδες αυτές, τις οποίες πρέπει να γνωρίζουμε και να αποφεύγουμε, οι κυριότερες είναι οι εξής: ● η Αποστολική Εκκλησία της Πεντηκοστής.

● H Εκκλησία του Θεού της Πεντηκοστής.

● H Εκκλησία του Θεού της Προφητείας.

 ● H Ελευθέρα Αποστολική Εκκλησία της Πεντηκοστής.

 ● H Αποστολική Εκκλησία του Θεού.

● H Εκκλησία του Θεού του πλήρους Ευαγγελίου.

● H Αποστολική Εκκλησία του Χριστού Νέου Ψυχικού.

● H Αποστολική Χριστιανική Εκκλησία.

● H Ζωντανή Μαρτυρία.

● H Αποστολική Εκκλησία του Χριστού.

● H Ελληνική Εκκλησία Αποστολικής Πίστεως

● H Μάχαιρα του Πνεύματος.

Η «Ελευθέρα Αποστολική Εκκλησία της Πεντηκοστής». Από τις παραπάνω κινήσεις είναι απαραίτητο να γίνει ευρύτερος λόγος για τη λεγόμενη «Ελευθέρα Αποστολική Εκκλησία της Πεντηκοστής», επειδή α) είναι η μεγαλύτερη και η πλέον δραστήρια στη χώρα μας, β) είναι η πλέον ύπουλη και επικίνδυνη και γ) διατηρεί ευκτήριο οίκο και στην πόλη των Πατρών (περιοχή Αγιυάς), όπου δραστηριοποιείται έντονα, προσπαθώντας να παρασύρει ψυχές από ολόκληρο το νομό Αχαΐας. Πρέπει να τονιστεί ευθύς εξ αρχής, ότι η ζωή της αιρετικής αυτής κινήσεως, όπως και των λοιπών, δεν ξεκίνησε την ημέρα της Πεντηκοστής, αλλά μόλις το έτος 1965, όταν αποστάτησε ο ιδρυτής της Λεωνίδας ή Λούης Φέγγος, από την «Αποστολική Εκκλησία της Πεντηκοστής», της οποίας ήταν ποιμένας. Επειδή ακριβώς θέλησε να μην ελέγχεται από κανέναν, αλλά να «ορθοτομεί» εκείνος κατά τρόπο υπεροπτικό την «αλήθεια», αποχώρησε μαζί με άλλα 120 μέλη, τα οποία αποτέλεσαν και το πρώτο της «ποίμνιο». Η αίρεση γνώρισε με την πάροδο του χρόνου μεγάλη εξάπλωση και σήμερα έχει περίπου 150 ποιμένες και αριθμεί περί τις 20.000 οπαδούς σε όλη τη χώρα. Η διδασκαλία της, αν και έχει πολλά κοινά με αυτήν των άλλων πεντηκοστιανών ομάδων που εκθέσαμε παραπάνω, εν τούτοις διαφέρει σε πολλά σημεία, καθώς φέρει την «προσωπική σφραγίδα» του αιρετικού Φέγγου, ο οποίος την ονόμασε «ελεύθερη» για να δείξει ότι, δήθεν, δεν εξαρτάται από τους άλλους Πεντηκοστιανούς, εναντίον των οποίων καταφέρεται ευκαίρως ακαίρωςμε βαρύτατους χαρακτηρισμούς, ονομάζοντάς τους «λύκους»και «επικατάρατους», ενώ τις ομάδες τους αποκαλεί «θυγατέρες Βαβυλώνος», δηλαδή «πόρνες». Υβρίζει, δηλαδή, όχι κάποιους ξένους, αλλά τους δικούς του πνευματικούς προγόνους, πράγμα που σημαίνει, σύμφωνα με τη λογική του, ότι κι αυτός βρισκόταν στην πλάνη, τουλάχιστον μέχρι το 1965.

 Έτσι, η αίρεση αυτή, με τέτοιου είδους συμπεριφορές και αντιλήψεις, όχι μόνο ως «ελευθέρα» δεν προβάλλει, αλλά στην πραγματικότητα είναι υποδουλωμένη στο πάθος της υπερηφάνειας, της πλάνης και της απώλειας, όπου έχει παρασύρει και χιλιάδες άλλες αθώες ψυχές. Κορυφαίο στοιχείο μάλιστα της πλάνης της κινήσεως αποτελεί η κακόδοξη θέση ότι ο Θεός έχει ανθρώπινα χαρακτηριστικά, δηλαδή χέρια και πόδια, ώστε να μπορεί να προσδιοριστεί και τοπικά. Διαβάζοντας τα αυτά κανείς, αναρωτιέται: τι σχέση μπορούν να έχουν άραγε τέτοιες αντιλήψεις με την περί Θεού διδασκαλία της Αγ. Γραφής; ή ποιος μπορεί να είναι πράγματι ο ανθρωπόμορφος θεός των Πεντηκοστιανών του Φέγγου; Ένα πράγμα μόνο είναι απολύτως βέβαιο, ότι ο θεός του κ. Φέγγου μπορεί να είναι οποιοσδήποτε άλλος, όχι όμως ο αληθινός Θεός, τον οποίο διδάσκει η Αγ. Γραφή και πιστεύει η Εκκλησία.

Για να καταλάβει καλύτερα κανείς, όμως, την νοοτροπία, το ψεύδος, την υποκρισία, την πλάνη και το φοβερό εγωισμό που χαρακτηρίζει τα μέλη αυτής της ομάδας, αλλά και να συνειδητοποιήσει το λόγο για τον οποίο πρέπει να τους αποφεύγει πάση θυσία, είναι αρκετό να σταχυολογήσει και να παραθέσει τέσσερις μόνο από τις συχνές και πάμπολλες κρίσεις και απόψεις του αρχηγού της Λούη Φέγγου για τον εαυτό του, τον οποίο προβάλλει ουσιαστικά στις ομιλίες του ως «θεό επί της γής». Έτσι στις 9-10-1979 τόνιζε με τρόπο υπερφίαλο «Επειδή έχω αποκτήσει μια πείρα στο λόγο του Θεού, τα θαύματα, την επιστήμη, ακόμη έχω σπουδάσει όλες τις επιστήμες, γνωρίζω τις θετικές· όποιον βρω μπροστά μου κι είναι αντίθετος προς το ευαγγέλιο μπορώ να τον κάνω να ταπεινωθεί αμέσως» και μάλιστα συνεχίζει ως παντογνώστης πως «όποιος θέλει ας με ρωτήσει ό,τι θέλει κι ό,τι βιβλίο διάβασα, ας έρθει να μού το πει· να του πω εγώ που είναι η ψευτιά (…) ξέρω τα κουμπιά του καθενός και τι λέει ο καθένας και που βασίζεται» (π. Α.Αλεβιζόπουλου, Εγχειρίδιο, σ. 208).

Στις 9-11-1982 επίσης συνέκρινε τον εαυτό του με τον άγ. Ιωάννη το Χρυσόστομο, ο οποίος αν και κατά τη γνώμη του «ήταν καλός», σε σχέση όμως με τη δική του αξία και αυθεντία, ήταν ελάχιστος, αφού η «ερμηνευτική <του> αυθεντία είναι μεγαλύτερη από την αυθεντία της Εκκλησίας, στην οποία βασιζόταν ο Χρυσόστομος» (π. Α. Αλεβιζόπουλου, Εγχειρίδιο, σ. 221). Το πλέον τραγικό σημείο της αυτοθεοποιήσεώς του φάνηκε στις 8-5-1984, οπότε διακήρυξε ουσιαστικά ότι επικοινωνεί άμεσα με το «θεό», με τον οποίο μάλιστα συζητούν εκτός των άλλων και τα θέματα με τα οποία θα ασχοληθεί στα κηρύγματά του, παρατηρώντας χαρακτηριστικά πως «δεν ξέρω γιατί ο Θεός σήμερα επέμενε να μιλήσω γι’ αυτό (…)<εννοεί το θέμα>(…) ίσως κάποια αγγελία πρέπει να μας δώσει ο Θεός σήμερα…» (π. Α. Αλεβιζόπουλου, Εγχειρίδιο, σ. 215). Για το λόγο αυτό κι έχει εξασφαλίσει με βεβαιότητα τη σωτηρία του, κάτι που διακήρυξε με περισσή βεβαιότητα στις 19-10-1982 ως εξής :

«την έχω ήδη λάβει τη ζωή την αιώνιο, και την αισθάνομαι, τη ζω, με αγάπη, με χαρά, με ειρήνη, με ευλογία, με φανέρωση του θεού στη ζωή μας» (π. Α.Αλεβιζόπουλου, Εγχειρίδιο, σ. 228). Είναι απαραίτητο να γίνει αναφορά, όμως, και στις πλέον κραυγαλέες από τιςψευδοπροφητείες του κ. Φέγγου για τον Αντίχριστο και την Ε.Ο.Κ (τώρα Ε.Ε). Για τονΑντίχριστο είχε «προφητεύσει» ότι θα εμφανιστεί στη δεκαετία του 1990, οπότε θα έρθει και ο Χριστός να αρπάξει την «ποίμνη του» στον ουρανό και θα κηρυχθεί ο Γ΄ Παγκόσμιος Πόλεμος. Την «προφητεία» αυτή, μάλιστα τη δημοσίευσε και η εφημερίδα του, «Χριστιανισμός», στο 2οτεύχος του Ιανουαρίου του 1991. Όμως, όπως είδαμε τίποτε από αυτά δεν εκπληρώθηκε. Ούτε ο Αντίχριστος εμφανίστηκε, αν και είμαστε στα μέσα της δεκαετίας του 2000, ούτε ο Χριστός κατέβηκε να αρπάξει την ποίμνη του κ. Φέγγου, εφ’ όσον ο ίδιος, ως αρχηγός της, συνεχίζει ακάθεκτος με τη δράση του να τον πληγώνει και να καταπολεμά την Εκκλησία του, αλλά ούτε ο Γ΄ Παγκόσμιος Πόλεμος έγινε.

 Για την Ευρωπαϊκή Οικονομική Κοινότητα (τώρα Ευρωπαϊκή Ένωση) είχε αποφανθεί και «προφητεύσει» το 1982, ότι είναι το πραγματικό θηρίο της Αποκαλύψεως με τα δέκα κέρατα, καθώς τότε είχε μόνο δέκα κράτη-μέλη, τα οποία, όπως διακήρυττε, ποτέ δεν θα αυξάνονταν. Μετά την εξαγγελία της ευρωπαϊκής ενοποίησης, επίσης, περί το τέλος του 1992 κι επειδή η ώρα του Αντιχρίστου, κατά την άποψή του, ήταν πλησίον, αρχηγός του ενιαίου Ευρωπαϊκού Κράτους θα γινόταν ο Αντίχριστος. Ήταν δε τόσο σίγουρος γι’ αυτό, ώστε, όπως τόνιζε, «θα δούμε πολύ καθαρά και ίσως και το πρόσωπο του Αντιχρίστου». Όπως είναι γνωστό, όμως, τίποτε απ’ όλα αυτά δεν έγινε. Γι’ αυτό και τίθενται τα ερωτήματα: Τι θα μας έλεγε σήμερα (έτος 2007) ο «προφήτης» κ. Φέγγος για να δικαιολογηθεί και να διορθώσει το σφάλμα του, που τα κράτη της Ένωσης έχουν φτάσει τα είκοσι πέντε; Τι θα απαντούσε στην απορία κάθε καλόπιστου ανθρώπου: Γιατί ο Αντίχριστος, έπειτα από τόσα χρόνια, δεν ήρθε; ή γιατί δεν έγινε αρχηγός του Ευρωπαϊκού Κράτους; ή γιατί, τουλάχιστον, μέχρι σήμερα, είκοσι και πλέον χρόνια μετά τον «ερχομό» του, δεν καταφέραμε να δούμε, όχι μόνο τόσο καθαρά, αλλά καθόλου το πρόσωπό του; Συμφωνούν άραγε όλα τα παραπάνω με το πνεύμα και το γράμμα της αγ. Γραφής;

Έχουν σχέση με τη διδασκαλία του Χριστού; Συμφωνούν τα μέλη της ομάδας του με τα μυθεύματα του ιδρυτή της; Αυτό το ήθος εμπνέονται ως μέλη της, κατά τα άλλα, «ελεύθερης εκκλησίας» από τον κ. Λούη Φέγγο και τους ποιμένες του; Ποιόν «θεό» λατρεύουν αλήθεια; Σ’ αυτά τα ερωτήματα ας απαντήσει κυρίως ο ιδρυτής της, πρώτα στους αθώους που παρέσυρε στην πλάνη, κυρίως όμως με καθαρή συνείδηση ας απαντήσει κατόπιν, όχι στο «θεό» που έπλασε και πιστεύει, αλλά μετανιωμένος ας απολογηθεί στον αληθινό Θεό, τον οποίο καταπολεμά με τρόπο λυσσαλέο και προσπαθεί χρόνια τώρα με τη δράση του να αφανίσει την Εκκλησία του.

Γιατί γνωρίζουμε καλά, ότι η τακτική του κ. Φέγγου είναι η ίδια μ’ εκείνη των ψευδοπροφητών όλων των αιώνων και όλων των εποχών, δηλαδή να σκορπίζουν το φόβο και τον τρόμο στις αγνές και άδολες ψυχές, προκειμένου να τις κατακτήσουν προς όφελος προσωπικό. Γι’ αυτό και η καλύτερη απάντηση από μέρους του σ’ όλα τα παραπάνω θα ήταν η σιωπή και η μετάνοια, φάρμακα που μπορούν να βοηθήσουν ουσιαστικά στη θεραπεία της πλάνης του και να συμβάλλουν στη δική του επιστροφή, αλλά και την επιστροφή των αγνών ανθρώπων που παράσυρε, στην αληθινή ποίμνη του Χριστού, που είναι η αγία Ορθόδοξος Εκκλησία. 6. Πως δρουν οι Πεντηκοστιανοί. Έγινε φανερό λοιπόν από τα ανωτέρω, πιστεύουμε, ότι όλοι γενικώς οι Πεντηκοστιανοί, όχι μόνο δεν προσφέρουν τη σωτηρία με τις πλάνες τους, αλλά οδηγούν τον άνθρωπο με βεβαιότητα στην απώλεια.

Γι’ αυτό και είναι απαραίτητο να επιδεικνύεται ιδιαίτερη προσοχή και να λαμβάνονται όλα τα απαραίτητα μέτρα από τα πιστά μέλη της Εκκλησίας, για προφύλαξη από τη δραστηριότητά τους, καθώς υπάρχει σοβαρός κίνδυνος με τον τρόπο που δραστηριοποιούνται να μας παρασύρουν και να μας απομακρύνουν από τη σωτήρια πίστη και την υγιή παράδοση της Εκκλησίας. Και τούτο διότι, όπως όλοι οι αιρετικοί στους αιώνες που πέρασαν, το ίδιο και οι Πεντηκοστιανοί χρησιμοποιούν τα πιο σύγχρονα μέσα της εποχής, προκειμένου να κάνουν περισσότερο ελκυστική τη διδασκαλία τους. Μάλιστα δε οι σύγχρονοι αιρετικοί κάνουν χρήση όλων των μέσων που υπαγορεύει το σύγχρονο marketing, ενώ το management τους αποβαίνει εξαιρετικά αποδοτικό, όταν μάλιστα εμείς οι ορθόδοξοι χριστιανοί δεν είμαστε προσεκτικοί και σωστά προετοιμασμένοι.

Η επιτυχία του στηρίζεται, δηλαδή, όχι στην αλήθεια των όσων διδάσκουν, αλλά στον τρόπο με τον οποίο τα προσφέρουν, καθώς εφαρμόζουν άριστα το λεγόμενο «βομβαρδισμό αγάπης», παρουσιάζοντας παράλληλα ως φόβητρα αρνητικά φαινόμενα ή κοινωνικά γεγονότα, όπως πλημμύρες, σεισμούς, πολέμους, θανάτους, δυστυχήματα, ασθένειες κ.ά, προκειμένου να ασκήσουν στα θύματά τους ψυχολογική πίεση και βία. Το έργο τους υποστηρίζουν, επίσης, με τα διάφορα τηλεοπτικά shows στο εξωτερικό, όπου προβαίνουν σε επίδειξη γλωσσολαλιάς, ψευδοπροφητειών και ψευδοθεραπειών για να πείσουν και να παρασύρουν τα αθώα και ανυποψίαστα θύματα τους. Τα υποψήφια θύματά τους, μάλιστα, στο πλαίσιο του βομβαρδισμού της αγάπης, τα πλησιάζουν και με άλλους τρόπους, όπως με την οργάνωση φιλικών συγκεντρώσεων, με την εκδήλωση ενδιαφέροντος σε δύσκολες οικογενειακές στιγμές όπως στην περίπτωση θάνατο νέου ή προσφιλούς προσώπου, βαριάς αρρώστιας, δυσκολιών στις συζυγικές σχέσεις, περιπτώσεων διαζυγίου, καταστάσεων οικονομικής ανέχειας κ.ά.

Μέσα στη δράση τους περιλαμβάνονται ακόμη κατ’ οίκον επισκέψεις, προσκλήσεις στις συνάξεις τους, διανομή της Καινής Διαθήκης με κείμενο παρεφθαρμένο ή άλλων εντύπων και πρόκληση συζητήσεως για θέματα πίστεως σε δρόμους ή σε πλατείες, πώληση σε πολύ χαμηλές τιμές ή με τη δωρεάν διανομή των βιβλίων και των περιοδικών τους, με την αποστολή μέσω Ταχυδρομείου αντιτύπων από τα περιοδικά τους, ή φύλλων από τις εφημερίδες τους, καθώς επίσης και μέσω του ραδιοφωνικού σταθμού «ΧΡΙΣΤΙΑΝΙΣΜΟΣ», ο οποίος έχει πανελλαδική εμβέλεια. Γι’ αυτό και είναι απαραίτητο να αποφεύγονται με κάθε τρόπο τα έντυπά τους, όπως ο «Χριστιανισμός», η «Μάχαιρα του Πνεύματος», «O Αγγελιοφόρος με τα Λευκά Φτερά», αλλά και η ακρόαση τουραδιοφωνικού τους σταθμού!!!

Η ΣΩΤΗΡΙΟΣ ΑΛΗΘΕΙΑ.


1. Η ΑΛΗΘΕΙΑ ΕΙΝΑΙ ΠΡΟΣΩΠΟΝ. Όταν ο Πιλάτος ηρώτησε τον Χριστόν εάν ήτο Βασιλεύς, ο Κύριος του απήντησε: «Δι’ αυτό εγεννήθην και δι’ αυτό ήλθον εις τον κόσμον, δια να μαρτυρήσω την αλήθειαν. Όποιος είναι από την αλήθειαν, ακούει την φωνήν μου» (Ιωάννης 18,37). Τότε ο Πιλάτος ηρώτησε: «Τι είναι αλήθεια;» (Ιωάννης 18,38). Με την φράσιν, όμως, αυτήν δεν ετέθη το θέμα ορθώς. Η αλήθεια δεν είναι πράγμα ή και κάποια αφηρημένη έννοια, ώστε να ημπορούμεν να ερωτήσωμεν «τι είναι αλήθεια». Η αλήθεια δεν είναι κάτι, αλλά κάποιος. Δεν είναι πράγμα, αλλά πρόσωπον και δι’ αυτόν τον λόγον πρέπει να ερωτήσωμεν «ποιός είναι η αλήθεια». Την απάντησιν εις το ερώτημα αυτό την έδωσεν ο Χριστός εις τους μαθητάς Του. Τους είπεν ότι μεταβαίνει εις τον Πατέρα και θα επανέλθη να τους παραλάβη, δια να τους οδήγηση εκεί, ώστε να είναι πλέον όλοι μαζί Του. «Γνωρίζετε που πηγαίνω», τους λέγει, «και γνωρίζετε και τον δρόμον» (Ιωάννης 14,3-4). Τότε του λέγει ο Θωμάς: «Κύριε, δεν γνωρίζομεν που πηγαίνεις και πως ημπορούμεν να γνωρίζωμεν τον δρόμον;» Λέγει εις αυτόν ο Ιησούς: «Εγώ είμαι η οδός και η αλήθεια και η ζωή, κανείς δεν έρχεται προς τον Πατέρα παρά δι’ εμού. Εάν με εγνωρίζετε, θα εγνωρίζετε και τον Πατέρα μου. Από τώρα τον γνωρίζετε και τον έχετε ιδεί». Λέγει εις αυτόν ο Φίλιππος: «Κύριε, δείξε μας τον Πατέρα και μας αρκεί». Λέγει εις αυτόν ο Ιησούς: «Τόσον χρόνον είμαι μαζί σας και δεν με εγνώρισες, Φίλιππε; Εκείνος ο οποίος με έχει ιδεί, είδε τον Πατέρα· και πως συ λέγεις, δείξε μας τον Πατέρα;» (Ιωάννης 14,5-9· Παράβαλλε Και Εβραίους 10, 19-20). Τα ανωτέρω, αποδεικνύουν ότι ο Χριστός, όταν ωμιλούσε δια την αλήθειαν η δια τον δρόμον που οδηγεί προς τον Πατέρα, ο οποίος είναι η ζωή, εννοούσε το ίδιον πράγμα: Εγώ είμαι η αλήθεια, εγώ είμαι η οδός, εγώ είμαι η ζωή, οποίος με γνωρίζει, γνωρίζει τον Πατέρα. Η αλήθεια, λοιπόν, δεν είναι κάτι, αλλά κάποιος, είναι το πρόσωπον του Κυρίου ημών Ιησού Χριστού, η σαρκωμένη, δηλαδή, αλήθεια, ο ένσαρκος Λόγος (Ιωάννης 1,14), τον οποίον πρέπει να γνωρίσωμεν προκειμένου να έχωμεν ζωήν (Α' Ιωάννης 5,13· Παράβαλλε Και Ιωάννης 6,47). Ο Χριστός είναι η αλήθεια. Μόνον εκείνος δύναται να οδηγήση τον άνθρωπον εις τον ουράνιον Πατέρα δια να τον καταστήση μέτοχον της ζωής του Θεού (Ιωάννης 14,6. 17,2-3, Λουκάς 10,22): «Η χάρις και η αλήθεια ήλθον δια του Ιησού Χριστού» (Ιωάννης 1,17). Όμως, αυτήν την αλήθειαν δεν μπορούσαν να την «βαστάξουν» με τας ιδικάς των δυνάμεις οι μαθηταί του Χριστού. Δι’ αυτό και ο Κύριος θα έστελλε το «Πνεύμα της αληθείας», δια να τους οδηγήση εις όλην την αλήθειαν. Εκείνο «θα πάρη από ό,τι είναι ιδικόν μου και θα σας το αναγγείλη» (Ιωάννης 16,12 και εξής). Από τους λόγους αυτούς του Χριστού βλέπομεν ότι η γνώσις του Θεού και η θεολογία αναχωρεί από το γεγονός της αποκαλύψεως, το οποίον συνετελέσθη εις το πρόσωπον του Χριστού «επ’ εσχάτων ημερών» (Εβραίους 1,1) και από το γεγονός της παρουσίας του Αγίου Πνεύματος εις την καρδίαν του ανθρώπου. Οι Απόστολοι ήσαν πάντοτε πλησίον του Χριστού, ήκουον συνεχώς τα κηρύγματα Του, έβλεπαν τα θαύματα. Όμως, εστάθη αδύνατον να γνωρίσουν την αλήθειαν με τας ιδικάς των ικανότητας. Όταν μίαν άλλην φοράν ο Χριστός ηρώτησε τους μαθητάς Του να του ειπούν ποιος νομίζουν ότι είναι, και ο Πέτρος του απήντησεν ότι είναι ο Υιός του Θεού του ζώντος, ο Κύριος είπεν εκείνα τα γνωστά λόγια. Ότι, δηλαδή, ο Πέτρος δεν ωδηγήθη εις την αλήθειαν αυτήν με τας ιδικάς του ανθρωπίνας δυνατότητας, αλλά ο ίδιος ο Θεός του την απεκάλυψεν (Ματθαίος 16,17). 2. ΤΟ ΠΑΡΑΔΕΙΓΜΑ ΤΟΥ ΙΩΒ. Γνωρίζομεν όλοι την ιστορίαν του Ιώβ. Προσεπάθει με την συζήτησιν και με το λογικόν να εισδύση εις τα μυστήρια του Θεού χωρίς κανένα αποτέλεσμα. Αλλ’ όταν ο ίδιος ο Θεός του απεκαλύφθη, εννόησεν ότι ήτο αδύνατον να επιτύχη μόνος του εκείνο το οποίον επόθει και ησθάνθη βαθυτάτην συντριβήν. «Μέχρι στιγμής ήκουον περί σου μόνον με τα αυτιά μου», λέγει εις τον Θεόν. «Τώρα, όμως, σε είδα με τα μάτια μου. Δια τούτο ελεεινολόγησα τον εαυτόν μου, έλειωσα από συντριβήν, αισθάνομαι, πράγματι, χώμα και στάκτη» (Ιώβ 42,5-6). Εκείνο, λοιπόν, το οποίον έχει σημασίαν δεν είναι ο λόγος περί του Θεού, αλλά η ταπείνωσις και η καθαρότης της καρδιάς εις την αναζήτησιν του Θεού. «Είναι μεγάλο πράγμα να ομιλή κανείς περί του Θεού», λέγει ο άγιος Γρηγόριος ο Ναζιανζηνός, αλλά, προσθέτει, «είναι ακόμη μεγαλύτερον, εάν καθαρίζη κανείς τον εαυτόν του δια τον Θεόν». 3. Η ΑΠΟΚΑΤΥΨΙΣ ΕΙΣ ΤΟΝ ΜΩΥΣΗ. Είπομεν ότι δεν δύναται ο άνθρωπος να εύρη μόνος του τον Θεόν και ότι είναι ανάγκη ο ίδιος ο Θεός να αποκαλυφθή εις την καρδιάν του ανθρώπου. Με ποιον τρόπον αποκαλύπτεται ο Θεός εις τον άνθρωπον; Τούτο ημπορούμεν να το παρακολουθήσωμεν εις το παράδειγμα του Μωυσέως. «Κατέβα και ομίλησε εντόνως εις τον λαόν να εξαγνισθούν σήμερον και αύριον», λέγει ο Θεός εις τον Μωυσή. «να πλύνουν τα ρούχα των και να είναι έτοιμοι την τρίτην ημέραν, διότι κατά την τρίτην ημέραν θα κατέβη ο Κύριος εις το όρος Σινά ενώπιον ολοκλήρου του λαού» (Έξοδος 19,10-11). Εις άλλο σημείον λαμβάνει ο Μωυσής την εντολήν από τον Θεόν να παραλαβή τον Ααρών, τον Ναδάβ, τον Αβιούδ και εβδομήκοντα πρεσβυτέρους και να αναβή εις το όρος, αφού δώση την εντολήν εις τον λαόν να παραμείνη εις τους πρόποδας (Έξοδος 24,1-2). Ο Μωυσής, συμφώνως προς την εντολήν του Θεού, προσφέρει θυσίαν και ραντίζει τον λαόν με το αίμα της θυσίας. Κατόπιν, αναβαίνει εις το όρος μαζί με τα πρόσωπα τα οποία ώρισεν ο Θεός. Επάνω εις το όρος οι συνοδοί του Μωυσέως δεν είδαν τον Θεόν, αλλά είδαν «τον τόπον όπου εστάθη ο Θεός του Ισραήλ». Και ο τόπος αυτός εφαίνετο «ως να ήτο κατασκευασμένος από πλίνθους σαπφείρου και είχε την διαύγειαν και την λάμψιν του καθαρού ουρανού» (Έξοδος 24,10). Ο Μωυσής έλαβε τότε την εξής εντολήν από τον Θεόν: «Ανέβα προς εμέ εις την κορυφήν του όρους και μείνε εκεί. Θα σου δώσω τας λιθίνας πλάκας με τον νόμον και τας εντολάς τας οποίας έγραψα δι’ αυτούς ως νομοθεσίαν» (Έξοδος 24,12). Τότε παρέλαβεν ο Μωυσής τον Ιησούν του Ναυή και ανέβησαν εις το υψηλότερον μέρος του όρους, το οποίον εσκεπάζετο από την νεφέλην (Έξοδος 24,13-15). «Και κατέβη η δόξα του Θεού εις το όρος Σινά και εσκέπασεν αυτό η νεφέλη επί εξ ημέρας. Την εβδόμην ημέραν εκάλεσεν ο Κύριος τον Μωυσήν μέσα από την νεφέλην. Το είδος της δόξης του Κυρίου ήτο ως πυρ το οποίον εκπέμπει φλόγας επάνω εις την κορυφήν του όρους, ορατόν από τους Ισραηλίτας. Ο Μωυσής εισήλθεν εις το μέσον της νεφέλης και ανέβη εις το όρος και έμεινε εκεί τεσσαράκοντα ημερονύκτια» (Έξοδος 24,16-18). «… Και έγιναν βρονταί και αστραπαί και νεφέλη γνοφώδης επάνω εις το όρος Σινά… Το όρος εκαπνίζετο ολόκληρον, διότι ωσάν πυρ είχε καταβή επάνω εις αυτό ο Θεός. Ανέβαινεν ο καπνός όπως ο καπνός της ασβεστοκαμίνου… Ο Μωυσής ηρώτα και ο Θεός του απεκρίνετο με φωνήν… (Έξοδος 19,16-19. Παράβαλλε Δευτερ. 4,11-12. 5,22). Ο Θεός, λοιπόν, ευρίσκεται «μέσα εις τον γνόφον», μέσα εις την σκοτεινήν νεφέλην (Β΄ Παραλειπομένων 6,1. Ιεζ. 10,4). «Κατέστησεν άξιον τον Μωυσήν να ακούση την φωνήν αυτού. Τον εισήγαγεν εις τον γνόφον και του έδωσε πρόσωπον προς πρόσωπον τας εντολάς, τον νόμον της ζωής και της σοφίας» (Σοφ. Σειρ. 45,5). 4. Η ΔΕΚΤΙΚΟΤΗΣ ΤΟΥ ΑΝΘΡΩΠΟΥ. Μέσα, λοιπόν, εις την νεφέλην, εκεί όπου δεν ήτο δυνατόν εις τον Μωυσή να διακρίνη τίποτε με τα σωματικά του μάτια και τας δυνατότητας του ανθρώπου, του ομιλεί και του αποκαλύπτεται ο Θεός. Με τον τρόπον αυτόν ηδύνατο ο Μωυσής να εννοήση, ότι η φανέρωσις της δόξης του Θεού δεν ήτο αποτέλεσμα προσπάθειας διανοητικής, αλλά έργον Θεού, καρπός της παρουσίας του Αγίου Πνεύματος εις την ιδικήν του καρδίαν. Δια να ομιλήση ο Θεός εις τους Ισραηλίτας, έπρεπε να καθαρισθούν εσωτερικώς και να εξαγνισθούν. Και η θεία αποκάλυψις ήτο ανάλογος με την εσωτερικήν αυτήν καθαρότητα του καθενός. Ο πολύς λαός, ο οποίος τόσας φοράς εταλαντεύετο εις την αγάπην του προς τον Θεόν και εις την καθαρότητα της καρδίας του, επροχώρησε μόνον έως τους πρόποδας του όρους. Τοιουτοτρόπως, ημπορούσε να βλέπη την δόξαν του Θεού από μακριά, ως φλόγα εις την κορυφή του όρους. Οι συνοδοί του Μωυσέως ανεβαίνουν μαζί με αυτόν επάνω εις το όρος και βλέπουν «τον τόπον όπου εστάθη ο Θεός». Ο Ιησούς του Ναυή ανέρχεται ακόμη περισσότερον. Τέλος, ο Θεός καλεί τον Μωυσή να εισέλθη εις την νεφέλην, εις το υψηλότερον σημείον του όρους και να μείνη εκεί σαράντα ημερονύκτια, δια να λάβη ολόκληρον την αποκάλυψιν του Θεού.

ΕΙΝΑΙ ΟΙ ΑΓΙΕΣ ΕΙΚΟΝΕΣ ΕΙΔΩΛΑ ;


1. ΠΟΤΕ ΜΙΑ ΕΙΚΟΝΑ ΘΕΩΡΕΙΤΑΙ ΕΙΔΩΛΟ;

 Είναι αλήθεια, πως υπάρχουν πολλά εδάφια, κυρίως στην Παλαιά, αλλά και στην Καινή Διαθήκη, που καταδικάζουν την λατρεία, ακόμα και την κατασκευή ειδώλων. Θα εξετάσουμε λοιπόν, μερικά χαρακτηριστικά Αγιογραφικά εδάφια, για να καταλάβουμε το πραγματικό νόημα αυτής τής απαγόρευσης, και τη σημασία τών λέξεων: "είδωλο"και "εικόνα". Ένα χωρίο που κακοποιείται κατά κόρον από τους συχρόνους εικονομάχους, είναι το Ησαϊας 40/μ΄ 18-20, που αναφέρει τα εξής: "Με τίνα λοιπόν θέλετε εξομοιώσει τον Θεόν; ΄Η τι ομοίωμα θέλετε προσαρμόσει εις Αυτόν; Ο τεχνίτης χωνεύει εικόνα γλυπτήν, και ο χρυσοχόος εκτείνει χρυσόν επ' αυτήν, και χύνει αργυράς αλύσεις. Ο πτωχός, κάμνων προσφορά, εκλέγει ξύλον άσηπτον, και ζητεί εις εαυτόν επιδέξιον τεχνίτην, δια να κατασκευάσει εικόνα γλυπτήν μη σαλευομένην." Σε αυτό το χωρίο, παρατηρούμε τα εξής: Η λέξη "εικόνα", χρησιμοποιείται ταυτόσημα με τη λέξη "ομοίωμα". Εδώ όμως, θα πρέπει να τονισθεί το εξής: Τα παραπάνω εδάφια αντιτίθενται στην κατασκευή ομοιωμάτων τού Θεού, και όχι ομοιωμάτων κτισμάτων. Σε αρμονία με αυτά τα εδάφια, η Ορθόδοξη Εκκλησία, απαγορεύει την κατασκευή οποιουδήποτε ομοιώματος τού Θεού. Έτσι,Ορθόδοξες εικόνες, είναι μόνο αυτές τών αγίων, και τού Κυρίου Ιησού Χριστού, κατά την ανθρώπινη φύση του. Εικόνες που υποτίθεται πως απεικονίζουν τον Θεό, θεωρούνται από την Εκκλησία είδωλα.

Σε αυτό το πνεύμα, κινούνται και όλα τα εδάφια τής Αγίας Γραφής που καταδικάζουν τα είδωλα. Δεν καταδικάζεται η κατασκευή και η τιμή εικόνων κτισμάτων, παρά μόνο εάν αυτή η εικόνα σκοπεύει να απεικονίσει τον άκτιστο και αόρατο Θεό, και λατρεύεται ως Θεός. Μόνο τότε θεωρείται είδωλο. Ας δούμε μερικά ακόμα χωρία: Ησαϊας 44/μδ΄ 9-20: "Όσοι κατασκευάζουν είδωλα, πάντες είναι ματαιότης ... Τις έπλασε Θεόν...Κόπτει εις εαυτόν κέδρους... και εξ' αυτού λαμβάνει και θερμαίνεται. Προσέτι καίει αυτό, και ψήνει άρτον. προσέτι κάμνει αυτό θεόν, και προσκυνεί αυτό. Κάμνει αυτό είδωλον, και γονατίζει έμπροσθεν αυτού... Και το εναπολειφθέν αυτού κάμνει θεόν, το γλυπτόν αυτού. Γονατίζει έμπροσθεν αυτού, και προσκυνεί, και προσεύχεται εις αυτό, και λέγει: Λύτρωσόν με, διότι είσαι ο θεός μου." Και εδώ επίσης, η αναφορά γίνεται σε απεικόνιση θεού, και όχι σε εικόνες αγίων, όπως και σε όλα τα σχετικά εδάφια τής Αγίας Γραφής. Ρωμαίους 1/α΄ 23, 25: "Και ήλλαξαν την δόξαν τού αφθάρτου Θεού, εν ομοιώματι εικόνος φθαρτού ανθρώπου, και πετεινών και τετραπόδων και ερπετών ...και εσεβάσθησαν και ελάτρευσαν τη κτίσει παρά τον κτίσαντα..." Κανείς δεν μπορεί να κατηγορήσει την Ορθόδοξη Εκκλησία πως λατρεύει τους αγίους ως θεούς. Οι άγιοι δεν λατρεύονται, παρά μόνο τιμούνται ως άνθρωποι Τού Θεού. Συνεπώς, τα εδάφια αυτά βρίσκουν εφαρμογή μόνο σε όσους κατασκευάζουν εικόνες Τού Θεού, και τις λατρεύουν.

 Εφ' όσον λοιπόν είδωλο είναι μόνο η απεικόνιση τού Θεού, το να κατηγορούν κάποιοι την Εκκλησία ότι δήθεν λατρεύει είδωλα, αποτελεί ψεύδος και άδικη κατηγορία, και οι άνθρωποι αυτοί θα δώσουν κάποτε λόγο στο Θεό για την κακοπιστία τους απέναντι στην Εκκλησία Του. 2. ΟΙ 10 ΕΝΤΟΛΕΣ ΚΑΙ Η ΑΠΕΙΚΟΝΙΣΗ ΤΩΝ ΑΓΙΩΝ. Ας δούμε όμως, άλλο ένα κακοποιημένο χωρίο, που χρησιμοποιούν οι εχθροί τών εικόνων. Βρίσκεται στην Έξοδο 20/κ΄ 4, και είναι μία από τις 10 εντολές: "Μη κάμης εις εαυτόν είδωλον, μηδέ ομοίωμα τινός, όσα εν τω ουρανώ άνω, ή όσα εν τη γη κάτω, ή όσα εν τοις ύδασιν υποκάτω τής γης. Μη προσκυνήσεις αυτά, μηδέ λατρεύσεις αυτά, διότι εγώ Κύριος ο Θεός σου, είμαι Θεός ζηλότυπος..." Οι αρνητές τών εικόνων, λένε: "Να ένα χωρίο, που απαγορεύει την απεικόνιση και τών κτισμάτων! Σε αυτούς, απαντάμε τα εξής: "Και αυτό το εδάφιο, αναφέρεται σε απεικόνηση κτισμάτων ως θεών, και αυτό φαίνεται στο παράλληλο χωρίο: Δευτερονόμιον 4/δ΄ 12-19: "Και ελάλησε Κύριος προς εσάς... αλλά δεν είδετε ουδέν ομοίωμα. Μόνον φωνήν ηκούσατε. Και εφανέρωσεν εις εσάς ...τας δέκα εντολάς... Φυλάττετε λοιπόν καλώς τας ψυχάς σας, (διότι δεν είδετε ουδέν ομοίωμα εν τη ημέρα καθ' ην ο Κύριος ελάλησε προς εσάς εν Χωρήβ εκ μέσου τού πυρός.) Μήπως διαφθαρείτε, και κάμητε εις εαυτούς είδωλον, εικόνα τινός μορφής, ομοίωμα αρσενικού ή θηλυκού, ...κτήνους, ...ορνέου,... έρποντος,... ιχθύος... και μήπως υψώσεις τους οφθαλμούς σου εις τον ουρανόν, και ιδών τον ήλιον, και την σελήνην και τα άστρα, και πάσαν την στρατιάν τού ουρανού, πλανηθείς και προσκυνήσεις αυτά, και λατρέψεις αυτά". Εδώ, αναφέρονται αναλυτικά ποια ήταν αυτά που απαγορευόταν να απεικονισθούν "ως ομοιώματα τού Θεού". Για μια ακόμα φορά, αποδεικνύεται, πως δεν υπάρχει απαγόρευση στην απεικόνιση αγίων, παρά μόνο τού Θεού. Εδώ φαίνεται ακόμα, και ο λόγος που απαγορευόταν η απεικόνιση τού Θεού: "επειδή, δεν υπήρχε ομοίωμά Του".

Τώρα, με τη σειρά μας, θα ρωτήσουμε το εξής: Πώς παρά την απαγόρευση, υπήρχαν στο ναό τού Σολωμόντα ομοιώματα βοδιών; Πώς υπήρχαν πάνω από την Κιβωτό τής Διαθήκης ομοιώματα αγγέλων; Πώς υπήρχαν ομοιώματα αγγέλων εσωτερικά στη Σκηνή τού Μαρτυρίου; Άραγε, τα ομοιώματα τών αγίων ενόχλησαν τους συγχρόνους εικονομάχους; (Έξοδος 25/κε΄ 18. 36/λς΄ 35. Β΄ Χρονικών 4/δ΄ 3,4) 3. Η ΑΠΕΙΚΟΝΙΣΗ ΤΟΥ ΙΗΣΟΥ ΧΡΙΣΤΟΥ. Ας δούμε κάτι ακόμα: Σήμερα, μετά από τόσα χρόνια, εμείς οι Χριστιανοί που δεν είμαστε κάτω από το Μωσαϊκό Νόμο, έχουμε δικαίωμα να απεικονίζουμε τον Θεό; Όπως είδαμε, όταν δόθηκαν οι δέκα εντολές, δεν είχε δοθεί από το Θεό ομοίωμά Του. Όταν όμως ήρθε το πλήρωμα τού χρόνου, ο Θεός μας έδειξε την εικόνα του, τον Ιησού Χριστό, όπως φαίνεται στο Κολοσσαείς 1/α΄ 15: "...ός εστιν εικών τού Θεού τού αοράτου, πρωτότικος πάσης κτίσεως". Και στο: Ιωάννης 14/ιδ΄ 9, λέει ο Ιησούς Χριστός: "...ο εωρακώς εμέ εώρακεν τον Πατέρα". Σήμερα λοιπόν, μπορούμε να βλέπουμε (και να απεικονίζουμε) τον Θεό, στο πρόσωπο τού Ιησού Χριστού.Όχι όμως κατά τη Θεϊκή του φύση, αλλά κατά την ανθρώπινη, μια και τη Θεϊκή Του δεν την είδαμε. 4. ΑΠΕΙΚΟΝΙΣΕΙΣ ΤΟΥ ΘΕΟΥ. Οι μόνες άλλες περιπτώσεις που επιτρέπεται από την θεόπνευστη Εκκλησία Τού Κυρίου η απεικόνιση τού Θεού, είναι η εικόνα τής "Φιλοξενίας τού Αβραάμ", όπου απεικονίζονται οι τρεις αγγελιοφόροι, όχι ως εικόνα Θεού, αλλά ως τύπος τής Αγίας Τριάδος, και η βάπτιση τού Κυρίου, όπου το Άγιο Πνεύμα κατέρχεται ως περιστερά. Και φυσικά, με αυτή την εικόνα δεν ενοούμε πως το Άγιο Πνεύμα έχει εμφάνιση πτηνού, αλλά απλώς πήρε εκείνη τη μορφή. Και στις δύο αυτές εικόνες, απεικονίζουμε μόνο αυτά που είδαμε ως άνθρωποι, και δεν έχουμε κανένα σκοπό να απεικονίσουμε την αόρατη και απερίγραπτη φύση τού Θεού.

Στο σημείο αυτό, ο αναγνώστης δικαίως θα αναρωτηθεί γιατί υπάρχει σε Ορθόδοξες Εκκλησίες η (λεγόμενη): "εικόνα τής Αγίας Τριάδος". Δυστυχώς, θα συμφωνήσουμε μαζί του, πως αυτή η εικόνα κακώς υπάρχει, και η προέλευσή της δεν είναι Ορθόδοξη, αλλά Παππική. Η 7η οικουμενική σύνοδος, την απαγορεύει, και οι υπεύθυνοι τών εκκλησιών που την επιτρέπουν, φέρουν μεγάλη ευθύνη, επειδή γίνονται αίτιοι ειδωλολατρείας. (Πράξεις 7ης Οικ. Συνόδου). Σε αυτό όμως, δεν φταίει το σώμα τής Εκκλησίας, αλλά οι συγκεριμένοι υπεύθυνοι τών εκκλησιών αυτών, που δεν σέβονται, ή από αμέλεια αγνοούν βασικά σημεία τής πίστεως. Φταίει βέβαια και ο προσκυνητής αυτής τής εικόνας, που δεν φρόντισε να μάθει τα τής πίστεώς του, και ενώ νομίζει πως ενεργεί Ορθόδοξα, ενεργεί Παπικά. Η εν λόγω εικόνα, εκτός από είδωλο, είναι και αιρετική στην παρουσίαση τών προσώπων τής Αγίας Τριάδος, με πολλούς τρόπους, που ξεφεύγουν από το θέμα αυτής τής μελέτης. ("Απαγορευμένες απεικονίσεις", Γεωργίου Ε. Γαβριήλ). 5. Η ΤΙΜΗ ΤΟΥ ΠΡΟΣΩΠΟΥ. Ένα άλλο ζήτημα στο οποίο κατηγορείται η Εκκλησία, είναι πως δήθεν τιμούμε το ξύλο! Αυτό είναι εντελώς ψευδές! Αυτό που τιμάται στην πραγματικότητα, είναι το εικονιζόμενο πρόσωπο, και όχι το ξύλο, όπως σε μία φωτογραφία κάποιου γνωστού μας, δεν τιμάται το χαρτί, αλλά το πρόσωπο. "Μα τότε, γιατί άλλες εικόνες είναι θαυματουργές και άλλες όχι;" Ίσως ρωτήσει κάποιος.

Σε αυτό, δεν παίζει ρόλο το ξύλο, αλλά το θέλημα τού Θεού. Εκείνος γνωρίζει για ποιό σκοπό επιλέγει κάποια συγκεκριμμένη εικόνα. Ίσως για την ευσέβεια τού εικονογράφου που την ζωγράφισε, ίσως για χάρη κάποιας συγκεκριμμένης περιοχής στην οποία βρίσκεται, ίσως και για πολλούς άλλους λόγους, που Εκείνος γνωρίζει. Άλλωστε, και στις αναφορές τής Αγίας Γραφής, δεν ήταν όλες οι κολυμβίθρες τού Ισραήλ θαυματουργές όπως η κολυμβίθρα Βηθεσδά! (Ιωάννης 5/ε΄ 2-4). Πού ξέρουμε όμως πώς ήταν τα πρόσωπα τών αγίων μετά από τόσους αιώνες; Κάθε γενιά Χριστιανών, φρόντισε να διατηρήσει την εικόνα τών συγχρόνων τους αγίων. Ακόμα όμως και στις περιπτώσεις που η εικόνα τους δεν διατηρήθηκε, τους δίνουμε μία εμφάνιση που να μοιάζει με τού Κυρίου Ιησού Χριστού, τού οποίου είναι εικόνες. Σημασία έχει ο άγιος, και όχι η ακριβής του εμφάνιση. Αυτό εξηγεί, και το γιατί υπάρχουν διαφορές από εικόνα σε εικόνα για κάποιους αγίους. Άλλωστε, τώρα πλέον, οι άγιοι δεν είναι όπως όταν ζούσαν στη γη! Για τον λόγο αυτό, χρησιμοποιείται η Βυζαντινή εικονογραφία, πλούσια σε συμβολισμούς, όπου τα χαρακτηριστικά τού εικονιζόμενου αγίου, δεν προσπαθούν να αποδώσουν την πιστότητα τής εμφάνισης τού προσώπου, αλλά να συμβολίσουν κάποια χαρακτηριστικά του. 6. ΣΚΙΑ, ΕΙΚΟΝΑ, ΚΑΙ "ΠΡΑΓΜΑΤΑ".

Τέλος, θα εξετάσουμε μία διαφορά μεταξύ τής Παλαιάς και τής Νέας Διαθήκης, που έχει σχέση με το θέμα μας: Η Αγία Γραφή, στην προς Εβραίους επιστολή 10/ι΄ 1, αναφέρει τα εξής: "Σκιάν γαρ έχων ο νόμος τών μελλόντων αγαθών, ουκ αυτήν την εικόνα τώνπραγμάτων..." Σύμφωνα με αυτά τα λόγια, βλέπουμε πως η Παλαιά Διαθήκη ήταν η σκιά, και η Νέα Διαθήκη είναι ΑΥΤΗ, (ΔΗΛΑΔΗ Η ΠΑΡΟΥΣΑ) εικόνα τών μελλόντων. Η Παλαιά Διαθήκη, μιλούσε αινιγματικά για τον Θεό, σκιωδώς, και συνεπώς δεν μπορούσε να χρησιμοποιεί εικόνες. Η Νέα Διαθήκη όμως, μας έδειξε την εικόνα τών ιδίων τών επουρανίων, δηλαδή μία καθαρότερη άποψή τους. Τώρα που είδαμε πια την εικόνα τού Θεού τον Ιησού Χριστό, και τους κατ' εικόνα του ποιηθέντες αγίους, τους απεικονίζουμε, ώσπου να έρθει η στιγμή, να τους αντικρύσουμε πρόσωπο προς πρόσωπο, όταν θα βρεθούμε στα ίδια τα μέλλοντα.

Δευτέρα 11 Νοεμβρίου 2013

Ο ΤΙΜΙΟΣ ΣΤAΥΡΟΣ.


1. Η προτύπωσις του Σταυρού εις την Παλαιάν Διαθήκην Η Ορθόδοξος Εκκλησία τιμά, καθώς γνωρίζομεν, ιδιαιτέρως τον τίμιον σταυρόν, τον οποίον ανακαλύπτει και εις αυτήν ακόμη την Παλαιάν Διαθήκην. Οι Πατέρες της Εκκλησίας δεν σταματούν εις την προεικόνισιν του Χριστού με τον Αδάμ και της Παρθένου Μαρίας με την Εύα. Φέρουν το ξύλον του παραδείσου, το οποίον έγινε το σύμβολον της καταστροφής, εις συσχέτισιν με το ξύλον του ζωοποιού σταυρού, το οποίον είναι το σύμβολον της νίκης κατά του όφεως. Η ζωοποιός δύναμις του Σταυρού παρουσιάζεται, ακόμη, με την ράβδον του Μωυσέως, η οποία μεταβάλλει το πικρόν ύδωρ εις γλυκύ (Έξοδ. 15,25). Η Αγία Γραφή σημειώνει, ακόμη, Ότι «το πικρόν ύδωρ έγινε γλυκύ με ένα ξύλον δια να φανή τοιουτοτρόπως η δύναμις του» (Σοφ. Σειρ. 38,5). Ο Απόστολος Παύλος αναφέρεται εις το γεγονός αυτό και υπογραμμίζει ότι όταν οι Ισραηλίται έπινον από το νερό αυτό (πόμα), έπινον από «πνευματικόν ποτόν», το οποίον ανέβλυζε «από την πνευματικήν πέτραν, η οποία τους ηκολούθει», «η δε πέτρα ην ο Χριστός», προσθέτει (Α' Κορινθίους 10,4). Όταν, λοιπόν, τιμώμεν τον τίμιον σταυρόν, δεν πίνομεν από το «πικρό νερό», δεν αναφερόμεθα εις το όργανον του θανάτου, αλλά γευόμεθα το «πνευματικόν ποτόν», το οποίον αναβλύζει από την «πνευματικήν πέτραν», από τον νικητήν και θριαμβευτήν του θανάτου Κύριον. Το γεγονός αυτό αποτελεί δι’ όλους τους πιστούς πηγήν δυνάμεως και ισχύος εναντίον του διαβόλου, εις το οποίον ανήκεν η δύναμις του θανάτου (Εβραίους 2,14), όπως, επίσης, και εναντίον αυτού του θανάτου, του τελευταίου εχθρού του ανθρώπου (Α' Κορινθίους 15,26). την ζωοποιόν δύναμιν του τιμίου Σταυρού την βλέπομεν, ακόμη, και εις τον χάλκινον όφιν, τον οποίον ύψωσεν ο Μωυσής. Συμφώνως προς την εντολήν του Θεού, κάθε ένας ο οποίος προσέβλεπεν εις αυτόν τον όφιν, εθεραπεύετο από τα δαγκώματα των δηλητηριασμένων φιδιών (Αριθμοί 21,8). Ο χάλκινος εκείνος όφις, χαρακτηρίζεται ως «σύμβολον σωτηρίας» (Σοφ. Σολ. 16,6) και αντλεί, αναμφιβόλως, την δύναμιν του από την ιδίαν πηγήν, η οποία ζωοποιεί τον Τίμιον Σταυρόν: «Καθώς ο Μωυσής ύψωσε τον όφιν εις την έρημον, τοιουτοτρόπως πρέπει να υψωθή και ο Υιός του ανθρώπου, δια να μη απολεσθή κάθε ένας ο οποίος πιστεύει εις αυτόν, αλλά να έχη ζωήν αιώνιον», λέγει χαρακτηριστικούς ο ίδιος ο Κύριος (Ιωάννης 3,14-15). Δεν υπάρχει αμφιβολία ότι πρόκειται δια το ίδιον σύμβολον της νίκης και του θριάμβου, το οποίον βλέπει και ο προφήτης Ιεζεκιήλ. Και είδον, λέγει, «άνδρα ενδεδυμένον λαμπρώς», να δίδη την εντολήν να σφραγισθούν με το «σημείον» τα μέτωπα εκείνων οι οποίοι στενάζουν δια τας ανομίας της πόλεως (Ιεζ. 9,4. Παράβαλλε Αποκ. 7,3-4). Με όλα αυτά έγινε φανερόν, ότι αι προεικονίσεις της Παλαιάς Διαθήκης δεν αναφέρονται μόνον εις το γεγονός της σταυρικής θυσίας του Χριστού, αλλά και εις αυτό το σημείον του σταυρού, εις το «σημείον του Υιού του ανθρώπου», το οποίον θα φανή και πάλιν ως λάβαρον της νίκης κατά την θριαμβευτικήν έλευσιν του Κυρίου (Ματθαίος 24,30). 2. Η δύναμις του Σταυρού «Χαίροις, ο ζωηφόρος σταυρός, της ευσέβειας το αήττητον τρόπαιον, η θύρα του Παραδείσου ο των πιοτών στηριγμός, το της Εκκλησίας περιτείχισμα· δι’ ου εξηφάνισται η αρά και κατήργηται, και κατεπόθη του θανάτου η δύναμις, και υψώθημεν από γης προς ουράνια' όπλον ακαταμάχητον, δαιμόνων αντίπαλε, δόξα μαρτύρων οσίων ως αληθώς εγκαλλώπισμα, λιμήν σωτηρίας, ο δωρούμενος τω κόσμω το μέγα έλεος». Ο ύμνος αυτός της Κυριακής της Σταυροπροσκυνήσεως εκφράζει πολύ χαρακτηριστικούς την θέσιν του τιμίου σταυρού εις την ζωήν της Εκκλησίας και εκάστου πιστού. Ο σταυρός δεν είναι πλέον σύμβολον θανάτου και αισχύνης (Δευτερονόμιο 21,23), αλλά πηγή ζωής αιωνίου. Δι’ αυτού εξηφανίσθη και καταργήθη η κατάρα και κατετροπώθη ο άρχων του θανάτου, δηλαδή ο διάβολος. Αποτελεί, συνεπώς, το ακαταμάχητον όπλον της Εκκλησίας. Είναι ο φοβερός αντίπαλος των δαιμόνων, η δόξα των μαρτύρων και των Αγίων της Εκκλησίας, ο λιμήν σωτηρίας και το κόσμημα των πιστών. «Εισακήκοα Κύριε, την ακοήν της δυναστείας του σταυρού Σου, ως (ότι) παράδεισος ηνοίγη δι’ αυτού», ψάλλει η Εκκλησία μας. Ο σταυρός του Κυρίου εκφράζει την απεριόριστον αγάπην του Θεού και, ταυτοχρόνως, την απεριόριστον αξίαν του ανθρώπου. Δεν υπάρχει μεγαλύτερα έκφρασις της αγάπης του Θεού από τον σταυρόν, όπως δεν υπάρχει μεγαλύτερα εξύψωσις του ανθρώπου από το γεγονός του σταυρού (Ιωάννης 15,13. Ρωμαίους 5,8). Είναι τόση η άξια του ανθρώπου εις τα μάτια του Θεού, ώστε δια την σωτηρίαν του ανυψώθη επάνω εις τον σταυρόν ο ίδιος ο Θεός. Κατανοούμεν, συνεπώς, διατί ο σταυρός αποτελεί την ασφαλή εγγύησιν δια την απεριόριστον ευσπλαγχνίαν του Θεού και δια την παρρησίαν του ανθρώπου ενώπιον του θρόνου του Θεού. Ο θάνατος του Χριστού επάνω εις τον σταυρόν εσήμανε τον θάνατον του παλαιού κόσμου και η ανάστασίς Του την έναρξιν του νέου αιώνος της μεταμορφώσεως, τον χρόνον, δηλαδή, της σωτηρίας ολοκλήρου του κόσμου. Ο Απόστολος Παύλος αναφέρει ότι δια του σταυρού επήλθεν η συμφιλίωσις του ανθρώπου μετά του Θεού και ότι εδημιουργήθη εν Χριστώ ένας «καινούργιος άνθρωπος». Χαρακτηριστικώς, λέγει ότι «δια του σταυρού» ο Κύριος εθανάτωσε την έχθραν (Εφεσίους 2,15-16). Ότι δια του αίματος του Χριστού έχομεν «παρρησίαν εις την είσοδον των Αγίων» (Εβραίους 10,19). Κατ' αυτόν τον τρόπον θα ημπορούσαμε να ίδωμεν τον σταυρόν ως κέντρον ολοκλήρου της νέας δημιουργίας του Θεού. «Ήλθεν η ώρα δια να δοξασθή ο Υιός του ανθρώπου», λέγει ο ίδιος ο Κύριος, αναφερόμενος εις την ύψωσίν Του επί του Σταυρού (Ιωάννης 12,23). Όταν μελετήσωμεν προσεκτικώς το ιερόν κείμενον, θα ίδωμεν πραγματικώς ότι ο Κύριος χαρακτηρίζει την άνοδον Του εις το ξύλον του σταυρού ως ύψωσιν, ως δόξαν, ως θρίαμβον κατά της αμαρτίας και του θανάτου: « Αλήθεια, αλήθεια σας λέγω, εάν ο σπόρος του σίτου δεν πέση εις την γην και δεν αποθάνη, μένει αυτός μόνος, εάν, όμως, αποθάνη φέρει πολύν καρπόν… Τώρα η ψυχή μου είναι ταραγμένη και τι να είπω; Πατέρα σώσε με από την ώραν αυτήν. Αλλά δι’ αυτό ήλθον εις την ώραν αυτήν. Πατέρα, δόξασε το όνομα Σου. Τότε ήλθε φωνή από τον ουρανόν: Το εδόξασα και πάλιν θα το δοξάσω. Ο κόσμος ο οποίος παρευρίσκετο και ήκουσε, έλεγεν ότι έγινε βροντή. Ο Ιησούς απεκρίθη: Η φωνή αυτή δεν έγινε δι’ εμέ αλλά δια σας. Τώρα γίνεται δίκη του κόσμου τούτου, τώρα ο άρχων του κόσμου τούτου θα εκβληθή έξω. Και όταν εγώ υψωθώ από την γην, θα ελκύσω όλους προς τον εαυτόν μου. Αυτό το έλεγε, δια να υπόδειξη με ποιον τρόπον θα απέθνησκε» (Ιωάννης 12,24-33. Ιδέ και Ιωάννης 13,31-38. Λουκάς 24,26). Οι λόγοι αυτοί του Κυρίου δεν αποδεικνύουν μόνον την πραγματικότητα του πάθους και την αγωνίαν του σταυρού, παρουσιάζουν, ακόμη, το γεγονός της σταυρώσεως ως «ύψωσιν» και δόξαν του «Υιού του ανθρώπου», ως αφετηρίαν και κέντρον της δόξης του ανθρωπίνου γένους. Επάνω εις τον σταυρόν δεν ευρίσκεται εις αδύνατος, αβοήθητος άνθρωπος, αλλά ο θεάνθρωπος Ιησούς. Εκείνος ο οποίος κατέρχεται εις τον Άδην ως νικητής και θριαμβευτής, δια να κατάργηση το βασίλειον του θανάτου και του Άδου, να ελευθέρωση τον άνθρωπον από τα δεσμά του θανάτου, να τον εισαγάγη εις την βασιλείαν της ζωής. Ο σταυρός λοιπόν και ο θάνατος του Χριστού δεν συνιστούν αδυναμίαν, αλλά δύναμιν. Ο θάνατος του Κυρίου χαρακτηρίζεται εις την Αγίαν Γραφήν ως «ύπνος λέοντος», ο οποίος διατηρεί την φοβεράν του δύναμιν και κατά την διάρκειαν του ύπνου και μετά από αυτόν. Δι’ αυτόν τον λόγον δεν τολμά κανείς να τον εξυπνήση: «Αναπεσών εκοιμήθης ως λέων και ως σκύμνος· τις εγερεί αυτόν;» (Γεν. 49,9). «Νυν κρίσις εστί του κόσμου τούτου», τώρα γίνεται δίκη του κόσμου τούτου (Ιωάννης 12,31), λέγει ο Χριστός και τοποθετεί το γεγονός του σταυρού εις το κέντρον ενός παγκοσμίου δικαστηρίου. Τον καθιστά μέτρον και γνώμονα θριάμβου η καταδίκης των ανθρώπων, αναλόγως, της θέσεως έκαστου έναντι του τιμίου σταυρού. Καθώς έχει λεχθή, εις το πρόσωπον των δύο ληστών εκπροσωπείται και κρίνεται η ανθρωπότης ολόκληρος, με βάσιν όχι τας πράξεις, αλλά τας διαθέσεις, των ανθρώπων έναντι του εσταυρωμένου Θεανθρώπου. Ο ευγνώμων ληστής ομολογεί τον Χριστόν. Δεν εκλαμβάνει Αυτόν ως ομοιοπαθή προς ημάς τους ανθρώπους, ως ληστήν. Τον ομολογεί ως Βασιλέα, ως Κύριον και Θεόν. Δι’ αυτό και επικαλείται το έλεος Του. Δια του τρόπου αυτού ο ευγνώμων ληστής γίνεται πραγματικός θεολόγος και άγιος, ο πρώτος άγιος της Εκκλησίας μας, και δεικνύει εις όλους ημάς την οδόν της αληθούς πνευματικότητας, την οδόν της σωτηρίας, η οποία είναι η οδός του σταυρού. Ο αγνώμων ληστής εκλαμβάνει τον Κύριον ως κοινόν άνθρωπον και τον σταυρόν Του ως σύμβολον περιφρονήσεως και εμπαιγμού. Δι’ αυτό και «εβλασφήμει Αυτόν» (Λουκάς 23,39). Δεν ήλπιζε τίποτε από τον Κύριον. Ήτο κατά το παρελθόν ληστής, αλλά επειδή δεν ηθέλησε να εξάρτηση την σωτηρίαν του από Εκείνον, ο οποίος υψώθη επάνω εις τον σταυρόν δια να έλκυση προς τον εαυτόν Του όλους τους ευγνώμονας ληστάς. Την θαυμαστήν αυτήν αλήθειαν εκφράζει κατά τρόπον ανεπανάληπτον ο ύμνος της Εκκλησίας: «Εν μέσω δυο ληστών, ζυγός δικαιοσύνης ευρέθη ο σταυρός Σου. Του μεν καταγόμενου εις Άδην, τω βάρει της βλασφημίας του δε κουφιζομένου πταισμάτων, προς γνώσιν Θεολογίας, Χριστέ ο Θεός, δόξα σοι». 3. Το σημείον του Σταυρού Όταν κάνωμεν λόγον δια τον σταυρόν του Κυρίου, δεν εννοούμεν μόνον το γεγονός της σταυρώσεως, αλλά και αυτό το τίμιον ξύλον του σταυρού. Διότι, καθώς αναφέρει χαρακτηριστικώς ο άγιος Ιωάννης ο Δαμασκηνός, δια της επαφής μετά του Τιμίου Σώματος του Κυρίου αγιάζεται και το ξύλον του σταυρού. Δι’ αυτόν τον λόγον, η τιμή και η προσκύνησις ανήκει και εις αυτό. «Όχι μόνον ο λόγος περί σταυρού και το μυστήριον», λέγει ο άγιος Γρηγόριος ο Παλαμάς, «αλλά και το σχήμα είναι θείον και προσκυνητόν, διότι είναι σφραγίς σεβάσμιος αγιαστική και τελειωτική όλων των θαυμάσιων και ανέκφραστων αγαθών, τα οποία προέρχονται από τον Θεόν». Τούτο είναι ανάγκη να υπογραμμίσωμεν, διότι, καθώς αναφέρει ο Απόστολος, υπάρχουν και οι «εχθροί του σταυρού» (Φιλιππισίους 3,18). Αυτοί οι «εχθροί του σταυρού» υπάρχουν και εις τα ιδικάς μας ημέρας. Δι5 αυτό πρέπει να καταστή φανερόν, διατί ο σταυρός του Κυρίου δεν αποτελεί αισχύνην, (Παράβαλλε Δευτερ. 21,23), αλλά, αντιθέτως, «καύχημα» (Γαλ. 6,14). Και τούτο, καθώς ελέχθη, δεν αναφέρεται μόνον εις το γεγονός, αλλά και εις το τίμιον ξύλον. Ο σταυρός είναι εικών του εσταυρωμένου Χριστού και αντλεί την δύναμιν και την χάριν Του, από τα πάθη του Χριστού. Αυτός είναι ο λόγος δια τον οποίον η σφράγισις δια του σταυρού αποτελεί το εξωτερικόν σημείον όλων ανεξαιρέτως των ιερών μυστηρίων της Εκκλησίας, δια των οποίων πραγματοποιείται η σωτηρία του ανθρώπου. Βεβαίως δεν πρόκειται εδώ δια μαγικόν όργανον, αλλά δια την ζωοποιόν δύναμιν των θείων ενεργειών. Αυτήν την δύναμιν δεν την μεταδίδει το σημείον του σταυρού «καθ’ εαυτό», αλλά η σχέσις του σημείου αυτού με το πρόσωπον του Χριστού. Τούτο συνέβαινε, άλλωστε, και με τον χάλκινον όφιν. Εκείνος όστις εστρέφετο προς τον χάλκινον όφιν «εσώζετο όχι εξ αιτίας του συμβόλου, αλλά από Σε (τον Θεόν), ο οποίος είσαι ο σωτήρ όλων. Και με αυτό έπεισες τους εχθρούς μας, ότι είσαι εκείνος ο οποίος σώζεις από κάθε κακόν», αναφέρει χαρακτηριστικούς η Παλαιά Διαθήκη (Σοφ. Σολ. 16,7-8). Οι Ισραηλίται δεν κατενόησαν την αλήθειαν αυτήν και ηθέλησαν να αποδώσουν εις τον χάλκινον όφιν λατρείαν, η οποία ανήκει μόνον εις τον Θεόν. Δι’ αυτόν τον λόγον, ο Εζεκίας, ως βασιλεύς ευσεβής και αφοσιωμένος εις τον μόνον αληθινόν Θεόν, δεν εδίστασεν αργότερον να σύντριψη μαζί με τα άλλα είδωλα και αυτόν τον χάλκινον όφιν, ο οποίος εις την συνείδησιν του Αποστάτου λαού, είχε χάσει την σχέσιν του με τον αληθινόν Θεόν και είχε πάρει την θέσιν Εκείνου (Ο' Βασιλ. 18,4). Το σημείον του σταυρού εκφράζει την παρουσίαν του Κυρίου εις την ζωήν των πιστών και της Εκκλησίας και αποτελεί το σύμβολον της νίκης και του θριάμβου κατά της αμαρτίας και του θανάτου (Εφεσίους 2,16). Επομένως, δικαίως χαρακτηρίζεται το σημείον του τιμίου σταυρού, ως σύμβολον νίκης και θριάμβου κατά του διαβόλου και κατά των έργων του διαβόλου: «Κύριε, όπλον κατά του διαβόλου, τον σταυρόν Σου ημίν δέδωκας' φρίττει γαρ και τρέμει, μη φέρων καθοράν αυτού την δύναμιν, ότι νεκρούς ανιστά και θάνατον κατήργησε· δια τούτο προσκυνούμεν την ταφήν Σου και την έγερσιν» (Στίχ. Αίνων Κυριακής πλ. Α΄ ήχου). Ο τίμιος σταυρός είναι το «σημείον» της σωτηρίας των παιδιών του Θεού, «το σημείον του Υιού του ανθρώπου» (Ματθαίος 24,30). Δι’ αυτόν τον λόγον αναφέρεται εις την Αποκάλυψιν του Ιωάννου, ότι κατά τους εσχάτους καιρούς θα είναι εξησφαλισμένη η σωτηρία δι’ εκείνους οι οποίοι θα φέρουν το σημείον του Θεού: «Κατόπιν, εβγήκαν από τον καπνόν ακρίδες εις την γην και τους εδόθη εξουσία όπως η εξουσία την οποίαν έχουν οι σκορπιοί της γης· τους είπον να μη βλάψουν το χορτάρι της γης, ούτε κανένα χλωρόν, ούτε κανένα δένδρον, παρά μόνον τους ανθρώπους οι οποίοι δεν έχουν την σφραγίδα του Θεού εις τα μέτωπα τους» (Αποκ. 9,3-4. Παράβαλλε Και 7,2-4. Ιεζεκ. 9,4-6). Κατόπιν όλων αυτών, δικαίως προσεύχεται κάθε Ορθόδοξος πιστός: «Δυνάμει του Σταυρού Σου, Χριστέ, στερέωσαν μου την διάνοιαν εις το υμνείν και δοξάζειν σου, την σωτήριον ανάστασιν». Το σημείον του Σταυρού δεν είναι μεταγενέστερα συνήθεια των Χριστιανών. Ανάγεται εις την Αποστολικήν παράδοσιν. Μαρτυρείται από τον άγιον Ιουστίνον (150 μ. Χ. ) και από τον Τερτυλλιανόν (200 μ. Χ. ). Ο δεύτερος μάλιστα λέγει χαρακτηριστικώς: «Ημείς οι Χριστιανοί εις όλα τα ταξίδια και τας μετακινήσεις, εις πάσαν αναχώρησιν και επιστροφή μας, όταν φόρου μεν τα ενδύματα και τα υποδήματα, εις το λουτρόν και εις το τραπέζι, όταν ανάπτωμεν το λυχνάρι μας, όταν καθήμεθα η εξαπλώνωμεθα, εις όλας εν γένει τας πράξεις της καθημερινής ζωής κάμνομεν το σημείον του σταυρού». Το έθιμο τούτο, συνεχίζει, «έχει την αρχήν του εις την παράδοσιν της Εκκλησίας, ετονώθη δε δια της συνήθειας και πρέπει να τηρήται μετά πίστεως». 4. Πώς κάμνομεν το σημείον τον Σταυρού Με το σημείον του σταυρού απεικονίζεται ολόκληρος η θεολογία της Εκκλησίας και ολόκληρος η ουσία της Ορθοδόξου πίστεως. Ο Ορθόδοξος Χριστιανός ενώνει τα τρία δάκτυλα και τα θέτει πρώτον εις το μέτωπον, κατόπιν εις την κοιλίαν και, τέλος τα φέρει εις τους δύο ώμους, οριζοντίως, από τα δεξιά προς τα αριστερά. Με τα τρία αυτά δάκτυλα απεικονίζομεν και ομολογούμεν την πίστιν εις τον ένα και Τριαδικόν Θεόν. Όταν θέτωμεν αυτά εις την κοιλίαν πράττομεν τούτο εις τύπον του Υιού, ο οποίος εγεννήθη εκ της Παρθένου Μαρίας. Όταν, τέλος, τα θέτωμεν εις τους ώμους το πράττομεν εις τύπον του Αγίου Πνεύματος, το οποίον χαρακτηρίζεται ως «βραχίων» (Ιωάννης 12,38) και ως «δύναμις» Κυρίου (Λουκάς 24,49. Πράξεις 1,8). Με την ένωσιν των δύο άλλων δακτύλων απεικονίζομεν εις το σημείον του σταυρού την ενσάρκωσιν του Χριστού και την αδιαίρετον ένωσιν των δύο φύσεων, δια της οποίας εθεραπεύθη και ανυψώθη μέχρις Θεώσεως η ανθρώπινη φύσις. 5. Η πανοπλία του Σταυρού Αλλά το σημείον του σταυρού αποτελεί, ακόμη, και μαρτυρίαν της νέας ζωής εκ μέρους του ανθρώπου, του αναγεννημένου «εν Χριστώ». Με το σημείον του σταυρού σφραγίζομεν τα κυριώτερα μέλη του σώματος, τα οποία περιτειχίζομεν και αφιερώνομεν με τον τρόπον αυτόν εις τον Θεόν, να τα καταστήσωμεν όργανα του Χριστού και της Αγίας Τριάδος. Σφραγίζομεν τον νουν μας, την καρδίαν μας και όλας τας δυνάμεις μας και εκφράζομεν την αφιέρωσιν αυτήν του εαυτού μας ακόμη περισσότερον εντόνως με την φράσιν: Εις το όνομα του Πατρός και του Υιού και του Αγίου Πνεύματος, Αμήν. Με το σημείον του σταυρού γινόμεθα, τέλος, μέτοχοι των παθών και της αναστάσεως του Χριστού, νεκρώνομεν τον παλαιόν άνθρωπον και κάθε τι το οποίον έχει σχέσιν με τα έργα του διαβόλου και ανιστάμεθα μαζί με τον Χριστόν εις νέαν ζωήν. «Ο σταυρός του Κυρίου σημαίνει κατάργησιν της αμαρτίας», λέγει χαρακτηριστικώς ο άγιος Γρηγόριος ο Παλαμάς. «Δια τούτο και κάποιος από τους θεοφόρους πατέρας, όταν ηρωτήθη από ένα άπιστον, εάν πιστεύη εις τον Εσταυρωμένον, ναι, απήντησε, εις αυτόν ο οποίος εσταύρωσε την αμαρτίαν». Από όλα αυτά κατανοούμεν διατί ο σταυρός αποτελεί δια τον Χριστιανόν αληθινήν πανοπλίαν, την πανοπλίαν του Χριστού, όπλον φοβερό, το οποίον τρέμουν οι δαίμονες. Δι’ αυτόν τον λόγον οι Ορθόδοξοι Χριστιανοί κάμνομεν εις κάθε περίπτωσιν το σημείον του σταυρού: Όταν προσευχώμεθα, όταν κοιμώμεθα, όταν εξυπνώμεν, όταν αρχίζομεν ένα έργον και όταν το τελειώνομεν. Όταν φεύγωμεν δι’ ένα ταξίδι, όταν διαβαίνωμεν έξω από τον ιερόν Ναόν, εις ολόκληρον την ζωήν μας. Ο τίμιος σταυρός δεν αποτελεί, καθώς είπομεν, μαγικόν μέσον εις την διάθεσιν του ανθρώπου. Είναι απαραίτητος και η εσωτερική συμμετοχή. Πρώτον, πρέπει να χαράσσωμεν το σημείον του σταυρού εις το σώμα μας ευκρινώς, όχι αμελώς, αλλά συμφώνως με την τάξιν της Εκκλησίας μας: Με τα τρία δάκτυλα ηνωμένα και με τέτοιον τρόπον, ως να ακουμβούσεν επάνω μας ο ίδιος ο σταυρός. Το ιερόν αυτό σημείον πρέπει ακόμη να συνοδεύεται και με απόλυτον πίστιν εις την Αγίαν Τριάδα και εις το γεγονός της ενσαρκώσεως του Χριστού, καθώς, επίσης, εις τον σταυρικόν θάνατον και εις την ζωοποιόν Του ανάστασιν. Πίστις, δηλαδή, εις όλα εκείνα τα σωτήρια δόγματα της Εκκλησίας μας, τα οποία διακηρύσσομεν με το σημείον του Σταυρού. Ακόμη, πρέπει να συνοδεύεται με την απόλυτον ελπίδα εις την ανέκφραστον αγάπην και εις το έλεος του Θεού, αλλά και με την αμετάκλητον απόφασίν μας να σταυρώσωμεν και να καταργήσωμεν τον αμαρτωλό εαυτόν μας και τα πάθη μας, να δεχθώμεν την χάριν του Θεού, δια να ζήσωμεν πλέον συνειδητώς την ζωήν της ανακαινίσεως και της εσωτερικής μεταμορφώσεως.

ΤΑ 7 ΜΥΣΤΗΡΙΑ ΤΗΣ ΕΚΚΛΗΣΙΑΣ ΜΑΣ.


Τα επτά Μυστήρια της Εκκλησίας μας είναι: 1 Το πρώτο είναι το Μυστήριο των Μυστηρίων που αποτελεί και το κέντρο της όλης Λατρείας είναι η Θεία Ευχαριστία ,η Θεία Λειτουργία . 2 Το δεύτερο Μυστήριο είναι το Βάπτισμα ,που αποτελεί την άφεση όλων των αμαρτιών ,δηλαδή η απαλλαγή από το μολυσμένο προπατορικό αμάρτημα ,και όταν ο Βαπτιζόμενος είναι μεγάλης ηλικίας,και των προσωπικών του αμαρτιών. 3 Το τρίτο Μυστήριο του Χρίσματος είναι η ειδική και ποικίλη χάρη,που αρχίζει σαν {Σφραγίδα δωρεάς Πνεύματος Αγίου }. Τελείται μέσα στο Μυστήριο του Βαπτίσματος . 4 Το τέταρτο Μυστήριο της Μετανοίας-Εξομολογήσεως ,ο καθένας που αποφασίζει να εξομολογηθεί,πρέπει προηγουμένως να έχει μετανοήσει .Το Μυστήριο της Μετανοίας το ίδρυσε ο ίδιος ο Χριστός, και παρέδωσε στους Αποστόλους μετά την Ανάσταση όταν τους είπε:{Λάβετε πνεύμα Άγιο .Σε όποιους συγχωρήσετε τις αμαρτίες ,θα τους είναι συγχωρημένες σε όποιους τις κρατήσετε ασυγχώρητες, θα κρατηθούν έτσι .} [ Ιω Κ' 22-23 ] 5 Το πέμπτο Μυστήριο της Ιεροσύνης .Ο Κύριος αμέσως μετά την έναρξη του έργου Του,εκλέγει και τους {εργάτες του αμπελώνα }[ Ματθ. κ', 1 ] τους δώδεκα Αποστόλους Του ,στους οποίους ως Μέγας Αρχιερεύς μετέδωσε την Ιεροσύνη .Οι Απόστολοι διά Πνεύματός Αγίου την μετέδωσαν στους διαδόχους τους Αρχιερείς ,οι διάδοχοι στους επόμενους κ.ο.κ. Έτσι συνεχίζετε μέχρι των ημερών μας η Αποστολική διαδοχή η Εκκλησία του Χριστού στη γη ,της οποίας κεφαλή είναι ο Χριστός ,σώμα δε ορατό οι πιστοί :Κληρικοί και Λαϊκοι. 6 Μυστήριο του Γάμου .Με την ευλογία της Εκκλησίας ο φυσικός δεσμός γίνεται ισόβια πνευματική ένωση,ικανή με την χάρη του Θεού να εκπληρώσει τους θείους σκοπούς του γάμου είναι: α) Η αλληλοβοήθεια,η αλληλοσυμπλήρωση και ο εξαγιασμός του ζεύγους των συζύγων με τελικό σκοπό την σωτηρία τους . 7 Το Μυστήριο του Ευχελαίου.Με δεδομένο ότι του Ευχελαίου προηγείται το ιερό Μυστήριο της Μετανοίας και Εξομολογήσεως .Η Εξομολόγηση και το Ευχέλαιο είναι δύο πλευρές ενός θεραπευτικού {μυστηρίου}, στο οποίο η Θεία Χάρη συγχωρεί τις αμαρτίες μας και θεραπεύει τα ψυχικά και σωματικά μας νοσήματα δηλαδή ψυχοσωματικής ιάσεως και ολοκληρώσεως του χριστιανού.

Η ΠΑΡΘΕΝΟΣ ΜΑΡΙΑ.


1. Η Παρθένος Μαρία εις την Παλαιάν Διαθήκην Καθώς ήδη αναφέραμεν, ολόκληρος η περίοδος της Παλαιάς Διαθήκης είναι περίοδος προσμονής του «σπέρματος της γυναικός» (Γένεση 3,15). Ο Προφήτης Ησαΐας λαμβάνει εντολήν από τον Θεόν να ομιλήση εις τον Άχαζ, τον Βασιλέα των Ιουδαίων, και να του είπη να προφυλαχθή, χωρίς όμως να φοβηθή δια την επίθεσιν εναντίον της Ιερουσαλήμ εκ μέρους των Βασιλέων Φακεέ και Ρασείμ. «Όταν γαρ οργή του θυμού μου γένηται, πάλιν ιάσομαι», όταν η δικαία οργή του θυμού μου πραγματοποιηθή, εγώ πάλιν θα σάς προστατεύσω, λέγει ο Θεός (Ησαΐας 7,4). Κατ' εντολήν του Θεού, ο Προφήτης λέγει εις τον Άχαζ ότι ημπορεί να ζητήση «σημείον παρά Κυρίου Θεού σου εις βάθος η εις ύψος», θαυματουργικήν, δηλαδή, απόδειξιν, είτε εις τα βάθη της γης είτε και εις τα ύψη των ουρανών, δια να βεβαιωθή δια την αλήθειαν του προφητικού λόγου (Ησαΐας 7,10-11). «Ο Άχαζ απήντησε: Δεν θα ζητήσω (τέτοιο Θαύμα), ούτε θα εκπειράξω τον Κύριον. Τότε ο Προφήτης είπε: Ακούσατε, λοιπόν, σεις οι ανήκοντες εις τον οίκον Λαυΐδ, είναι μικρόν πράγμα να παρέχετε αφορμάς εις ανθρώπους; Πώς, λοιπόν, τολμάτε να στενοχωρήτε τον Κύριον; Δια τούτο θα δώση ο ίδιος ο Κύριος σημείον: Ιδού η Παρθένος εν γαστρί έξει, και τέξεται υιόν, και καλέσεις το όνομα αυτού Εμμανουήλ, δηλαδή μεθ' ημών ο Θεός» (Ησαΐας 7,12-14). Το νόημα τον «σημείου» αυτού έχει, βεβαίως, διπλήν έννοιαν. Ο Θεός αναγγέλλει δια του τρόπου αυτού την σωτηρίαν της Ιερουσαλήμ και την τιμωρίαν των εχθρών της, όμως, ταυτοχρόνως, μαρτυρεί δια το πρόσωπον της Θεοτόκου, της μητρός του Κυρίου και Σωτήρος του νέου λαού του Θεού, της νέας Ιερουσαλήμ. «Τούτο δε όλον γέγονεν», «όλα αυτά έγιναν, δια να εκπληρωθή εκείνο, το οποίον ελέχθη από τον Κύριον δια του Προφήτου. Ιδού η Παρθένος θα συλλαβή και θα γέννηση υιόν και θα τον ονομάσουν Εμμανουήλ, το οποίον μεταφραζόμενον σημαίνει: Μαζί μας είναι ο Θεός», λέγει ο Άγγελος Κυρίου εις τον δίκαιον Ιωσήφ, ο οποίος ησθάνθη αμφιβολίας λόγω της εγκυμοσύνης της Παρθένου Μαρίας (Ματθαίος 1,21-23). Η γυναίκα, λοιπόν, δια την οποίαν ομιλεί ο Θεός εις τους πρωτοπλάστους (Γεν. 3,15) και εις τον βασιλέα Άχαζ, είναι η Παρθένος Μαρία (Παράβαλλε Και Ησαΐας 9,1-2. Ματθαίος 4,14-16. Μιχ. 5,2). Δια την Θεοτόκον Μαρίαν ομιλεί και εις πολλά άλλα σημεία ο προφητικός λόγος της Παλαιάς Διαθήκης. Εδώ αναφέρομεν ένα ακόμη απόσπασμα από τον προφήτην Ιεζεκιήλ, το οποίον προφητεύει το αειπάρθενον της Θεοτόκου. «Και με έφερε πάλιν εις την οδόν της Εξωτερικής Πύλης, η οποία οδηγεί εις τα Άγια, η οποία βλέπει προς ανατολάς, αλλά ήτο κεκλεισμένη. Και ο Κύριος μου είπε: Η πύλη αυτή θα μείνη κλειστή, δεν θα ανοιχθή και κανείς δεν θα διέλθη δια μέσου αυτής, διότι ο Κύριος ο Θεός του Ισραήλ θα εισέλθη δι’ αυτής και θα μείνη κλειστή. Διότι ο άρχων, αυτός θα καθίση εις αυτήν δια να φάγη άρτον ενώπιον του Κυρίου. Θα εισέλθη από την στοάν της πύλης και δια της ιδίας πάλιν οδού θα εξέλθη» (Ιεζ. 44,1-3). Πρόκειται και πάλιν δια την αειπάρθενον Θεοτόκον. Αυτή είναι η Πύλη, η οποία και προ της γεννήσεως του Κυρίου και κατά την γέννησιν αλλά και μετά από αυτήν, έμεινε κλειστή και κανείς δεν διήλθε δι’ αυτής. Δι’ αυτό και ο ύμνος της Εκκλησίας μας αναφέρει: «Χαίρε, Πύλη μόνη, ην ο Λόγος διώδευσε μόνος, η μοχλούς και Πύλας Άδου, Δέσποινα, τω τόκω σου συντρίψασα' Χαίρε, η θεία είσοδος των σωζόμενων, Πανύμνητε». Η Παρθένος Μαρία έμεινε, συμφώνως προς τον Προφητικόν λόγον, Παρθένος και προ της γεννήσεως και κατά την γέννησιν και μετά από αυτήν (Ιδέ και Λουκάς 1,26-38. Ματθαίος 1,18-25). Δι’ αυτό και εικονίζεται με τρία αστέρια εις την κεφαλήν και τους ώμους, δια να συμβολίζουν αυτήν την τριπλήν Παρθενίαν της. 2. Διατί τιμώμεν την Παρθένον Μαρίαν Η Αγία Γραφή μας πληροφορεί, ότι ο Άγγελος ο οποίος ενεφανίσθη εις την Παρθένον Μαρίαν κατά την ημέραν του ευαγγελισμού την ωνόμασε «Κεχαριτωμένην» και της είπεν ότι ο Κύριος είναι μαζί της. Ότι είναι «ευλογημένη μεταξύ των γυναικών», και ότι εύρε χάριν «παρά τω Θεώ» (Λουκάς 1,28-30). Την πληροφορεί, ακόμη, ότι θα έλθη επ’ αυτήν Πνεύμα άγιον και θα την επισκιάση η δύναμις του Υψίστου· θα γέννηση υιόν, ο οποίος θα είναι μέγας και θα ονομασθή «Υιός Θεού» και θα βασιλεύση επί τον οίκον Ιακώβ «εις τους αιώνας, και της βασιλείας αυτού ουκ έσται τέλος» (Λουκάς 1,34-35). Ο ίδιος ευαγγελιστής αναφέρει ότι μόλις ήκουσε η Ελισάβετ τον χαιρετισμόν της Μαρίας, «εσκίρτησε το βρέφος εις την κοιλίαν της και επληρώθη η Ελισάβετ από Πνεύμα άγιον, και με μεγάλην φωνήν εφώναξε και είπε: Ευλογημένη είσαι συ μεταξύ των γυναικών και ευλογημένος ο καρπός της κοιλίας σου. Και πως συνέβη τούτο, να έλθη η μητέρα του Κυρίου μου προς με; Διότι μόλις ήλθεν εις τα αυτιά μου η φωνή του χαιρετισμού σου, επήδησεν από χαράν το βρέφος εις την κοιλίαν μου. Και μακάρια είναι εκείνη, η οποία επίστευσεν, ότι θα εκπληρωθούν όσα της ειπώθηκαν από τον Κύριον. Και είπε Μαριάμ: Δοξάζει η ψυχή μου τον Κύριον και ευφραίνεται το Πνεύμα μου δια τον Θεόν, τον Σωτήρα μου, διότι είδε με ευμένειαν την ταπεινήν δούλην του». «Ιδού γαρ από του νυν μακαριούσί με πάσαι αι γενεαί» (Λουκάς 1,41-48). Οι λόγοι αυτοί της Αγίας Γραφής αποδίδουν μεγίστην τιμήν εις την Παρθένον Μαρίαν. Ο ίδιος ο Θεός την χαρακτηρίζει δια του Αγγέλου «κεχαριτωμένην», η δε Ελισάβετ, καθοδηγούμενη από το Πνεύμα το άγιον, την ονομάζει «ευλογημένην μεταξύ των γυναικών» και «μητέρα του Κυρίου μου». Ο Ιωάννης ο Πρόδρομος, ενώ ευρίσκετο εις την κοιλίαν της μητρός του, σκιρτά από αγαλλίασιν εις την επίσκεψιν της Θεοτόκου. Η ίδια η Παρθένος Μαρία δοξάζει τον Κύριον και προφητεύει ότι θα την δοξολογούν και θα την μακαρίζουν όλαι αι γενεαί των ανθρώπων. Εφ’ όσον Σωτήρ είναι ο Χριστός, διατί αποδίδετε τόσην τιμήν εις την Παρθένον Μαρίαν; Μας ερωτούν άνθρωποι αιρετικοί. Τούτο δεν είναι δύσκολον να το κατανόηση κανείς. Η ανανέωσις των δεσμών μετά του Θεού, η ανακαίνισις της φύσεως του ανθρώπου από την θείαν φύσιν του Χριστού και η μετοχή της ανθρώπινης φύσεως εις την θείαν ζωήν, έγινε με την ενανθρώπησιν του Χριστού εις τα σπλάχνα της Παρθένου Μαρίας. Οποιαδήποτε τιμή και αν προσφέρωμεν ημείς οι άνθρωποι εις την Παρθένον Μαρίαν, ποτέ δεν ημπορούμε να φθάσωμεν την τιμήν την οποίαν έκαμε εις αυτήν ο ίδιος ο Θεός: να σαρκωθή εις τα ίδια τα σπλάχνα της και να την καταστήση Θεοτόκον. Η πίστις εις την θεανθρωπότητα του Χριστού μας υποχρεώνει να τιμώμεν και το όργανον της ενανθρωπήσεως, δηλαδή την Θεοτόκον. Εάν δεν πράττωμεν τούτο, πως είναι δυνατόν να λέγωμεν ότι πιστεύομεν εις τον Θεάνθρωπον Ιησούν; Αλλά και η ιδία η Αγία Γραφή μαρτυρεί, καθώς είδομεν, δι’ αυτήν την τιμήν. Η Παρθένος Μαρία εκλαμβάνει την τιμήν αυτήν ως κάτι το αυτονόητον και την αποδίδει εις τον εξ αυτής γεννηθέντα Θεάνθρωπον Ιησούν (Λουκάς 1,48): «… Ότι επέβλεψεν επί την ταπείνωσιν της δούλης αυτού. Ιδού γαρ από του νυν μακαριούσί με πάσαι αι γενεαί». Τιμώμεν λοιπόν, την Παρθένον Μαρίαν, διότι πρώτος την ετίμησεν ο Χριστός και διότι αποτελεί τούτο επιταγήν της Αγίας Γραφής. Βεβαίως, πιστεύομεν ότι η Παρθένος Μαρία δεν είναι η πηγή της σωτηρίας. Λυτρωτής μας είναι ο Χριστός. Ο Χριστός έλαβε την ανθρώπινην φύσιν και την εθεράπευσε και έγινε δια τον άνθρωπον ο «νέος Αδάμ», η «νέα ρίζα». Όμως, η νέα αυτή ρίζα εβλάστησεν εις τα σπλάχνα της Παρθένου Μαρίας. Δι’ αυτόν τον λόγον ο άγιος Ιωάννης ο Χρυσόστομος ονομάζει την εορτήν του ευαγγελισμού της Θεοτόκου «εορτήν της ρίζης». Η Παναγία, λοιπόν, έγινεν η αρχή της συμμετοχής της ανθρώπινης φύσεως εις την θείαν ζωήν, η γέφυρα της επανασυνδέσεως του ανθρώπου και ολοκλήρου της δημιουργίας με τον Τριαδικόν Θεόν. Τούτο, διότι εις την ενσάρκωσιν του Χριστού μετέχουν και τα τρία πρόσωπα της Αγίας Τριάδος: Ο Υιός, Αποστελλόμενος από τον Θεόν Πατέρα, σαρκούται δια της επιφοιτήσεως του Αγίου Πνεύματος εις τα σπλάχνα της Παρθένου Μαρίας. Η Παρθένος Μαρία είναι η «Γέφυρα» η οποία συνέδεσε τον ουρανόν με την γην, η οποία επανέφερεν ολόκληρον την δημιουργίαν εις τους κόλπους της αγάπης του Θεού. Δι’ αυτόν τον λόγον την γέννησιν του Χριστού από την Παρθένον Μαρίαν δεν εορτάζουν μόνον οι άνθρωποι, αλλά ολόκληρος η δημιουργία: Ο ουρανός και τα άστρα, οι άγγελοι και οι άνθρωποι, η γη και το σπήλαιον, οι μάγοι και οι ποιμένες. Όλοι πανηγυρίζουν το γεγονός της ανανεώσεως του αρραβώνος του ουρανίου Νυμφίου μετά της Εκκλησίας. Αρκεί να παρατηρήσωμεν μίαν εικόνα της γεννήσεως, δια να διαπιστώσωμεν ότι με την γέννησιν του Χριστού μεταμορφώνεται ολόκληρος η δημιουργία. Η τιμή, συνεπώς, της Παρθένου Μαρίας συνδέεται πάντοτε με το πρόσωπον του Χριστού. Τιμάται δηλαδή πάντοτε ως «Μητέρα του Κυρίου» (Λουκάς 1,43), ο οποίος υπήρξεν και δι’ αυτήν «Θεός και Σωτήρ» (Λουκάς 1,47). Δι’ αυτόν τον λόγον η Ορθόδοξος Εκκλησία διδάσκει ότι η Παρθένος Μαρία δεν είναι απηλλαγμένη από το προπατορικόν αμάρτημα. Εκληρονόμησεν και αυτή την αμαρτωλήν φύσιν του Αδάμ, μόνον ότι ήτο απηλλαγμένη από προσωπικάς αμαρτίας, διότι ήτο «σκεύος εκλογής» και «κεχαριτωμένη». Ήτο, λοιπόν, η Παρθένος Μαρία γνήσιον παιδί του κόσμου αυτού, του κόσμου όστις εστέναζε μέσα εις την αμαρτίαν. Δι’ αυτό και τον αντιπροσωπεύει ολόκληρον και δύναται να τον φέρη και πάλιν εις επικοινωνίαν με τον Σωτήρα του κόσμου, ο οποίος εσαρκώθη μέσα της. Δι’ αυτόν τον λόγον η Εκκλησία μας της αναπέμπει τον ωραιότατον ύμνον: «Την τιμιωτέραν των Χερουβίμ και ενδοξοτέραν ασυγκρίτως των Σεραφίμ την αδιαφθόρως Θεόν Λόγον τεκούσαν την όντως Θεοτόκον, Σε μεγαλύνομεν». 3. Σαρκωθέντα εκ Πνεύματος Αγίου και Μαρίας της Παρθένου Η Παρθένος Μαρία ανήκε εις τον λαόν του Θεού, ο οποίος ανέμενε τον Λυτρωτήν Κύριον. Όμως, ο Υιός της Παρθένου ήτο ο ίδιος Λυτρωτής. Εκείνος μόνος δεν εκληρονόμησε την αμαρτωλήν φύσιν του Αδάμ. Τούτο, διότι δεν κατήγετο από εκείνον. Εγεννήθη από την Παρθένον Μαρίαν εκ Πνεύματος Αγίου. Δι’ αυτόν τον λόγον πιστεύομεν ότι η Παρθένος Μαρία έμεινε και κατά την γέννησιν και μετά από αυτήν Παρθένος, υπήρξε, δηλαδή, αειπάρθενος. Τούτο δεν αποτελεί λεπτομέρειαν, αλλά βασικήν διδασκαλίαν της Εκκλησίας η οποία εξασφαλίζει την σωτηρίαν. Ο Χριστός είναι η «νέα ρίζα», δεν είναι δυνατόν να κατάγεται από την «παλαιάν ρίζαν» του Αδάμ. Δι’ αυτόν τον λόγον η Μαρία, δια να είναι Θεοτόκος, πρέπει να είναι Παρθένος. 4. Το πρόσωπον της Θεοτόκου Αλλά, ίσως σκεφθή κανείς, εφ όσον η Μαρία ήτο απλώς «σκεύος εκλογής» και τα πάντα προήλθον από τον Θεόν, εις τι συνίσταται η προσωπική της συμβολή εις την σωτηρίαν του κόσμου; Ο Θεός σέβεται την ελευθερίαν και αυτού ακόμη του αμαρτωλού ανθρώπου, του ανθρώπου της πτώσεως και της φθοράς. Δι’ αυτόν τον λόγον ο Θεός δεν θα έσωζε ποτέ τον κόσμον χωρίς την συγκατάθεσιν του ιδίου του κόσμου. Η Παρθένος Μαρία, λοιπόν, έγινε συνεργός του Θεού εις το έργον της σωτηρίας ολοκλήρου του κόσμου. Οι λόγοι της, «ιδού η δούλη Κυρίου, γένοιτο μοι κατά το ρήμα Σου» (Λουκάς 1,38), δεν ήσαν απλώς η ιδική της συγκατάθεσις, αλλά και η συγκατάθεσις ολοκλήρου του κόσμου. Το στόμα της Θεοτόκου έγινε στόμα ολοκλήρου της δημιουργίας, και, ταυτοχρόνως, το όργανον της σωτηρίας του κόσμου. Από το άλλο μέρος, η Παρθένος Μαρία αποτελεί μίαν προσφοράν προς τον Θεόν ολοκλήρου του κόσμου. Η ανθρωπότης δίδει εις το πρόσωπον της Θεοτόκου την αγνοτέραν προσφοράν της εις τον Θεόν και ο Θεός την δέχεται και την καθιστά δοχείον, τόπον της γεννήσεως Του, μητέρα του ανθρωπίνου γένους και ολοκλήρου του κόσμου. Αυτό σημαίνει ο λόγος του Κυρίου προς τον αγαπημένον μαθητήν Του τον Ιωάννην: «Ιδού η μήτηρ σου!» (Ιωάννης 19,27). 5. Η πλάνη των αιρετικών Όποιος αρνείται την προσωπικήν συμμετοχήν της Παρθένου Μαρίας εις το έργον της σωτηρίας μας, οποίος δεν αποδίδει την ανάλογον τιμήν εις την Θεοτόκον, εκείνος δεν κινείται μέσα εις τον χώρον της νέας ρίζης του Χριστού και της νέας δημιουργίας, αλλά μένει εις την εποχήν της πτώσεως και της φθοράς και συνδέεται μόνον με την ρίζαν του παλαιού Αδάμ, όστις είναι η ρίζα της αμαρτίας. Δια τον άνθρωπον αυτόν είναι ως να μη εγεννήθη ο Χριστός. Με άλλα λόγια, οποίος δεν αναγνωρίζει την Παρθένον Μαρίαν ως Θεοτόκον, αυτός αρνείται και την θεανθρωπότητα του Χριστού, αυτός δεν ημπορεί να ωφεληθή εις τίποτε από την ανάγνωσιν της Αγίας Γραφής και από την εφαρμογήν των εντολών του Χριστού. Τούτο, διότι δεν μας σώζει η Αγία Γραφή, αλλά ο ίδιος ο Χριστός, τον οποίον αναγγέλλει η Γραφή (Παράβαλλε Ιωάννης 5,39). Εις τον χαρακτηρισμόν της Μαρίας ως Θεοτόκου, συνίσταται «όλον το μυστήριον της θείας οικονομίας», λέγει ο άγιος Ιωάννης ο Δαμασκηνός. «Διότι εάν η γεννήσασα είναι Θεοτόκος, θα είναι Θεός και ο γεννηθείς εξ αυτής όπως επίσης και άνθρωπος». Εκείνος, όμως, ο οποίος θα αναγνώριση την Παρθένον Μαρίαν Θεοτόκον και θα πιστεύση εις την θεανθρωπότητα του Χριστού, πρέπει να αποδώση εις την Μαρίαν την ανάλογον τιμήν και να την αναγνώριση μητέρα του κατά την επιθυμίαν του Κυρίου (Ιωάννης 19,27). Την λαμπρότητα της Παρθένου Μαρίας, την οποίαν εχάρισεν εις αυτήν ο ίδιος ο Θεός, περιγράφει ιδιαιτέρως τον Θεόπνευστον βιβλίον της αποκαλύψεως του Ιωάννου: «Κατόπιν εφάνη ένα μεγάλον σημείον εις τον ουρανόν: Μία γυναίκα, η οποία ως ένδυμα είχεν τον ήλιον, η σελήνη ήτο κάτω από τα πόδια της και εις το κεφάλι της ήτο στεφάνι με δώδεκα άστρα. Ήτο έγκυος και εφώναζε από τους πόνους και την αγωνίαν να γέννηση. Ενεφανίσθη, τότε, ένα άλλο σημείον εις τον ουρανόν: Ιδού ένας μεγάλος κόκκινος δράκος με επτά στέμματα… Και εστάθη ο δράκος εμπρός εις την γυναίκα, η οποία ήτο ετοιμόγεννη, δια να καταφάγη το παιδί της μόλις θα το εγεννούσε. Και εγέννησε παιδί αρσενικόν, Εκείνον ο οποίος μέλλει να ποιμάνη όλα τα έθνη με ράβδον σιδηράν αλλά το παιδί της ηρπάγη προς τον Θεόν και προς τον θρόνον Του. Και η γυναίκα έφυγε εις την έρημον, όπου έχει τόπον ετοιμασμένον δι’ αυτήν από τον Θεόν, δια να την τρέφουν εκεί χιλίας διακοσίας εξήκοντα ημέρας» (Αποκ. 12,1-6). Είναι φανερόν, ότι το «σημείον» αυτό αναφέρεται εις τον νέον λαόν του Θεού, εις την Εκκλησίαν. Εις τους διωγμούς αλλά και την λαμπρότητα και την τελικήν νίκην της Εκκλησίας κατά των δυνάμεων του διαβόλου (Παράβαλλε Μιχ. 4,10. Ησαΐας 66,7-8). Όμως, ταυτοχρόνως, παρουσιάζει την δόξαν και την λαμπρότητα της Θεοτόκου, η οποία αποτελεί την απαρχήν και την εξεικόνισιν της Εκκλησίας ολοκλήρου, βεβαίως πάντοτε εν σχέσει με τον «καρπόν της κοιλίας της» (Λουκάς 1,42).

Παρασκευή 1 Νοεμβρίου 2013

ΤΙ ΣΗΜΑΙΝΕΙ ΟΡΘΟΔΟΞΙΑ

Η ορθόδοξη πίστη, δεν είναι μόνο υπόθεση γνώσεως. Κυρίως είναι ορθός τρόπος ζωής. Ο Χριστός καλεί όλους μας όχι απλώς να Τον γνωρίσουμε, αλλά να ζήσουμε τη δική Του ζωή μέσα στην Εκκλησία που ο ίδιος ίδρυσε. Η συνεπής χριστιανική ζωή όλων μας είναι η πιό πειστική απόδειξη οτι η πίστη μας είναι η μόνη ορθή πίστη. Ο χριστιανός που ζεί ενωμένος με το Χριστό με τη συχνή προσευχή, με τακτική συμμετοχή στα μυστήρια και την κοινή λατρεία, τη ζωή και τα έργα της ενορίας του, βρίσκεται σε ασφάλεια. Ανήκοντας οργανικά και όχι τυπικά στα λογικά πρόβατα της ποίμνης του Χριστού, που είναι η Εκκλησία, δεν κινδυνεύει από τους λύκους, τους διάφορους δηλαδή αιρετικούς ( Ιω. 10,1-16). Μόνο η αλήθεια του Θεού σώζει τον άνθρωπο. Αυτή η αλήθεια μας φανέρωσε ο Κύριος μας Ιησούς Χριστός. Ήρθε στον κόσμο για να "κηρύξει το ευαγγέλιο του Θεού" (Μαρκ. 1,14). Να διδάξει και να "μαρτυρίσει την αλήθεια"(Ιω. 18,37). Γνωρίζοντας, λοιπόν ο άνθρωπος την αλήθεια του Χριστού ελευθερώνεται από την αμαρτία (Ιω. 8,32). Υπακούοντας σ' αυτήν μετέχει στην αληθινή ζωή (Ιω. 14,6). Απέναντι στην αλήθεια του Θεού βρίσκεται η πλάνη και η αίρεση. Η πλάνη αρνείται την αλήθεια και η αίρεση τη νοθεύει. Έτσι ο άνθρωπος που έπεσε σε πλάνη ή παρασύρθηκε απο την αίρεση χάνει τη δυνατότητα της σωτηρίας. Η Εκκλησία που είναι "ο στύλος και το στήριγμα της αλήθειας"( Ά Τιμ. 3,15), απο τα πρώτα χρόνια ακόμη, αγωνίστηκε σκληρά να κρατήσει ακέραιη και ανόθευτη την αλήθεια, που μας παρέδωσε ο Χριστός. Η συνεχής φροντίδα των Αποστόλων και των διαδόχων τους ήταν να προφυλάξουν τους χριστιανούς από τις πλανεμένες διδασκαλίες των "ψευδοδιδασκάλων" και των "ψευδοπροφητών (Ματθ. 7,15 ΄Β Πετρ. 2,1 Ά Ιω. 4,1 ). Αληθινός χριστιανός, είναι ο άνθρωπος εκείνος που πιστεύει στην Αγία Τριάδα. Στον Πατέρα, τον Υιό και το Άγιο Πνεύμα. Έχει αποδεχθεί και έχει ομολογήσει ότι ο Χριστός είναι ο Υιός του Θεού, ο Θεάνθρωπος Ιησούς, ο Εμμανουήλ και πως είναι ο Σωτήρας και Λυτρωτής του κόσμου. Είναι βαπτισμένος στο όνομα του Πατέρα, του Υιού και του Αγίου Πνεύματος και χρισμένος με (Άγιο Μύρο) τις δωρεές και τα χαρίσματα του Αγίου Πνεύματος. Με τη ζωή του και τις πράξεις του προσπαθεί καθημερινά να προκόπτει πνευματικά και να γίνει ζωντανό μέλος της Εκκλησίας. Όλοι οι ΟΡΘΟΔΟΞΟΙ Χριστιανοί είναι αδελφοί και μέλη της Εκκλησίας την οποία ίδρυσε ο Χριστός πάνω στο Σταυρό, χύνοντας το πανάγιο Αίμα Του. Πίστη σημαίνει σιγουριά γι' αυτό που ελπίζουμε και βεβαιότητα γι' αυτά που δε βλέπουμε (Εβρ. 11,1). Πίστη είναι η αποδοχή του Θεού όπως μας αποκαλύπτεται. Δεν δημιουργούμε εμείς την πίστη στο Θεό. Μας την δίνει ο ίδιος. Πίστη είναι ανεπιφύλακτη εμπιστοσύνη στο Θεό, τον Κύριο του ουρανού και της γης. Εμπιστοσύνη σημαίνει ότι δέχομαι χωρίς αμφιβολία ότι ο Θεός εκπληρώνει τις υποσχέσεις Του. Η πίστη είναι απόλυτη υπακοή στο Θεό. Υπακοή σημαίνει ότι εφαρμόζω τις εντολές του Θεού, όπως η υπακοή της Παναγίας στον Ευαγγελισμό. Γνήσια πίστη είναι θαρραλέα ομολογία με λόγια και με έργα. Σήμερα όλοι διακηρύττουν τις πεποιθήσεις τους. Γιατί να αρνείται ο Χριστιανός; Η πίστη δεν είναι συναίσθημα, αλλά γνώση του Θεού. Η πίστη είναι ΛΟΓΙΚΗ· Είναι προσωπική απάντηση του ανθρώπου στην κλήση του Θεού για σωτηρία. Και οι δαίμονες πιστεύουν, αλλά δεν τηρούν την πίστη στη ζωή τους. Η πίστη είναι απαραίτητη για τη ζωή. Η γνώση δεν καταργεί την πίστη. Ο άνθρωπος πιστεύει περισσότερα από όσα γνωρίζει και βλέπει.