Ιερά Μητρόπολη Σιδηροκάστρου. Ευχαριστούμε για την επίσκεψή σας.

Παρασκευή, 2 Δεκεμβρίου 2016

ΟΙ ΠΕΡΙ ΤΟΥ ΑΝΘΡΩΠΟΥ ΠΛΑΝΕΣ ΣΤΗΝ ΔΙΔΑΣΚΑΛΙΑ ΤΩΝ ΜΟΡΜΟΝΩΝ, ΜΕΡΟΣ ΔΕΥΤΕΡΟ

Tου Αρχιμ. Γρηγορίου Κωνσταντίνου
Διδάκτορος Θεολογίας
 Η παρούσα ομιλία έγινε στο Αγρίνιο στην ΚΗ΄ Πανορθόδοξη Συνδιάσκεψη Εντεταλμένων Εκκλησιών από 31ης Οκτωβρίου έως 2ας Νοεμβρίου 2016. Κατόπιν ευγενικής παραχώρησης τού ομιλητού αυτής Αρχιμ. Π. Γρηγορίου Κωνσταντίνου, φιλοξενούμε αυτήν στην ιστοσελίδα μας σε δύο μέρη, λόγω του μεγάλου μεγέθους αυτής. Ευχαριστούμε λοιπόν και πάλι τον π. Γρηγόριο.

Στο πρώτο μέρος της ομιλίας μας για «τις περί του ανθρώπου πλάνες στη διδασκαλία των Μορμόνων» που μπορείτε να βρείτε στο ΟΙ ΠΕΡΙ ΤΟΥ ΑΝΘΡΩΠΟΥ ΠΛΑΝΕΣ ΣΤΗΝ ΔΙΔΑΣΚΑΛΙΑ ΤΩΝ ΜΟΡΜΟΝΩΝ, ΜΕΡΟΣ ΠΡΩΤΟ ασχοληθήκαμε με 1. Δημιουργία κόσμου και ανθρώπου: Το σχέδιο της δημιουργίας στους Μορμόνους, 2. Κήπος της Εδέμ: η παρουσία του ανθρώπου στον παράδεισο και η πτώση του. Στο δεύτερο μέρος θα ασχοληθούμε με 3. την έννοια της εξιλέωσης και σωτηρίας του ανθρώπου στο έργο του Θεανθρώπου και 4. την συμπεριφορά του ανθρώπου στο θέλημα του Θεού...

3. Η έννοια της εξιλέωσης και σωτηρίας του ανθρώπου στο έργο του Θεανθρώπου

Η μεγάλη θυσία του αναμάρτητου Ιησού Χριστού, που υπέφερε και πέθανε για την ελευθερία της ανθρωπότητας από το φυσικό και πνευματικό θάνατο, ονομάζεται από τούς Μορμόνους «εξιλέωση». Έπρεπε, λοιπόν, να γίνει η θυσία για να εξιλεωθούν όλες οι αμαρτίες των ανθρώπων απέναντι στον Θεό. Η πράξη αυτή για τους Μορμόνους είναι  η πιο σημαντική  στην ιστορία της ανθρωπότητας. Η εξιλέωση ήταν αναγκαία. Διαφορετικά η ανθρωπότητα θα αφανιζόταν, διότι όλοι έπεσαν και έπρεπε να επιστρέψουν στην αρχική τους θέση. Έτσι την κατάλληλη στιγμή έρχεται ο πρωτότοκος υιός του Ελοχίμ για να σώσει με τη θυσία Του τον άνθρωπο από το θάνατο. 

Η πτώση του Αδάμ στην αμαρτία, έφερε το φυσικό και τον πνευματικό θάνατο. Φυσικός θάνατος είναι ο χωρισμός του πνεύματος από το υλικό σώμα και πνευματικός είναι ο χωρισμός από τον Θεό. Αυτοί όμως οι θάνατοι υπερνικήθηκαν με την εξιλέωση του Ιησού Χριστού, μας βεβαιώνουν οι Μορμόνοι. Αν όμως δεν είχαν νικηθεί οι δύο θάνατοι, τότε τα σώματα και τα πνεύματα των ανθρώπων θα ήταν χωρισμένα από την παρουσία του Θεού και δε θα είχαν καμία επικοινωνία μαζί Του. Όμως ο εύσπλαχνος Θεός ετοίμασε ένα σχέδιο για τη σωτηρία των ανθρώπων. Ήθελε να τους απαλλάξει από αυτή την κατάσταση που βρίσκονταν, εξαιτίας της πτώσης τους. Βέβαια η λύτρωση σε καμία περίπτωση δεν μπορούσε να έλθει από τον ίδιο τον άνθρωπο, γιατί ήταν βεβαρημένος από αμαρτίες και αυτός που θα έφερνε τη λύτρωση έπρεπε να ήταν αναμάρτητος. Γι’ αυτό λοιπόν χρειαζόταν ένας λυτρωτής.

Ο άνθρωπος από μόνος του δεν μπορούσε να σωθεί χωρίς την εξιλέωση που πρόσφερε ο υιός του Θεού. Αν δεν ερχόταν ο Λυτρωτής, ο άνθρωπος θα παρέμεινε για πάντα στην κατάσταση της πτώσης και η ελπίδα για αιώνιο πρόοδο δεν θα υπήρχε. Η δοκιμαστική περίοδος στη γη είναι μία ευκαιρία για πρόοδο. Οι δυσκολίες και οι κίνδυνοι είναι μεγάλοι, και η επιρροή του κακού στον κόσμο είναι ισχυρή, ώστε ο άνθρωπος από μόνος του να μην μπορεί να αντισταθεί χωρίς βοήθεια.Ο άνθρωπος με τις δικές του δυνάμεις, λέγουν οι Μορμόνοι, δεν ήταν σε θέση να συντηρήσει ένα σώμα από σάρκα και οστά χωρίς τη βοήθεια του Θεού, ούτε βέβαια να το διαφυλάξει. Επίσης δεν θα ήταν σε θέση μετά το θάνατό του να αποκτήσει και πάλι το σώμα του. Θα παρέμεινε για πάντα στην πνευματική κατάσταση, αν βέβαια δεν υπήρχε η επανένωση με το σώμα, μέσω της Ανάστασης του Χριστού.

Χωρίς τον Αδάμ κανένα από τα ανθρώπινα πνεύματα δε θα μπορούσαν να γνωρίσουν τη γήινη κατάσταση, αλλά και χωρίς τον Χριστό δε θα γνώριζαν την Ανάσταση. Ο Χριστός ως υιός του Θεού θυσίασε την ζωή Του για να λυτρώσει τα αδέλφια Του. Με αυτή έσπασε τα δεσμά του θανάτου προσφέροντας τη σωτηρία, γενόμενος αρχηγός όλης της ανθρωπότητας. Η νίκη αυτή του χάρισε το δικαίωμα να προστατεύει όλους εκείνους, που πιστεύουν στο όνομά Του και στη συνέχεια να τους δεχθεί στο βασίλειό Του, κηρύττουν οι Μορμόνοι. Η πίστη στην εξιλέωση του Χριστού βοηθά στη νίκη του πνευματικού θανάτου. Και την ημέρα της κρίσεως θα σωθούν μόνο όσοι πιστεύουν στην εξιλέωση  του Χριστού νικώντας τον πνευματικό θάνατο. Ο άνθρωπος κατά  την άποψη των Μορμόνων δέχεται την εξιλέωση του Χριστού, όταν μετανοήσει για τις αμαρτίες του και βαπτισθεί,  λαμβάνοντας τη δωρεά του Αγίου Πνεύματος.   Αυτό πιστοποιείται με το τρίτο άρθρο της πίστης τους.

Επίσης ο Joseph Smith έλεγε: «Εμείς πιστεύουμε ότι μέσω της εξιλέωσης του Χριστού μπορεί όλη η ανθρωπότητα να γίνει πνευματική, όταν τηρεί τους νόμους και τις διατάξεις του Ευαγγελίου». Κάθε άνθρωπος, διδάσκουν, πρέπει να μετανοήσει για να λάβει την εξιλέωση, που προσφέρει ο Χριστός στη ζωή του. Ο Χριστός λέγει: «Γι’ αυτό ήλθα στον κόσμο, να σας προσφέρω τη λύτρωση και να σας σώσω από την αμαρτία». 

4. Η συμπεριφορά του ανθρώπου στο θέλημα του Θεού

Οι Μορμόνοι ισχυρίζονται πως ως άνθρωποι χοϊκοί, είναι γνώστες του θελήματος του Θεού. Ο ισχυρισμός τους πηγάζει από το γεγονός πως ο Θεός επικοινωνεί με την «εκκλησία» τους και δεν ενεργεί χωρίς προηγούμενη «αποκάλυψη» προς αυτήν μέσω του «προφήτη» τους.Σύμφωνα πάντα με τη διδασκαλία τους, προφήτης λένε, είναι ένας άνθρωπος, που κλήθηκε από τον Θεό για να είναι ο αντιπρόσωπός του στη γη. Η αντίληψή τους αυτή δεν απέχει της παπικής θεώρησης του Ποντίφικα ως Legatus Christi και συνεπώς ως αλάνθαστου όταν αποφαίνεται ex Cathedra. Όταν ένας Προφήτης μιλάει εκ μέρους του Θεού, είναι σαν να μιλάει ο ίδιος ο Θεός, πιστεύουν οι Μορμόνοι και έχει τεράστιες ευθύνες. Είναι ένας ειδικός μάρτυρας του Χριστού, που διδάσκει πάντα την αλήθεια  ερμηνεύοντας τον λόγο του Θεού. Καλεί όλους τους ανθρώπους σε μετάνοια,  δια μέσω των θεϊκών αποκαλύψεων. Ο Προφήτης έχει το χάρισμα να προβλέπει και να προλέγει γεγονότα με σκοπό να βοηθήσει τον κόσμο.

 Ένας «Προφήτης», λέγουν μπορεί να προέρχεται από όλες τις κοινωνικές τάξεις, γι’ αυτό και δεν αποτελεί κριτήριο η νεότητα και το γήρας, ούτε η μόρφωση και η αμάθεια. Μπορεί να είναι απλός εργαζόμενος ή λόγιος διανοούμενος και να ανήκει σε οποιαδήποτε τάξη ανθρώπων. Η διαφορά ανάμεσα στους προφήτες της Π. Δ. και στους σύγχρονους έγκειται μόνο στην εξωτερική περιβολή. Ο αληθινός «Προφήτης» εκλέγεται πάντοτε από τον Θεό και καλείται στο αξίωμα αυτό μέσα από την ιεροσύνη, που σημαίνει ότι μαζί με την κλήση του στο προφητικό αξίωμα λαμβάνει και το χάρισμα της ιεροσύνης. Στο σημείο αυτό αντιπαραβάλλουμε την ορθόδοξη άποψη, κατά την οποία το τρισσό αξίωμα του Χριστού μεταδίδεται εν δυνάμει εις πάντα άνθρωπο δια μέσου του ιερού βαπτίσματος, του χρίσματος και ιδιαιτέρως της ιεροσύνης. Η ιεροσύνη στην Εκκλησία καθιστά παρούσα την ιεροσύνη αυτού του ιδίου του Χριστου.

Οι Μορμόνοι αναγνωρίζουν ως προφήτες μόνο τόν Smith και τους δώδεκα προέδρους αποστόλους. Με την έκφραση «ο προφήτης της εκκλησίας» εννοούν τον πρόεδρό τους. Προφήτες έχουμε από την εποχή του Αδάμ και της Εύας, που μαρτυρούνται από τα γραπτά κείμενα της Π. Δ. Οι προφήτες την εποχή εκείνη ήταν το στόμα του Θεού, που μετέφεραν το θέλημά Του στον ισραηλιτικό λαό. Ο Μωϋσής, ήταν ένας από τους μεγάλους προφήτες της Π. Δ., ο συγγραφέας της πεντατεύχου και ο κομιστής των «Δέκα Εντολών». Μετά το Μωϋσή υπήρξαν και άλλοι σπουδαίοι προφήτες, τους οποίους η «εκκλησία» των Μορμόνων αναγνωρίζει και τιμά. Αυτό προκύπτει από τη συχνότητα της χρήσης των προφητικών βιβλίων, τόσο του Ησαΐα όσο και του Ιερεμία. Στόχος της ενασχόλησής τους με αυτούς τους δύο είναι η στήριξη και συγκάλυψη των ψευδών διδασκαλιών τους, και επί πλέον η συγχώνευση αυτών με τους δικούς τους «προφήτες», που τους συναντάμε στο Βιβλίο του Μόρμον.  Ο πρώτος Μορμόνος «προφήτης» ήταν ο Λεχί από τα Ιεροσόλυμα, που μετακόμισε το 600 π.Χ. στην Αμερική. Στους δικούς τους «προφήτες» εντάσσουν και τον το Βαπτιστή Ιωάννη, του οποίου συνεχιστής υπήρξε ο Joseph Smith.

Ο Θεός την περίοδο της Π. Δ. όπως ανεφέρθηκε, μιλούσε στους ανθρώπους Του μέσω των προφητών, κι αυτό συνέβαινε για να υπάρχει μία άμεση σχέση ανάμεσα σ’ Αυτόν και στον λαό Του. Αυτή τη σχέση την αντικατέστησε η έλευση του Ιησού Χριστού στη γη. Στη συνέχεια οι Μορμόνοι διατείνονται ότι ο Θεός αποφάσισε να μην μιλά πλέον κατευθείαν με τους ανθρώπους αλλά μόνον μέσω των προφητών, εξηγώντας πως οι ίδιοι οι απόστολοι ήταν οι σπουδαιότεροι προφήτες. Ο σωτήρας Χριστός μη θέλοντας να αφήσει τη νεοσυσταθείσα «εκκλησία» Του χωρίς καθοδήγηση, επειδή γνώριζε πως σύντομα θα επέστρεφε στόν  Πατέρα Του, γι’ αυτό διόρισε σε αυτήν «προφήτες». Ο ρόλος των προφητών  ήταν ο ίδιος με αυτόν της Π.Δ., δηλ. είχαν το χάρισμα να δέχονται από τον Κύριο αποκαλύψεις για την καθοδήγηση και τις ανάγκες του λαού Του, ισχυρίζονται οι Μορμόνοι. Βέβαια χωρίς αυτή την ουράνια καθοδήγηση, η «εκκλησία» εύκολα θα παρέκκλινε στην πλάνη. Γι’ αυτό και ο Παύλος εξήγησε στους Εφεσίους για τα χαρίσματα που δόθηκαν από τον Χριστό στον καθένα. Στα λόγια αυτά όμως του αποστόλου δεν θεμελιώνεται καμία αλλαγή ως προς την οργάνωση της Εκκλησίας του Χριστού, όπως θέλουν να πιστεύουν οι Μορμόνοι. Ο ίδιος απόστολος εξηγεί στο στίχο 14 ότι όλοι οι ηγέτες της Εκκλησίας, δηλαδή οι απόστολοι, οι προφήτες, οι ευαγγελιστές, οι ποιμένες και οι διδάσκαλοι, ορίσθηκαν από τον Ιησού Χριστό, για να προστατεύσουν τους πιστούς από ψευδείς διδασκαλίες και απάτες. Συνεπώς ο Smith χρησιμοποίησε απατηλά το συγκεκριμένο χωρίο του Αποστόλου για να στηρίξει αγιογραφικά την δική του κλήση στο «προφητικό αξίωμα», ξεγελώντας τους ανθρώπους.  

Σύμφωνα λοιπόν με τη διδασκαλία τους, κανείς άλλος δεν μπορεί να αποδεχθεί το θέλημα του Θεού, παρά μόνο ο εκλεγμένος «προφήτης» και «Πρόεδρος» της «εκκλησίας». Γι’ αυτό πρέπει οι οπαδοί του να κάνουν όλα όσα τους υπαγορεύει ο «προφήτης». Ένας άλλος πρόεδρος διάδοχος του Smith διαβεβαίωνε τούς  οπαδούς του πως ο «προφήτης» δεν πρόκειται ποτέ να οδηγήσει την «εκκλησία» σε λάθος δρόμο. Αυτά όλα λέχθηκαν από τους ηγέτες της Μορμονικής «εκκλησίας», γιατί ορισμένοι άνθρωποι εύκολα παρασύρονταν και πίστευαν στους προφήτες της Π. Δ. Ο Θεός, έλεγαν, μιλάει και σήμερα με τους ανθρώπους, όπως και στην τότε εποχή. Οι άνθρωποι που αγνοούν τον ζώντα «προφήτη» και δεν πιστεύουν σ’ αυτόν και στα λεγόμενά του, διαπράττουν φοβερό αμάρτημα. Χρέος λοιπόν όλων των οπαδών είναι να αναγνωρίζουν τον πρόεδρο της «εκκλησίας» ως «Προφήτη, Βλέποντα και Αποκαλυπτή». Γιατί οι αποκαλύψεις και οι εντολές δίνονται από τον Θεό μόνο μέσω εκείνου ο οποίος έχει ορισθεί γι’ αυτή την αποστολή. Οι άλλοι οι οποίοι θα εμφανίζονται με παρόμοιες αποκαλύψεις και εντολές, δεν πρέπει να γίνονται αποδεκτοί από την «εκκλησία».

Τελειώνοντας θα ήθελα εν συντομία να ανακεφαλαιώσουμε όσα λέχθηκαν. Το βασικό ερώτημα που περιστρέφεται γύρω από την παραδοσιακή διδασκαλία των Μορμόνων είναι, ότι ο Θεός Πατέρας ως ένα υπέρτατο ον, αλλά και ανθρώπινο, είναι από τις βασικές παρερμηνείες του ιδρυτού τους. Η ανθρωπολογία της Μορμονικής θεολογίας αφορμάται από την διδασκαλία των πολυθεϊστικών θεωριών περί της δημιουργίας του Κόσμου και του Ανθρώπου, συνθετικών διδασκαλιών από την Βίβλο, οράματα του Μόρμον και εσχατολογικών ομάδων, παγανιστικών και ειδωλολατρικών θρησκειών. Η περί εκ του μηδενός δημιουργία του κόσμου, σημαίνει μια αναδιάταξη της προϋπάρχουσας ύλης και όχι από την ανυπαρξία στην ύπαρξη. Σε αυτήν την πρωτολογία η διαφορά μεταξύ Θεού και Ανθρώπου, δεν είναι μια αιώνια οντολογική διαφορά, Κτιστό – Άκτιστο, αλλά μια διαφορά που αφορά τον τρόπο με τον οποίο υπάρχει ο Θεός και ο Άνθρωπος. Ακόμα, η πορεία του ανθρώπου μπορεί να φθάσει στο είναι του Θεού, αφού Θεός και άνθρωπος είναι από τα ίδια στοιχεία, το «Καθ’ Ομοίωσιν» δηλαδή, φθάνει στην κατάσταση μιας πλανεμένης Θέωσης, και χωρίς να διατηρεί την οντολογική διαφορά, συνιστά δηλαδή μια ισοθεΐα: «Ο Θεός ήταν κάποτε απλώς ένας άνθρωπος! 

Ο άνθρωπος μπορεί να γίνει Θεός!», από τις πιο ρητορικές αναφορές των Μορμόνων. Σε αυτό υπάρχει μια βαθιά ομοιότητα με τα περισσότερα δόγματα και θεωρίες των αρχαίων ειδωλολατρικών θρησκειών, στην οποία ένας θεός ή θεοί δημιουργούν από ύλη που προϋπάρχει ή από έναν θεό η θεά. Αυτός είναι ο  λόγος  που η έννοια της μητρότητας και της δημιουργίας είναι στενά συνδεδεμένη με κάθε ειδωλολατρική και παγανιστική θρησκεία. Η κατάργηση της βασικής Ορθόδοξης διδασκαλίας για την σχέση Θεού και Ανθρώπου, βρίσκεται στην καρδιά ολόκληρης της περί ανθρώπου διδασκαλίας – πλάνες της Μορμονικής διδασκαλίας. Η θεώρηση ως ευλογία αντί πτώσεως του προπατορικού αμαρτήματος είναι χαρακτηριστική. Η διαμόρφωση λοιπόν και η διατήρηση αυτής της οντολογικής ταυτοποίησης είναι το κλειδί στην κατανόηση ενός απίστευτου λαβύρινθου ανθρωπολογικών δεδομένων. Η πολυθεΐα, η διδασκαλία ότι υπάρχουν πολλοί θεοί, αποκλείει να θεωρήσει κανείς ως χριστιανική αίρεση ή μια κάστα.

Η «αιώνια πρόοδος», ο ισχυρισμός ότι  ο Θεός – Πατέρας και ο Ιησούς ήταν κάποτε άνθρωπος που έζησε στη γη, παρόμοια με τον Πατέρα του, φθάνοντας στην θεότητα, εκτελώντας τις εντολές και κάνοντας υπακοή, διαστρέφει την περί σωτηρίας αντίληψη του Χριστιανισμού. Ειδικότερα η προ – ύπαρξη ψυχών  που εισήλθαν σε θνητά ανθρώπινα σώματα, δεν διαστρέφει μόνο τα βιβλικά δεδομένα αλλά  εγκλωβίζει τον άνθρωπο σε παθητικό δέκτη της αίρεσής τους. Η λεγόμενη εξύψωση του ανθρώπου στη θεοποίηση, μέσα από πιστή τήρηση των εντολών της αιρέσεως, καταργεί και αυτήν την ελευθερία του ανθρώπου, αγαθό δοσμένο στον άνθρωπο προ αιώνων.





Πηγη:http://antiairetikos.blogspot.gr/