Ιερά Μητρόπολη Σιδηροκάστρου. Ευχαριστούμε για την επίσκεψή σας.

Σάββατο, 17 Μαΐου 2014

Το μυστήριο της Ιεροσύνης


                                                         



Η αξία του μυστηρίου
Η Ιεροσύνη είναι το μυστήριο εκείνο, το οποίο είναι ενταγμένο στη θεία Λειτουργία, δηλαδή ιερουργείται κατά την τέλεση της θείας Λειτουργίας και σε διάφορες στιγμές της, κατά το βαθμό της Ιεροσύνης, στον οποίο προάγεται ο χειροτονούμενος. Κατά την ώρα εκείνη δια της επιθέσεων των χειρών του επισκόπου στον χειροτονούμενο και διά της επίκλησης της θείας Χάρης, πράγματι· “Η θεία Χάρις η πάντοτε τα ασθενή θεραπεύουσα και τα ελλείποντα αναπληρούσα προχειρίζεται” τον προσαγόμενο στον επίσκοπο σε ένα από τους τρεις βαθμούς της Ιεροσύνης, στο βαθμό του διακόνου, πρώτον, του πρεσβυτέρου, δεύτερον, και του επισκόπου, τρίτον. Αυτός είναι και ο τελευταίος και ύψιστος βαθμός της ιεροσύνης. Βεβαίως πηγή της θείας Χάρης, όπως και πηγή της Ιεροσύνης είναι ο ίδιος ο Θεάνθρωπος Λυτρωτής και Σωτήρας μας, ο μόνος στην πραγματικότητα και αιώνιος Αρχιερέας της Εκκλησίας. Εκείνος ως αρχιερέας πρόσφερε πρώτος τη μία και αιώνια θυσία επί του σταυρού υπέρ των αμαρτιών μας, στη συνέχεια οι διάδοχοι του Μεγάλου Αρχιερέα, του Σωτήρα Χριστού, αρχιερείς και ιερείς, δεν έχουν δική τους ιεροσύνη, παρά τη μία και μόνη, την αιώνια ιεροσύνη του Χριστού λαμβάνουν, όταν χειροτονούνται. Αυτή, την ιεροσύνη του Χριστού, φέρουν στη ζωή τους όλη. Με αυτή ιερουργούν τα θεία μυστήρια της Εκκλησίας. Όχι λοιπόν δική τους, αλλά την ιεροσύνη και αρχιεροσύνη του Χριστού διαχειρίζονται και εν ονόματι αυτής και με αυτή διακονούν την Εκκλησία. Από αυτό καταλαβαίνει κανείς με πόσο σεβασμό πρέπει να την φέρουν, πόση ευλάβεια να αισθάνονται προς αυτή, πόση τιμή, πόση χάρη να της αποδίδουν και με πόσο φόβο να διαχειρίζονται τη θεία εξουσία. Αλλά και οι Χριστιανοί με σεβασμό να φέρονται προς τους ιερωμένους τους και μεγάλη τιμή να τους αποδίδουν, αφού η ιεροσύνη που φέρουν είναι του Χριστού και όχι δική τους.

Σύσταση του μυστηρίου
Το μυστήριο της Ιεροσύνης είναι θεοσύστατο και αυτό, δηλαδή ο ίδιος ο Κύριος το συνέστησε. Και το συνέστησε και όταν ξεχώρισε τους Δώδεκα Αποστόλους του, για να αποτελούν αυτοί το άμεσο περιβάλλον του και γίνουν έπειτα οι διάδοχοι και συνεχιστές του έργου του. Κυρίως όμως όταν τους μετέδιδε μετά την Ανάστασή του καθώς και την ημέρα της Πεντηκοστής το Άγιο Πνεύμα του και τους παρέδιδε την εξουσία της άφεσης των αμαρτιών, όπως είδαμε στο μυστήριο της μετάνοιας, η οποία ήταν αυτή η εξουσία της ιεροσύνης. Το ίδιο ακόμη έκαναν κατόπιν προς διαδοχή δική τους οι άγιοί του Απόστολοι· “χειροτονήσαντες αυτοίς πρεσβυτέρους κατ’ εκκλησίαν και προσευξάμενοι μετά νηστειών παρέθεντο αυτούς τω Κυρίω, εις όν πεπιστεύκασι” (Πράξ. ιδ’ 23). Αυτό έκαναν οι απόστολοι Παύλος και Βαρνάβας στους Χριστιανούς της Δέρβης, του Ικονίου, της Αντιόχειας. Λέγεται ακόμα χειροτονία, διότι γίνεται με την επίθεση των χειρών των αποστόλων ή των επισκόπων πάνω στο κεφάλι του χειροτονούμενου. “Προσευξάμενοι επέθηκαν αυτοίς τας χείρας” (Πράξ. στ’ 6, ιγ’ 3). Ομοίως και ο Τιμόθεος διά χειροτονίας, με επίθεση δηλαδή των χειρών του Παύλου και του πρεσβυτερίου έλαβε το αξίωμα του επισκόπου. Και αυτό γράφει ο Παύλος· “μη αμέλει του εν σοι χαρίσματος (του επισκόπου δηλαδή), ό εδόθη σοι διά προφητείας μετά επιθέσεως των χειρών του πρεσβυτερίου” (Α’ Τιμόθ. δ’ 14). Και πάλι του υπενθυμίζει να αναζωπυρώνει το χάρισμα της ιεροσύνης, “το χάρισμα του Θεού, λέει, ό εστιν εν σοι διά της επιθέσεως των χειρών μου” (Β’ Τιμόθ. α’ 6). Και αυτό, η επίθεση των χειρών δηλαδή στον χειροτονούμενο και οι ευχές που αναγιγνώσκονται και ακούγονται κατά την ώρα της χειροτονίας από τον Επίσκοπο, είναι τα αισθητά, τα ορατά στοιχεία του μυστηρίου, αόρατο δε και υπερφυσικό στοιχείο μένει η θεία Χάρη. Η ιεροσύνη λέγεται ακόμη και καθιέρωση, διότι καθιερώνεται ο χειροτονούμενος στην ιερή διακονία και χάρη της Εκκλησίας, λέγεται και τελεσιουργία και ιερατική τελείωση, διότι δι’ ιερής τελεσιουργίας καθιερώνεται και καταρτίζεται στον ύψιστο και θείο αυτό διακόνημα και αξίωμα.

Λέμε πως είναι θείο το αξίωμα, διότι όχι κυρίως άνθρωποι, αλλ’ ο Θεός διά μέσου ανθρώπων, των επισκόπων, καλεί και καθιερώνει στην Εκκλησία του τους λειτουργούς του. Όταν ο Παύλος κάλεσε στη Μίλητο τους πρεσβυτέρους της Εκκλησίας της Εφέσου για να τους συστήσει πλήρη επαγρύπνηση πάνω στη ζωή και πορεία των Χριστιανών τους, τους είπε· “Προσέχετε εαυτοίς και παντί τω ποιμνίω, εν ώ υμάς το Πνεύμα το Άγιον έθετο επισκόπους, ποιμαίνειν την Εκκλησίαν του Κυρίου και Θεού” (Πράξ. κ’ 28). Θεόσδοτο, λοιπόν, θείο αξίωμα και όχι κοσμικό. “Και η Ιεροσύνη τελείται επί της γης, όπως λέει ο άγ. Ιωάννης ο Χρυσόστομος, τάξιν δε επουρανίων έχει πραγμάτων”. Γι’ αυτό και δεν πρέπει να σπεύδει ο άνθρωπος στο αξίωμα αυτό, στην Ιεροσύνη, αλλά να περιμένει, είτε δι’ εσωτερικής κλίσεως, η οποία δεν είναι πάντοτε ασφαλής, είτε διά προσώπων εκλεκτών του και καλών περιστάσεων να τον καλέσει ο Θεός στην ύψιστη διακονία. Και είναι μεν αληθές, ότι θεόπνευστο και άξιο προσοχής το θείο λόγιο του Παύλου· “ει τις επισκοπής ορέγεται, καλού έργου επιθυμεί” (Α’ Τιμόθ. γ’ 1). Αλλά θεόπνευστος πάλι λόγος του Παύλου είναι και το “ουχ εαυτώ τις λαμβάνει τιμήν (της Ιεροσύνης), αλλά καλούμενος υπό του Θεού, καθάπερ και Ααρών” (Εβρ. Ε’ 4). Να μη σπεύδει λοιπόν κανείς και πολύ περισσότερο να μη χρησιμοποιεί μέσα και δωροδοκίες, οπότε καταντά και “σιμωνιακός” και επομένως ανάξιος της τιμής και χάρης. Εκείνοι που αναλαμβάνουν την ευθύνη της χειροτονίας του υποψηφίου “εξετάζειν πρότερον χρη του χειροτονουμένου τον βίον, είθ’ ούτω καλείν επ’ αυτόν την χάριν του Αγίου Πνεύματος”. Όπως έκαναν οι άγιοι Απόστολοι προκειμένου να εκλέξουν τους επτά διακόνους. Κάλεσαν το πλήθος των πιστών και τους είπαν· “Επισκέψασθε άνδρας εξ υμών μαρτυρουμένους επτά (εξετάστε να βρείτε επτά άνδρες από σας)” (Πράξ. στ’ 3). Με καλή μαρτυρία δηλαδή, πιστούς, σεμνούς, αγίους, άξιους της χάρης και διακονίας αυτής. Διότι μόνο οι άγιοι και οι άξιοι πρέπει να εκλέγονται και να προάγονται στους βαθμούς της Ιεροσύνης (1).

*  *  *

Υποσημειώσεις


(1) Και στο μυστήριο αυτό της Ιεροσύνης έχουμε διαφορές με τους Προτεστάντες και Παπικούς και πρέπει να τις γνωρίζουμε. Και αυτές είναι, ότι οι μεν Προτεστάντες δεν έχουν Ιεροσύνη παρά μόνο πάστορες. Αυτοί δεν είναι ιερείς. Είναι ένα είδος ποιμένων και έργο έχουν να κηρύττουν το θείο λόγο και προεδρεύουν στη θρησκευτική κοινότητα. Οι Παπικοί αντίθετα προς τους Προτεστάντες υπερτονίζουν και εξαίρουν την τάξη των κληρικών εις βάρος του λαού. Γι’ αυτό, ενώ οι κληρικοί κοινωνούν και από τα δύο είδη της θείας Κοινωνίας (και από το Σώμα και από το Αίμα), στο λαό προσφέρουν μόνο όστιες, δηλαδή μόνο το σώμα, και αυτό αφού συμπληρώσει το 12ο έτος το παιδί. Επομένως και εδώ έχουμε μεγάλες διαφορές με αυτούς και είναι αδύνατη η Ένωση με εμάς τους Ορθοδόξους, αν δεν αποκηρύξουν τις κακοδοξίες τους αυτές.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου