Ιερά Μητρόπολη Σιδηροκάστρου. Ευχαριστούμε για την επίσκεψή σας.

Κυριακή 30 Νοεμβρίου 2014

ΜΑΡΤΥΡΕΣ ΤΟΥ ΙΕΧΩΒA Οχι προσευχή τον Χριστό





Ένα από τα βασικά γνωρίσματα της μετοχικής εταιρείας Σκοπιά (Watchtower Bible andTrust Society of New YorkInc), των λεγομένων "Μαρτύρων του Ιεχωβά", που αυτοδιαφημίζεται ως «ο ορατός αγωγός του Ιεχωβά στη γη», είναι και η κατά καιρούς αλλαγή των διδασκαλιών της σχετικά με το σύστημα πλάνης, που έχει οικοδομήσει. Αποτελεί παγκοσμίως την κατεξοχήν αιρετική οργάνωση, που έχει αλλάξει  πολλές φορές απόψεις για τα ίδια ζητήματα1.

Ταυτοχρόνως, κατά την προσφιλή τακτική της, κάθε φορά παρουσιάζει την νέα κακοδοξία της, την νέα θέση της για το ίδιο ζήτημα ως θέλημα του Ιεχωβά και δήθεν άποψη της Αγ. Γραφής, ενώ σιωπά επιμελώς για τις παλαιότερες αντίθετες θέσεις της.

Μια ακόμα χαρακτηριστική περίπτωση ψευδοδιδασκαλίας, για την οποία άλλα υποστήριζε παλαιότερα η εταιρεία ως δήθεν θέλημα του Ιεχωβά και της Αγ. Γραφής και άλλα αργότερα, αφορά στο ζήτημα εάν πρέπει να προσευχόμαστε στον Χριστό. Η εταιρεία απαντά σαφώς, όχι. Αναφέρει χαρακτηριστικά η Σκοπιά: «Θα πρέπει να απευθύνονται οι προσευχές στον Ιησού; Όχι, διότι οι προσευχές είναι μία μορφή λατρείας η οποία ανήκει αποκλειστικά στον Παντοδύναμο Θεό»2. Από την απάντηση της εταιρείας γίνεται αντιληπτή μια επιπλέον πλάνη, από τις πολλές που διακηρύσσει ως δήθεν «καλά νέα» η εταιρεία.

Όχι προσευχή, λοιπόν, στον Χριστό, υποστηρίζει η χιλιαστική και μετοχική εταιρεία Σκοπιά. Αυτό είναι το θέλημα του Ιεχωβά, γιατί κατά τους ισχυρισμούς και την ορολογία της, αυτή είναι η ορατή οργάνωση μέσω της οποίας ο Ιεχωβά παρέχει αποκλειστικά τις πνευματικές του οδηγίες και καθοδηγεί τους οπαδούς του.

Διαφορετική όμως ήταν η διδασκαλία και η πρακτική της Σκοπιάς παλαιότερα. Η ίδια η εταιρεία μας πληροφορεί σε βιβλίο που είχε εκδώσει λίγα χρόνια νωρίτερα τα εξής αποκαλυπτικά: «Στο υμνολόγιο που εξέδωσε ο λαός του Ιεχωβά το 1905, οι ύμνοι που αινούσαν τον Ιησού ήταν διπλάσιοι από εκείνους που αινούσαν τον Ιεχωβά Θεό. Στο υμνολόγιό τους, που εκδόθηκε το 1928, οι ύμνοι που εξυμνούσαν τον Ιησού ήταν περίπου όσοι και οι ύμνοι, που εξυμνούσαν τον Ιεχωβά. Αλλά στο πιο πρόσφατο υμνολόγιο του 1984, στην αγγλική, 1988 στην ελληνική, οι ύμνοι που τιμούν τον Ιεχωβά είναι τετραπλάσιοι απ’ εκείνους που τιμούν τον Ιησού»3.

Σχολιάζοντας την αντίφαση των αλληλοσυγκρουόμενων απόψεων της εταιρείας πρέπει να επισημάνουμε το εξής τραγελαφικό. Αν λάβουμε υπόψη ότι ο ύμνος είναι μορφή και έκφραση προσευχής, τότε αποδεικνύεται, ότι για εκατό και πλέον χρόνια ο αυτοδιαφημιζόμενος ως ορατός αγωγός του Ιεχωβά στη γη, η εταιρεία Σκοπιά, περιφρονούσε και αγνοούσε το υποτιθέμενο θέλημα του Ιεχωβά, καθώς στο υμνολόγιό της περιελάμβανε ύμνους για τον Χριστό.

Βεβαίως και για το γεγονός αυτό η Σκοπιά σιωπά επιμελώς. Είναι γνωστό, ότι στους οπαδούς της απαγορεύει κάθε είδος κριτικής εναντίον της. Το θεωρεί ανταρσία κατά του Ιεχωβά,  και τρομοκρατεί τα μέλη της, ότι εάν δεν δείχνουν τυφλή υπακοή στις απόψεις της, θα σφαγούν από τον Ιεχωβά στον Αρμαγεδώνα.


Χρήσιμο είναι εν προκειμένω να δούμε και την μαρτυρία ενός πρώην Μάρτυρα του Ιεχωβά. Μαρτυρία που έχει ιδιαίτερη βαρύτητα, καθώς είχε υπάρξει επί πενηνταπέντε χρόνια «πρεσβύτερος» των Μαρτύρων του Ιεχωβά στη Θεσσαλονίκη. Αναφέρει, λοιπόν, ο πρώην χιλιαστής: «Η Εταιρεία Σκοπιά απαγορεύει αυστηρά στα μέλη της κάθε βιβλική συζήτησι και έρευνα των διδασκαλιών της. Όποιος τολμήσει να παραβή αυτή την αρχή εκδιώκεται χωρίς έλεος, στιγματίζεται σαν στασιαστής και ξεσηκώνει θανάσιμο μίσος εναντίον του».


Πηγη : http://www.impantokratoros.gr/

ΠΩΣ ΟΙ ΠΡΟΤΕΣΤΑΝΤΕΣ «ΕΚΘΕΤΟΥΝ» ΑΝΕΠΑΝΟΡΘΩΤΑ ΤΟΥΣ ΟΡΘΟΔΟΞΟΥΣ ΩΣ ΨΕΥΤΕΣ ΚΑΙ ΜΗ ΑΞΙΟΠΙΣΤΟΥΣ!

Tου Ιωάννη Νικολάου

Αγαπητοί αναγνώστες.

   Προ ολίγων μηνών διεξήχθη εις την ομάδα «Μάρτυρες τού Ιεχωβά: οι μόνοι αληθινοί Χριστιανοί» (https://www.facebook.com/groups/deneimasteairesh), ένας διάλογος μεταξύ Ορθοδόξου και Προτεστάντη (πλέον συγκεκριμένως με Αντβεντιστή τής Εβδόμης Ημέρας), τον οποίον και δημοσιεύουμε αυτούσιο προκειμένου να αντλήσουμε επιχειρήματα για την αλήθεια τής Ορθοδοξίας και ταυτοχρόνως να διαπιστώσουμε με ποιον τρόπο οι εχθροί τής Πίστεως διαστρέφουν και διαστρεβλώνουν, όχι μόνον τα εδάφια τής Αγίας Γραφής, αλλά ακόμη και την ΙΔΙΑ ΤΗΝ ΕΚΚΛΗΣΙΑΣΤΙΚΗ ΙΣΤΟΡΙΑ!!!

Δευτέρα 10 Νοεμβρίου 2014



Ακρογωνιαίος λίθος του Χριστιανισμού γενικά και του μυστηρίου της Εκκλησίας ειδικά, αποτελεί η ομολογία του γεγονότος, που διατυπώνεται με εξαιρετική ακρίβεια από τον Απ. Παύλο, ότι ο Κύριος ανέστη όντως, αληθινά και σωματικά και αυτό αποτελεί την ακατάλυτη βεβαιότητα, την αδιάψευστη απόδειξη για την ανάσταση όλων των νεκρών (Α’ Κορ, 15, 20-24).

Δεν είναι, λοιπόν, τυχαίο το γεγονός ότι για την ανάσταση του Κυρίου, μέσα στην ιστορία, από πολέμιους του προσώπου Του και εχθρούς της Εκκλησίας επινοήθηκαν ποικίλες, αστήρικτες, δοκησίσοφες και αληθοφανείς θεωρίες για να αμφισβητήσουν αυτό το κορυφαίο και καταλυτικό γεγονός του μυστηρίου της θείας Οικονομίας.

Μεταξύ όμως των πολεμίων της σωματικής ανάστασης του Κυρίου, στα νεώτερα χρόνια, συναριθμείται και η αιρετική κίνηση των Μαρτύρων του Ιεχωβά. Γιορτάζουν κάθε χρόνο, όχι την ανάσταση του Χριστού, αλλά πάντα κατά τους ισχυρισμούς τους, την επέτειο του θανάτου του μεγαλύτερου ανθρώπου που έζησε ποτέ.

Είναι σύνηθες το φαινόμενο, η εν λόγω αίρεση να αλλάζει κατά καιρούς τις διάφορες διδασκαλίες της. Στο θέμα όμως της ανάστασης του Θεανθρώπου από την εποχή του Κ Ρώσσελ μέχρι σήμερα, υποστηρίζουν σταθερά την κακοδοξία, ότι ο Ιεχωβά Θεός εξαφάνισε, εκμηδένισε το σώμα του Χριστού, που καταναλώθηκε μέσα στον τάφο και ποτέ δεν αναστήθηκε σωματικά.

Τι αναστήθηκε λοιπόν; Ένα πνευματικό ον, απαντούν οι Μάρτυρες του Ιεχωβά, που επιστρέφει στους ουρανούς και ξαναγίνεται, σύμφωνα με μία άλλη κακόδοξη δοξασία της κίνησης, ο αρχάγγελος Μιχαήλ, ό,τι ήταν, λέγουν, πριν έλθει στη γη.

Δεν θα επεκταθούμε εδώ στα αστήρικτα και αντιφατικά ευφυολογήματα των Μαρτύρων του Ιεχωβά της θεωρίας τους περί αντιλύτρου, αλλά θα υπενθυμίσουμε μόνο τις αντίθετες και καταλυτικές αυτής της πλάνης μαρτυρίες της Αγίας Γραφής.

Ι) Ο απ. Πέτρος υπενθυμίζει στους Ιουδαίους ότι ο βασιλιάς Δαβίδ στον Ψαλμό 15, 10 προφητεύει για τη σωματική Ανάσταση του Κυρίου, καθώς, μεταξύ των άλλων, η προφητεία αναφέρει ότι: «ούτε η σαρξ αυτού είδεν διαφθοράν» (Πραξ. 2, 31-32).

ΙΙ) Στην ανάσταση του Σώματός Του αναφέρεται ο ίδιος ο Χριστός. Ο ευαγγελιστής Ιωάννης μας διασώζει ένα διάλογο του Χριστού με τους Ιουδαίους, όταν διώχνει τους εμπόρους από το Ναό. Οι Ιουδαίοι του ζητούν θαύμα-απόδειξη της εξουσίας Του και ο Ιησούς απαντά: «Γκρεμίστε αυτόν τον ναό και σε τρεις ημέρες θα τον ξανακτίσω» (Ιωάν. 2, 18-20). Σε τι αναφερόταν ο Κύριος; Ο ευαγγελιστής Ιωάννης μας απαντά ότι μιλούσε για την ανάσταση του σώματός Του (Ιωάν. 2, 21-22).

ΙΙΙ) Την σωματική ανάσταση του Χριστού την ομολογούν και τη διαπιστώνουν οι αγίες Μυροφόρες γυναίκες. Ο ευαγγελιστής Ματθαίος μας δίνει την πληροφορία όταν τις συνάντησε ο Κύριος, καθώς πήγαιναν να ανακοινώσουν το γεγονός της αναστάσεως στους μαθητές αυτές: «προσελθούσαι εκράτησαν αυτού τους πόδας και προσεκύνησαν αυτώ» (Ματθ. 28, 9)

ΙV) Ο ίδιος ο Θεάνθρωπος, σε μία από τις εμφανίσεις Του στους μαθητές Του, στην πορεία προς τους Εμμαούς, τους διαβεβαιώνει ακριβώς για το αντίθετο απ’ αυτό που υποστηρίζουν οι Μάρτυρες του Ιεχωβά. Τους προσκαλεί να τον ψηλαφίσουν, τους δείχνει τα χέρια και τα πόδια Του, τους προτρέπει να διαπιστώσουν ότι δεν είναι φάντασμα.

Επιπλέον, παίρνει και τρώει πραγματικά μπροστά τους τα φαγώσιμα, που τους ζήτησε, όχι λόγω ανάγκης, αλλά ως μία επιπλέον επιβεβαίωση ότι ανέστη σωματικά όντως (Λουκ. 24, 36-43). Υπογραμμίζει πολύ χαρακτηριστικά ο άγ. Ιωάννης ο Δαμασκηνός στη συνάφεια αυτή ότι: «Μετά την ανάστασίν του από τους νεκρούς άφησε κατά μέρος όλα τα πάθη, εννοώ την φθοράν, την πείναν και την δίψαν, τον ύπνον και τον κάματον και τα παρόμοια. Διότι αν και εδοκίμασε τροφήν μετά την ανάστασιν, όμως την εδοκίμασε όχι σύμφωνα με τους φυσικούς νόμους -διότι δεν επείνασεν- αλλά επειδή ήθελε να βεβαιώση την αλήθειαν της αναστάσεως με τον τρόπον της οικονομίας του, ότι δηλαδή είναι η ίδια η σάρκα που έπαθε και ανέστη» (Έκδ. Ακριβής, Δ, 1. ΕΠΕ 1, 421)

V) Ανάλογη είναι και η πρόσκληση προς τον απ. Θωμά για να αποδειχθεί για μία ακόμη φορά κατά τρόπο ρεαλιστικό και αδιάψευστο το γεγονός της σωματικής αναστάσεώς Του.

VΙ) Ο ευαγγελιστής Λουκάς στις Πράξεις μας διαβεβαιώνει, ότι: «παρέστησεν εαυτόν ζώντα μετά το παθείν αυτόν εν πολλοίς τεκμηρίοις, δι’ ημερών τεσσαράκοντα οπτανόμενος αυτοίς» (Πραξ. 1, 3. Πρβλ. Α’ Κορ. 15, 4-8).

Τι αποδεικνύουν αυτά τα γεγονότα που καταγράφονται μέσα στην Αγία Γραφή; Την αλήθεια της σωματικής αναστάσεως του Θεανθρώπου Κυρίου ημών Ιησού Χριστού και την κακοδοξία της αιρετικής θέσης. Για μία ακόμη φορά, σχετικά με τις θέσεις των Μαρτύρων του Ιεχωβά και για την Ανάσταση του Χριστού, επιβεβαιώνεται το αγιογραφικόν «ει ουν το φως το εν σοι σκότος εστί, το σκότος πόσον;» (Ματθ. 6, 23).

Τρίτη 4 Νοεμβρίου 2014


Η αναφορά μας στην αίρεση του Μονοφυσιτισμού είναι σήμερα πολύ επίκαιρη, διότι, μέσα στα πλαίσια της παναιρέσεως του διαχριστιανικού Οικουμενισμού, τις τελευταίες δεκαετίες διεξάγεται Θεολογικός Διάλογος με τους αιρετικούς Μονοφυσίτες, ο οποίος κατέληξε στην επαίσχυντη και αντορθόδοξη συμφωνία του Σαμπεζύ το 1990, η οποία δυστυχώς εφαρμόζεται de facto στις ημέρες μας. Δυστυχώς, ορισμένοι «ορθόδοξοι» οικουμενιστές υποστήριξαν, συμπεριφερόμενοι μεταπατερικώς, ότι μόνο αυτοί κατά τους τελευταίους δεκαπέντε αιώνες κατενόησαν την «Ορθοδοξία» των Μονοφυσιτών και την «αδικία», που υπέστησαν από τόσους αγίους Πατέρες!

Στις ημέρες του Θεοδοσίου του μικρού, το 410 μ.Χ., ένας ιερομόναχος, Ευτυχής στο όνομα, δυστυχής στο νου, έγινε αρχηγός της αιρέσεως του Μονοφυσιτισμού, ισχυριζόμενος ο φρενοβλαβής ότι ο Κύριος ημών Ιησούς Χριστός έχει μόνο μία φύση, την φύση της Θεότητος, και μόνο μία ενέργεια, την ενέργεια της Θεότητος. Καθαιρέθηκε, όμως, από τον άγιο Φλαβιανό Πατριάρχη Κων/λεως, με εισήγηση του Ευσεβίου Επισκόπου Δορυλαίου, στην Ενδημούσα Σύνοδο το 448. Στις 13-6-449 ο άγιος Λέων επίσκοπος Ρώμης έγραψε την περίφημη δογματική επιστολή προς τον άγιο Φλαβιανό, που έχει μείνει γνωστή ως ‘ο Τόμος του Λέοντος’. Παρ’όλ’αυτά μεταχειριζόμενος ο άθλιος Ευτυχής ως όργανα τους αθέους ευνούχους του βασιλέως, δεν έπαυε να ταράττει την Εκκλησία και να στήνει παγίδες, έως ότου ετελεύτησε ο βασιλιάς Θεοδόσιος. Το 449 κατάφερε, μαζί με τον μονοφυσίτη Διόσκορο Αλεξανδρείας, να παρασύρει τον αυτοκράτορα στην σύγκληση της ληστρικής Συνόδου της Εφέσου, η οποία ενήργησε βίαια και αντικανονικά. Η Σύνοδος αυτή δικαίωσε τον αιρεσιάρχη Ευτυχή, αποδοκίμασε την Ορθόδοξη διδασκαλία και επιδοκίμασε την κακοδοξία του Ευτυχούς περί μιάς φύσεως. Οι Δόμνος Αντιοχείας, Ευσέβιος Δορυλαίου, Θεοδώρητος Κύρου καί Ίβας Εδέσσης καθαιρέθηκαν, ο δε ιερός Φλαβιανός, αφού κακο­ποιήθηκε και εξορίσθηκε με βάναυσο τρόπο, πέθανε έπειτα από τρεις ημέρες .

Όταν, όμως, βασίλευσε ο άγιος Μαρκιανός με την αγία Πουλχερία, διέταξαν να συγκροτηθεί Οικουμενική Σύνοδος στη Χαλκηδόνα, το 451 μ.Χ., για να εξετάσει την υπόθεση.

Αφού συνήλθαν στη Χαλκηδόνα 630 επίσκοποι, συνεκρότησαν την Δ΄ Αγία και Οικουμενική Σύνοδο. Τότε, αφού συζήτησαν πολλά, κατεδίκασαν και αναθεμάτισαν τον Ευτυχή και τον ακόλουθό του Διόσκορο, όπως και όλους όσους βλασφημούσαν ότι ο Χριστός έχει μία φύση και μία ενέργεια. Διεκήρυξε η Δ΄ Αγία και Οικουμενική Σύνοδος ότι οι δύο τέλειες φύσεις του Χριστού, η θεία και η ανθρώπινη, παρέμειναν μεταξύ τους ενωμένες στο ένα πρόσωπο του Θεού Λόγου «ασυγχύτως, αδιαιρέτως, ατρέπτως και αχωρίστως». Δεν υπήρξε καμμία απορρόφηση ή προσχώρηση ή σύγχυση ή διαίρεση ή τροπή των δύο φύσεων, αλλά παρέμειναν και οι δύο ακέραιες, διατηρώντας η κάθε μία τα ιδιαίτερα χαρακτηριστικά της γνωρίσματα. Οι δύο φύσεις δηλ. αλληλοπεριχωρήθηκαν. Επομένως, το ορθό είναι ότι ο Χριστός είχε δύο τέλειες φύσεις, την θεία και την ανθρώπινη, και όχι μόνο μία, την θεία. Ακολούθως μπορούμε να κάνουμε λόγο για δυοφυσιτισμό μετά την ένωση και όχι για μονοφυσιτισμό.

Επειδή, όμως, οι αιρετικοί δεν πείθονταν στα δόγματα της αγίας Συνόδου, οι άγιοι Πατέρες μετήλθαν άλλο τρόπο. Και τα δύο μέρη, οι Ορθόδοξοι και οι κακόδοξοι Μονοφυσίτες, έγραψαν αυτά που πίστευαν και κήρυτταν σε ξεχωριστό τόμο. Αφού άνοιξαν τη θήκη, που περιείχε το τίμιο λείψανο της αγίας Ευφημίας, απέθεσαν αυτά τα δύο βιβλία σφραγισμένα στο στήθος της αγίας. Αφού, μετά από λίγες ημέρες, άνοιξαν πάλι τη θήκη, είδαν και εξέστησαν. Διότι, τον μεν τόμο των αιρετικών τον βρήκαν ριγμένο κάτω στα πόδια της αγίας, τον δε τόμο των Ορθοδόξων, που περιείχε τον όρο και την απόφαση της Αγίας Συνόδου, τον βρήκαν να κρατιέται από την Μάρτυρα στην αγκαλιά της. Αφού έγινε αυτό, θαύμασαν όλοι γι’ αυτό το παράδοξο. Απ’ αυτό οι μεν Ορθόδοξοι στηρίχθηκαν στη πίστη και δόξασαν τον Θεό, που καθημερινώς πράττει μεγάλα και παράδοξα θαύματα για την επιστροφή και την διόρθωση πολλών, οι δε αιρετικοί Μονοφυσίτες καταισχύνθηκαν.

Εξαιτίας αυτού του παραδόξου θαύματος κατά χρέος ψάλλει η Εκκλησία μας προς την αγία Ευφημία: «Λίαν εύφρανας τους Ορθοδόξους και κατήσχυνας τους κακοδόξους, Ευφημία Χριστού καλλιπάρθενε˙ της γαρ τετάρτης Συνόδου εκύρωσας, α οι Πατέρες καλώς εδογμάτισαν˙ μάρτυς ένδοξε, Χριστόν τον Θεόν ικέτευε, δωρήσασθαι ημίν το μέγα έλεος».
Ο ομόφρων του Ευτυχούς, Διόσκορος, καταδικάσθηκε από την Σύνοδο της Χαλκηδόνος, επειδή ήταν μέγας αιρετικός. Ο Διόσκορος δεν δεχόταν ότι ο Χριστός έχει δύο φύσεις, αλλά αντιθέτως τον φυρμό, την σύγχυση, την σύγκραση ή ανάκρασή τους.

Η γνώμη ορισμένων νεωτέρων οικουμενιστών «θεολόγων» ότι ο Διόσκορος δεν καταδικάσθηκε ως αιρετικός, αλλά για την απείθειά του στην πρόσκληση της Συνόδου της Χαλκηδόνος και επειδή αναθεμάτισε τον άγιο Λέοντα, είναι τελείως αβάσιμη. Οι ανωτέρω επικαλούνται τα λόγια του αγίου Ανατολίου: «Διά την πίστιν ου καθηρέθη Διόσκορος». Παραβλέπουν, όμως, ότι ο Διόσκορος έλεγε κατά την Σύνοδο της Χαλκηδόνος: «Φανερώς διά τούτο καθήρηται ο Φλαβιανός, ότι μετά την ένωσιν δύο φύσεις είπεν˙ εγώ δε χρήσεις έχω των αγίων πάτερων... ότι ου δει λέγειν μετά την ένωσιν δύο φύσεις». Έλεγε ακόμη ότι «το εκ δύο δέχομαι, το δύο, ού δέχομαι», καθώς και ότι «μετά γάρ την ένωσιν δύο φύσεις ουκ εισίν».

Ο ιερός Δοσίθεος Ιεροσολύμων αναφέρει και αναλύει λεπτομερώς δέκα «εγκλήματα» του Διοσκόρου. Στη συνέχεια προσθέτει ότι «εις εκείνο δε όπερ είπεν ο Ανατόλιος, ότι ο Διόσκορος ου καθηρέθη διά πίστιν, και ευρόντες τούτο οιονεί βοήθημα αυτών ύστερον οι Μονοφυσίται και οι Μονοθελήται, έλεγον, ως εκείνος επίστευε, και ημείς, ρητέον, ότι μηνυθείς, και μη ελθών, καθηρέθη, ου μην ότι ην ευσεβής˙ ει γαρ ήρχετο εις την Σύνοδον, καθηρέθη αν διά την πίστιν, όθεν των Μονοθελητών το ειρημένον, ότι ως εκείνος επίστευεν, ούτω πιστεύομεν, μάταιον». Εί­ναι πολύ λυπηρό που οι σημερινοί «Ορθόδοξοι» οικουμενιστές «θεολόγοι» χρησιμοποιούν τα επιχειρήματα των αιρετικών Μονοφυσιτών και Μονοθελητών, για να δι­καιολογήσουν τον αίρεσιάρχη Διόσκορο.

Εκείνη την εποχή ασκήτευε στα ερημικότερα μέρη της Βιθυνίας, ένας πολύ ενάρετος ασκητής, ο όσιος Αυξέντιος (†473), ο οποίος έκανε μεγάλο αγώνα για αντιμετώπιση της αιρέσεως του Μονοφυσιτισμού και την επικράτηση της Δ΄ αγίας και Οικουμενικής Συνόδου.

«Η υπό της Οικουμενικής εν Χαλκηδόνι Συνόδου καταδίκη του Ευτυχούς και της διδασκαλίας του δεν σήμανε το τέλος, αλλά την έναρξη του οργασμού των μονοφυσιτικών αιρέσεων. Ο Μονοφυσιτισμός αποδείχθηκε η πλέον δυσεκρίζωτη αίρεση, από όσες παρουσιάσθηκαν κατά την πρώτη χιλιετηρίδα του Χριστιανισμού».

Έπειτα από την Σύνοδο της Χαλκηδόνος οι οπαδοί του Διοσκόρου και Ευτυχούς, Μονοφυσίτες στο εξής ονομαζόμενοι , αντέδρασαν δυναμικά εναντίον των αποφάσεών της. Επαναστατούσαν πυρετωδώς σε όλες τις περιοχές της αυτοκρατορίας, δημιούργησαν δικές τους αποσχισμένες κοινό­τητες και έφεραν την Εκκλησία σε αξιοθρήνητη κατάσταση.

Ο μονοφυσίτης μοναχός Θεοδόσιος, «ανήρ λυμεών, κατελθών δρομαίος με­τά την εν Χαλκηδόνι Σύνοδον εις Ιεροσόλυμα» κατάφερε να παρασύρει στην κακοδοξία του την σύζυγο του αποθανόντος βασιλέως Θεοδοσίου, Ευδοκία, και όλους σχεδόν τους μοναχούς. Ο Θεοδόσιος κατηγορούσε την Σύνοδο της Χαλκηδόνος «ως ανατρέψασα την ορθή πίστι και κυρώσασα το δόγμα του Νεστορίου». Με βίαιες και εγκληματικές ενέργειες, άρπαξε τον θρόνο της αγίας πόλεως και χειροτόνησε πολλούς επισκόπους, ενώ ο άγιος Ιουβενάλιος Ιεροσολύμων και οι κανονικοί επίσκοποι βρίσκονταν ακόμη στην Σύν­οδο της Χαλκηδόνος.

«Ο Θεοδόσιος οδήγησε έξω από την πόλη τον επίσκοπο Σεβηριανό και εκεί τον φόνευσε, επειδή δεν ήθελε να υποταχθεί στην κακοδοξία του. Έπειτα διήγειρε με­γάλο διωγμό σε όλη την αγία πόλη, εναντίον εκείνων, που δεν ήθελαν να κοινωνήσουν μ'αυτόν. Άλλους, λοιπόν, τυράννησε με βασανιστήρια, άλλων άρπαξε την περιουσία, άλλων κατέκαυσε τα σπίτια, ώστε η πόλη να φαίνεται ότι κυριεύεται από βαρβάρους».

Πολύ μεγαλύτερα ήταν τα δεινά, που προξένησαν στους Ορθοδόξους οι Μονοφυσίτες της Αλεξανδρείας. Η Σύνοδος της Χαλκηδόνος είχε διορίσει τον άγιο Προτέριο ως επίσκοπο της πόλεως, αντί του αιρετικού Διοσκόρου. Η έλευση, όμως, του Αγίου στην Αλεξάνδρεια προκάλεσε αμέσως αιμα­τηρές ταραχές. Μετά δε τον θάνατο του Μαρκιανού (457), ένας φανατικός κληρικός του Διοσκόρου, ο Τιμόθεος ο Αίλουρος, παρέσυρε τους μοναχούς και τον λαό εναντίον του αγίου Προτερίου. Κατά την διάρκεια μάλιστα της νύκτας, παρουσιαζόταν στους μοναχούς σαν άγγελος απεσταλμένος από τον Θεό. Τους παρακινούσε να μη κοινωνούν με τον ιερό Προτέριο, αλλά να έχουν ως επίσκοπο τους τον Αίλουρο, δηλαδή τον εαυτό του.

Τελικά, ο άγιος Προτέριος, μαζί με άλλους έξι, σφάχθηκε, διωκόμενος στην κολυμβήθρα του βαπτίσματος. Καθώς διηγείται ο ιερός Δοσίθεος, οι φανατικοί Μονοφυσίτες ως θηρία κυριολεκτικά έβγαλαν τα σπλάχνα του Ιερομάρτυρος και τα έφαγαν! Στη συνέχεια έσυραν τον Ομολογητή με σχοινιά μέσα στην πόλη και το μεν ένα μέρος του σώματος το έδωσαν στους σκύλους, το δε άλλο κατέκαυσαν.

Μετά τον μαρτυρικό θάνατο του αγίου Προτερίου, ο Τιμόθεος επιβλή­θηκε ως νέος πατριάρχης και προέβη σε παράνομες χειροτονίες Μονοφυ­σιτών με αντίστοιχη εκθρόνιση των Ορθοδόξων ποιμένων. Ο Τιμόθεος νό­θευσε τα βιβλία του αγίου Κυρίλλου και συνεκάλεσε τοπική Σύνοδο, η οποία αναθεμάτισε την Σύνοδο της Χαλκηδόνος και τους αγίους Λέοντα Ρώμης και Ανατόλιο Κωνσταντινουπόλεως. Οι Ορθόδοξοι επίσκοποι και κληρικοί της Αιγύπτου έγραψαν τότε προς τον νέο βασιλέα Λέοντα τον μέγα (457-474) και του εξιστόρησαν τα παράνομα έργα του Τιμοθέου.
Ο μονοφυσίτης επίσκοπος Αντιοχείας Πέτρος ο Κναφεύς είχε υποχρεώσει τον άγιο Μαρτύριο να παραιτηθεί από τον θρόνο του. Ο Πέτρος μάλιστα αναθεμάτιζε όσους δεν πίστευαν ότι η Θεότης ήταν εκείνη, που υπέστη τα πάθη και την σταύρωση, (και όχι η ανθρώπινη φύση του Θεανθρώπου Ιησού) και πρόσθεσε στον τρισάγιο ύμνο την βλάσφημη προσ­θήκη «ο Σταυρωθείς δι' ημάς».

Μετά τον θάνατο, όμως, του ευσεβούς Λέοντος και την εκδίωξη του γαμ­πρού του Ζήνωνος, ο Βασιλίσκος γίνεται κάτοχος του θρόνου της βασιλευούσης (476-478). Ο νέος αυτοκράτωρ, για να στηριχθεί στην εξουσία, προστίθεται στην μερίδα των Μονοφυσιτών και εκδίδει το "Εγκύκλιο" διά­ταγμα. Σ' αυτό καταδίκασε την Σύνοδο της Χαλκηδόνος και τον Τόμο του Λέοντος, και ανεκήρυξε ως επίσημη θρησκεία του κράτους τον Μονοφυσιτισμό. «Ευθέως δε κατά της πίστεως παρετάξατο... Τιμόθεον δε τον Αίλουρον ανεκαλέσατο διά τύπου, και Πέτρον τον Κναφέα κρυπτόμενον εν τη μονή των Ακοίμητων, και όσοι άλλοι εχθροί της αγίας εν Χαλκηδόνι Συνόδου επαρρησιάζοντο κατά της αληθείας».

Την περίοδο αυτή (451-482) τα πλείστα για την στήριξη της Συνόδου της Χαλκηδόνος και την διαφύλαξη της Ορθοδόξου πίστεως προσέφεραν οι Όσιοι μοναχοί Ευθύμιος ο Μέγας, Γελάσιος, Συμεών και Δανιήλ οι Στυλίτες.

Δυστυχώς, οι έριδες και οι ταραχές μεταξύ Ορθοδόξων και Μονοφυ­σιτών εξακολουθούσαν και μετά την εκδίωξη του Βασιλίσκου.

Ο αυτοκράτορας Ζήνων έκρινε πλέον ως αναγκαία την χάραξη ενωτικής πολιτικής και κατά το έτος 482 εκδίδει, κατόπιν συνεννοήσεως με τον Ακά­κιο Κωνσταντινουπόλεως, το «Ενωτικόν» διάταγμα. Το Ενωτικόν κατα­δίκαζε τον Νεστοριανισμό και τον Ευτυχιανισμό, απέφευγε τις επίμαχες φράσεις "μία ή δύο φύσεις", παραμέριζε με έντεχνο τρόπο τον όρο της Συνό­δου της Χαλκηδόνος, αναγνώριζε ως έγκυρο το Σύμβολο πίστεως της Α' και Β' Οικουμενικής Συνόδου και απέφευγε να συναριθμήσει την Σύνοδο της Χαλκηδόνος μεταξύ των Οικουμενικών.

Ο βασιλιάς Αναστάσιος ο Δίκορος εξορίζει κατά το έτος 511 τον ιερό Μακεδόνιο Πατριάρχη Κων/λεως στα Ευχάιτα. Ο διάδοχός του, Τιμόθεος (511-518), εξορίζει τον μοναχό Δωρόθεο, που είχε γράψει ένα βιβλίο με πολλούς στίχους υπέρ της Συνόδου της Χαλκηδόνος, στην Ώασι. Το δε βιβλίο ξεσκίζει, επειδή είχε επιγραφή : ‘Τραγωδία, ήγουν προφητεία της νυν καταστάσεως’.
Ο Αναστάσιος συγκάλεσε, επίσης, στη Σιδόνα (511) Σύνοδο των Σύρων και των Παλαιστινίων επισκόπων «επί τη τελεία εκβολή της αγίας εν Χαλκη­δόνι Συνόδου». Οι  πατριάρχες Ηλίας και Φλαβιανός, που συμμετείχαν στη Σύνοδο της Σιδόνας, παρεμπόδισαν τον αναθεματισμό των αποφά­σεων της Συνόδου της Χαλκηδόνος και διέλυσαν την Σύνοδο.

Οι Μονοφυσίτες εξοργίσθηκαν με την στάση αυτή των δύο πατριαρχών και αποφάσισαν να τους εξορίσουν. Οι Ορθόδοξοι μοναχοί της Κοίλης Συ­ρίας κατέφθασαν τότε στην Αντιόχεια, αποφασισμένοι να υπεραμυνθούν με κάθε τρόπο του Φλαβιανού. Παρά τα μεγάλα δεινά, που υπέστησαν, δεν κατόρθωσαν να διασώσουν τον ποιμένα τους, ο οποίος εξορίσθηκε (512) μαζί με «άλλους πολλούς επισκόπους σιδηροδεσμίους, κληρικούς και μοναχούς».

Ο αυτοκράτορας με μεγάλη χαρά έστειλε τότε για επίσκοπο στην Αντιό­χεια τον έξαρχο των Ακέφαλων Σεβήρο. «Ηλίας δε ο Ιεροσολύμων, αναγκαζόμενος υπό του βασιλέως, ή Σευήρω κοινωνήσαι, ή της επισκοπής εκβληθήναι, των μοναχών οχυρωσάντων αυτόν, της επισκοπής μάλλον ηρετίσατο εκβληθήναι».

Στην κρίσιμη εκείνη περίοδο τα μοναχικά τάγματα αγωνίσθηκαν με ηρωισμό και αυτοθυσία. Οι μοναχοί της Κων/λεως, της Αντιο­χείας και των Ιεροσολύμων προσπαθούσαν με κάθε τρόπο να διαφυλάξουν την πίστη τους και να προστατεύσουν τους ποιμένες τους, οι οποίοι - ο ένας μετά τον άλλο - έπαιρναν τον δρόμο της εξορίας.

Νέο πρόσωπο από πλευράς Μονοφυσιτών κατά την περίοδο αυτή είναι, όπως είδαμε, ο Σεβήρος. Εκτός από τους Μονοφυσίτες, που είχαν και έχουν τον Σεβήρο ως έξαρχο, υπάρχουν και ορισμένοι «Ορθόδοξοι» οικουμενιστές - δυστυχώς ακό­μη και σήμερα - οι οποίοι πιστεύουν, ότι ο άνθρωπος αυτός δεν είχε κακόδοξα φρονήματα! Και μάλιστα ενώ άλλοι αιρετικοί (όπως οι Μονοθελήτες Παύλος Κων/λεως και Μακάριος Αντιοχείας) τον κατέτασσαν στους αιρετικούς. Ας δούμε, όμως, με λίγα λόγια την γνώμη των αγίων Πατέρων.

Ο Κύριλλος ο Σκυθοπολίτης, που συνέγραψε τους βίους των ηγετών των μοναχών της Παλαιστίνης, λέει ότι ο Σεβήρος «καθυπέβαλλε την Σύν­οδο της Χαλκηδόνος σε μύρια αναθέματα. Κήρυττε επίσης μία φθαρτή φύση του Δεσπότου Χριστού του Υιού του Θεού μετά την σάρκωση και ενανθρώπηση από την Παρθένο, φιλονεικώντας να εδραιώσει την κακοδοξία του Ευτυχούς.
Επειδή ήταν φιλοτάραχος, επινόησε πολλές καινοτομίες κατά των ορθών δογ­μάτων και θεσμών της Εκκλησίας και αποδεχόταν την ασεβέστατη και ληστρικωτάτη δευτέρα Σύνοδο της Εφέσου… Διαβεβαίωνε ακόμη ότι η υπόσταση είναι φύση και η φύση υπόσταση. Χωρίς μάλιστα να αναγνωρίζει καμμία διαφορά ανά­μεσα στα ονόματα αυτά, τόλμησε να ονομάζει την αγία και προσκυνητή ομοούσιο τριάδα των θείων υποστάσεων, τριάδα φύσεων και Θεοτήτων και Θεών»!

Ο αιρεσιάρχης και «τυφλός» Σεβήρος «αρνούμενος το της κοινής σωτηρίας μυστήριον», πίστευε ότι ο Χριστός είναι μία σύνθετη φύση και έχει ένα θέλημα, ενώ κατά τους αγίους Πατέρες είναι μία σύνθετη υπόσταση, δηλ. ένα πρόσωπο με δύο φύσεις και δύο θελήσεις. Δεχόμενος δε ο Σε­βήρος δύο φύσεις προ της ενανθρωπήσεως του Χριστού, «δεν ντρέπεται να αποφαίνεται ότι ο Χριστός συντίθεται από δύο πρόσωπα και δύο υποστάσεις». Συνεπώς «ο δυσσεβής Σεβήρος απεβάλλετο τους αγίους Πατέρας». Κατά δε τον άγιο Ταράσιο Κων/λεως, ήταν και Εικονομάχος.

Τα τόσο πολλά κακόδοξα φρονήματα του Σεβήρου ανάγκασαν τον άγιο Σωφρόνιο να αναφωνήσει: «Μεθ'ών απάντων (των αιρετικών) και προ πάντων και μετά πάντας και κατά πάντας και υπέρ πάντας έστω και Σεβήρος ανάθεμα, ο τούτων μαθητής εκμανέστατος, και πάντων χρηματίσας Ακεφάλων των νέων και των παλαιών ωμότατος τύραννος, και της Αγίας Καθολικής Εκκλησίας εχθρός δυσμενέστατος, και της Αντιοχέων αγιωτάτης Εκκλησίας μοιχός ανομώτατος και φθορεύς βδελυρώτατος».

Αναφέρεται ακόμη ότι ο Σεβήρος έστειλε δύο επισκόπους του προς τον αρχηγό των Σαρακηνών Αλαμούνδαρο, ο οποίος είχε γίνει Χριστιανός, προσπαθώντας να τον προσελκύσει στην αίρεσή του. Ο Αλαμούνδαρος τότε, θέλοντας να τους ελέγξει, τούς είπε : «Μόλις με ειδοποίησαν ότι πέθανε ο αρχάγ­γελος Μιχαήλ». Εκείνοι είπαν ότι αυτό είναι αδύνατο˙ και αυτός τούς απήν­τησε με μεγάλη σύνεση : «Αφού οι άγγελοι είναι αθάνατοι, τότε πώς, κατά τα λεγόμενά σας, έπαθε και πέθανε η Θεότης επί του σταυρού, η οποία είχε συγκραθεί (αναμιχθεί) με την σάρκα και αποτελέσει μία φύση»;

Την περίοδο αυτή (482-518) εντυπωσιακά κατορθώματα εναντίον των Μονοφυσιτών κατάφεραν οι Όσιοι μοναχοί Σάββας ο ηγιασμένος, Θεοδόσιος ο Κοινοβιάρχης και Ιωάννης ο Ησυχαστής.
Προς τον άγιο Ιωάννη τον Καππαδόκη Πατριάρχη Κων/λεως (518-520) και την Ενδημούσα Σύνοδο έδωσαν επι­στολή ορισμένοι κληρικοί και δώδεκα μοναχοί διαφόρων Μονών της Αντιοχείας, σχετικά με τα δυσσεβή έργα του Σεβήρου, στην οποία έλεγαν :

«Ποιά τραγωδία δεν επεσκίασαν τα δεινά έργα, που απετόλμησε ο Σεβήρος;
Αυτός κατ' αρχήν, παραλείποντας τα του ιδιαιτέρου βίου του, για να μη σας κουράσουμε, δεν φαίνεται ότι κοινώνησε ποτέ με οποιαδήποτε Ορθόδοξο Εκκλησία. Έπειτα, αφού κατασυκοφάντησε και κατάφερε να εκθρονίσει τον νόμιμο ποιμένα, τον μακαριώτατο Φλαβιανό, άρπαξε με δολιότητα τον θρόνο του.

Από τότε και στο εξής, ως «μισθωτός ποιμήν», δεν εποίμανε την ποίμνη του Χριστού, ούτε έφυγε, το οποίο θα ήταν και το καλύτερο. Αντιθέτως, αυτός ο ίδιος έπραττε τα θηριώδη έργα της σφαγής και του διασκορπισμού των προβάτων. Επινοούσε επίσης μωρολογίες και βλασφημίες εναντίον του Θεού, και δεν άφησε κανένα από τους αγίους Πατέρες, που να μη τον κατηγορήσει.
Εξακολουθεί μάλιστα να αποκηρύττει καθημερινά τις Συνόδους, που συγκρο­τήθηκαν υπέρ της ευσεβούς πίστεως. Εφόσον δηλ. ο Σεβήρος τόλμησε να ανα­θεματίσει και να πολεμήσει την αγία Σύνοδο της Χαλκηδόνος, είναι ολοφάνερο ότι αποστρέφεται και μισεί και τις τρεις πρώτες Οικουμενικές Συνόδους, οι οποίες είναι αδελφές της. Και τούτο, διότι η Σύνοδος αυτή επικύρωσε - περισσότερο από κάθε άλλη – το Σύμβολο πίστεως των τριακοσίων δεκαοκτώ αγίων Πατέρων, αποδέχ­θηκε τους εκατόν πενήντα οσίους και αγίους Πατέρες της Β΄ Οικουμενικής Συνόδου, και φυσικά και τους οσίους Πατέρες, που συνήλθαν με όμοιο τρόπο στην Έφεσο κατά του δυσσεβούς Νεστορίου,

Πόσους δε φόνους αγίων μοναχών διέπραξε, αναθέτοντας την σφαγή σε Ιουδαϊκά χέρια, δεν διέφυγε ούτε την δική σας προσοχή, οσιώτατοι, ούτε κανενός άλλου. Διότι, ήταν ελεεινό θέαμα να βλέπεις πεταμένους εδώ και εκεί, γυμνούς, άταφους, κατασπαραγμένους από τους σκύλους και εκτεθειμένους στα αρπακτικά όρνεα περισσοτέ­ρους από τριακόσιους άνδρες. Όλοι αυτοί οι μοναχοί, που είχαν αγωνισθεί ασκητικά έως τα γηρατειά τους, προέρχονταν από την δευτέρα επαρχία των Σύρων.

Τα όμοια, επίσης, και το ίδιο ελεεινά έχει πράξει και μέσα στους ξενώνες του. Διότι, τώρα οικοδομεί σκοτεινές φυλακές και, αφού κατακλείει και μαστιγώνει πολλούς μέσα σ' αυτές ένεκα της ευσεβούς πίστεώς τους, στη συνέχεια τούς σκοτώνει. Αλλά, και εκείνα, που τόλμησε να πράξει κοντά στις πηγές της Δάφνης, οσιότατοι, χρησιμοποιώντας μαγείες και λατρεύοντας με αηδιαστικά θυμιάματα τους δαίμονες, τα διηγείται όλη εκείνη η μεγάλη πόλη.

Δεν λυπήθηκε φυσικά ούτε αυτά ακόμη τα άγια θυσιαστήρια ή τα ιερά σκεύη. Έτσι, τα μεν απέξυνε ως ακάθαρτα, τα δε πάλι έσπαζε και έλειωνε με την βοήθεια των ομοφρόνων του. Εκτός απ' αυτά, όμως, ω μακαριότατοι, έχει τολμήσει και το εξής : Σφετερίσθηκε με τους συντρόφους του τα χρυσά και ασημένια περιστέρια, τα οποία ήταν κρεμασμένα - εις τύπον του Αγίου Πνεύματος - επάνω από τις θείες κολυμβήθρες και τα ιερά θυσιαστήρια. Έλεγε, μάλιστα, ότι δεν είναι σωστό να παρο­μοιάζεται το Άγιον Πνεύμα με περιστέρι.

Επίσης, αφού απεκόμισε τα χρήματα, τα οικήματα και τα καλύτερα κτήματα, που ανήκαν στην Εκκλησία, τα κατεδαπάνησε όλα και την καταχρέωσε με βαρύ­τατα δάνεια. Δεν είναι, όμως, δυνατό, μακαριότατοι, να διηγηθούμε με λεπτομέρειες όλα όσα απετόλμησε ό Σεβήρος, γι' αυτό και αρκούμεθα σ' αυτά τα λίγα, αν και στην πραγματικότητα είναι τεράστια».

Πολύ συγκινητική είναι επίσης η επιστολή, που λίγο αργότερα έστειλαν οι μοναχοί της Απαμείας προς τους επισκόπους τους, στην οποία διηγούνται τα φοβερά έργα του μονοφυσίτου Πέτρου Απαμείας.

«Ο Πέτρος στέλνει πολλές φορές άτομα και προξενούν πληγές στους μοναχούς της Μονής Δωροθέου. Στη συνέχεια τους φέρνει στην πόλη και τους κλείνει στη φυλακή. Και δεν σταματά από αυτό το έργο, αν και το έχει πράξει πολλές φορές. Ποιος, όμως, θα μπορέσει να προσεγγίσει την αλήθεια, διηγούμενος τα κακά, που έγιναν στο Μοναστήρι της Ματρώνης;… Αλλά, εάν πάλι θυμηθούμε όσους είχαν επιτεθεί κατά της Μονής των Οράγων, πόσες άραγε σελίδες θα χρειασθούν, για να αφηγηθούμε τα τόσα πολλά αδικήματά τους; Διότι, δεν δίστασαν – όπως γίνεται στις πολιορκίες – να καταστρέψουν την Μονή και να συλλάβουν ως αιχμαλώτους τους μοναχούς, που έψαλλαν εκεί…

Σε κανένα επίσης από τους γύρω κατοίκους δεν διέφυγαν τα όσα έγιναν κατά την έφοδο εναντίον της Μονής των Νικερτών. Αλλά, και ποιος λογικός άνθρωπος θα μπορέσει να διηγηθεί χωρίς δάκρυα, τα φοβερά έργα, που διέπραξαν με εχθρικό τρόπο, να φονεύουν τους ευλαβείς και Ορθοδόξους μοναχούς, που συναθροίζονταν εκεί, για να τιμήσουν την επιτελουμένη εορτή. Άλλωστε, ήταν συνηθισμένος πλέον στους φόνους των μοναχών και θεωρούσε μέγα κέρδος την καταραμένη από όλους τους ανθρώπους αυτή την πράξη».

Οι μοναχοί διαφόρων Μονών από την Κων/λη, την Συρία, την Παλαιστίνη, το Σινά, την Ραϊθώ και την Σκυθόπολη στέλνουν νέα επιστολή προς τον ιερό Μηνά Πατριάρχη Κων/λεως, η οποία διαβάζεται στην πέμπτη πράξη της Μεγάλης Ενδημούσης Συνόδου της Κων/λεως το 536, στην οποία καταγγέλλουν τα παράνομα έργα του Σεβήρου, του Πέτρου και των άλλων αιρετικών, και συγκεκριμένα τα αναθέματα κατά των αγίων Πατέρων, της Συνόδου της Χαλκη­δόνος και του τόμου του Λέοντος, τις πιέσεις και τους εκβιασμούς σε Ορθο­δόξους κληρικούς, για να υπογράψουν τα αναθέματα αυτά, τους βίαιους φόνους αγίων ανδρών, τις παράνομες χειροτονίες, τις ληστρικές εφόδους κατά των Μονών, τους φόνους των μοναχών, τα σχίσματα και τους εμφυ­λίους πολέμους, που επέφεραν τον τελευταίο καιρό στην Αλεξάνδρεια και πολλά άλλα[46].
Μεγάλοι πολέμιοι των Μονοφυσιτών αυτή την περίοδο (550-619) υπήρξαν οι ιερομάρτυς Αναστάσιος, Ιωάννης Μόσχος, Όσιος Αντίοχος ο Πανδέκτης, Θεόδωρος πρεσβύτερος της Ραϊθούς, Όσιος Ιωάννης ο Σιναΐτης ο συγγραφεύς της Κλίμακος, Όσιος Βαρσανούφιος, Όσιος Ιωάννης ο Προφήτης και ο Όσιος Δωρόθεος.

Τέλος, εκφράζουμε την ευχή οι Αντιχαλκηδόνιοι Μονοφυσίτες να συνειδητοποιήσουν ότι οι «πατέρες» τους έπεσαν σε αίρεση, να κατανοήσουν την πλάνη, στην οποία δυστυχώς μέχρι σήμερα βρίσκονται, να αποκηρύξουν την αίρεση και τους αρχηγούς της Ευτυχή, Διόσκορο και Σεβήρο και να επανέλθουν στην αγκάλη της αγίας Ορθοδόξου Εκκλησίας μας, που είναι η Μία, Αγία, Καθολική και Αποστολική Εκκλησία.



Πηγη : http://www.impantokratoros.gr/

Δευτέρα 20 Οκτωβρίου 2014

Η Χριστολογία των Αποστολικών Πατέρων


                                                              Εισαγωγή

Αποστολικοί Πατέρες ονομάζονται οι ποιμένες και διδάσκαλοι εκείνοι οι οποίοι υπήρξαν διάδοχοι των ιδίων των Αποστόλων ή των μαθητών τους, και έδρασαν κατά την μεταποστολική εποχή. Ο όρος «Αποστολικός Πατήρ» δεν είναι βέβαια όρος της εκκλησιαστικής Παραδόσεως, αλλά νεώτερος, επινοηθείς και υιοθετηθείς από ξένους ερευνητές. Τον όρο «αποστολικοί πατέρες» εισήγαγε πρώτος ο Jean Baptiste Cotelier με το έργο του Patres aevi apostolici που εκδόθηκε στο Παρίσι το 1672. Έκτοτε ο όρος αυτός απαντά σε κάθε έκδοση έργων των ονομαζομένων «αποστολικών πατέρων», ανεξαρτήτως χρόνου και ομολογίας1. Ο εν λόγω όρος περιέλαβε σταδιακά περισσότερους Πατέρες από όσους εσήμαινε αρχικώς. Υπό την κυρία έννοια του όρου, που δηλώνει τους μαθητές ή ακροατές των Αποστόλων και φορείς της αποστολικής παραδόσεως, Αποστολικοί Πατέρες είναι μεμαρτυρημένως μόνον οι Άγιοι Κλήμης Ρώμης, Πολύκαρ­πος Σμύρνης και Ιγνάτιος Αντιο­χείας2. Ο Cotelier όταν εξέδωσε το ως άνω έργο του συμπεριέλαβε, πλην των έργων των τριών αυτών Πατέρων, την επιστολή Βαρνάβα και τον Ποιμένα του Ερμά, στην ανατύπωση δε της εκδόσεως αυτής από τον Callandi προσετέθησαν οι Παπίας, Κοδράτος και η Προς Διόγνητον Επιστολή3. Αργότερα στην ομάδα προσετέθη και η ανακαλυφθείσα εσχάτως από τον Κωνσταντίνο Τυπάλδο και εκδοθείσα από τον Φιλόθεο Βρυέννιο το 1883 Διδαχή των Αποστόλων4. Σήμερα στους Αποστολικούς Πατέρες συμπεριλαμβάνονται όλοι οι παραπάνω συγγραφείς, πλην του συγγραφέως της Προς Διόγνη­τον Επιστολής και του Κοδράτου, λόγω του διαφορετικού λογοτεχνικού είδους που καλλιέργησαν, ο πρώτος δε και λόγω της μεταγενέστερης χρονικής τοποθέτησής του5. Ο πατρολόγος Στ. Παπαδόπουλος υποστηρίζει μάλιστα, βάσει της αμφισβητήσεως της αποστολικότητας, με την στενή ή την πνευματική έννοια, στους περισσότερους από τους Αποστολικούς Πατέρες, πως πρέπει να ονομάζονται εις το εξής τέτοιοι μόνον οι Κλήμης, Ιγνάτιος και Πολύκαρπος, κατ' εξοχήν δε μόνον ο Ιγνάτιος ο Θε­οφόρος6. Η ανά χείρας μελέτη στους «Αποστολικούς Πατέρες» συμπεριέλαβε, κατά τα κρατούντα, την ομάδα των επτά συγγραφέων, δηλ. όλους τους παραπάνω, πλην του Κοδράτου και του συγγραφέως της Προς Διόγνητον.

Για την παρουσίαση της διδασκαλίας των υπολοίπων Αποστολικών Πατέρων, δεν χρησιμοποιήθηκαν στην μελέτη τα αμφιβαλλόμενα κείμενά τους, δηλαδή οι αμφιβαλλόμενες επιστολές του Αγίου Ιγνατίου7, η λεγόμενη Β' Κλήμεντος και, φυσικά, τα Ψευδοκλημέντια8.

Χριστολογία ονομάζεται η διδασκαλία περί του προσώπου και του έργου του Ιησού Χριστού9, αν και το δεύτερο εξετάζεται συνήθως ξεχωριστά, από την σωτηριολογία10. Η παρούσα μελέτη ασχολείται μόνο με την διδασκαλία περί του προσώπου του Χριστού, και της ενώσεως εν Αυτώ της θείας και της ανθρωπίνης φύσεως. Η Χριστολογία των Αποστολικών Πατέρων, με την οποία ασχολείται η παρούσα μελέτη, παρουσιάζει ιδιαίτερο ενδιαφέρον, διότι αποτελεί την μετάβαση από την Χριστολογία των συγγραφέων της Καινής Διαθήκης στην Χριστολογία των κατοπινών αιώνων, και της οριστικής διατυπώσεως του χριστολογικού δόγματος· γενικώτερα στα έργα των Αποστολικών Πατέρων βλέπουμε την «αρχομένην διαμόρ­φωσιν της πρωτοχριστιανικής δογματικής και βιβλικής ορολογίας, βαθμηδόν αναγομένης εις επίπεδα θεολογικά, ανώτερα της «λαϊκής ή "κοινής" γλωσσικής διατυπώσεως»11. Η Χριστολογία αυτή διαμορφώνεται πρωτίστως ως αντίδραση στις χριστολογικές παραχαράξεις αφ' ενός των ιουδαϊζόντων αιρετικών που αρνούνταν την θεότητα του Ιησού Χριστού, αφ' ετέρου των Γνωστικών, οι οποίοι αρνούνταν την ανθρώπινή Του φύση12. Η προσπάθεια των Αποστολικών Πατέρων για την διάσωση της ορθοδόξου Χριστολογίας έχει σωτηριολογικό κίνητρο, καθώς προσπαθεί να διαφυλάξει την ορθή έννοια της εν Χριστώ σωτηρίας. Και στις δύο αιρετικές αποκλίσεις, στην άρνηση της θεότητας ή της ανθρωπότητας του Χριστού, το αποτέλεσμα είναι το ίδιο: δεν έχει ενωθεί υποστατικώς η θεία και η ανθρώπινη φύση εν Χριστώ, συνεπώς δεν έχει επιτευχθεί η δυνατότητα θεώσεως συνόλου της ανθρωπίνης φύσεως. Χριστολογικά στοιχεία απαντώνται επίσης στην προσπάθεια νουθεσίας και εμψυχώσεως των πιστών εκ μέρους των γραφόντων. η πραγματικότητα του πάθους του Κυρίου, το οποίο προϋποθέτει ανθρώπινη φύση, αποτελεί και ένα υπόδειγμα υπομονής και καρτερίας των πιστών στους διωγμούς και τις θλίψεις «οι δε πιστοί εν αγάπη χαρακτήρα Θεού Πατρός διά Ιησού Χριστού, δι' ου, εάν μη αυθαιρέτως έχωμεν το αποθανείν εις το αυτού πάθος, το ζην αυτού ουκ έστιν εν ημίν»13. Η αναφορά στην Ανάσταση του Κυρίου και στην Δευτέρα Του Παρουσία, τα οποία σχετίζονται με την θεότητά Του, γίνεται προς υπενθύμιση της δόξης που αναμένει τους πιστούς και της ανάγκης εγρηγόρσεως και προς περιφρόνηση όσων κινδύνων δείχνουν να απειλούν την Εκκλησία. «"Διό αναζωσάμενοι τας οσφύας υμών δουλεύσατε τω Θεώ εν φόβω και αληθεία", απολιπόντες την κενήν ματαιολογίαν και την των πολλών πλάνην, "πιστεύσαντες εις τον εγείραντα τον Κύριον ημών Ιησούν Χριστόν"... ος έρχεται κριτής ζώντων και νεκρών, ον το αίμα εκζητήσει ο Θεός από των απειθούντων αυτώ. Ο δε εγείρας αυτόν εκ νεκρών και ημάς εγερεί, εάν ποιώμεν αυτού το θέλημα και πορευώμεθα εν ταις εντολαίς αυτού»14. Σε άλλο σημείο η ενότης του Χριστού προς τον Πατέρα προβάλλεται ως υπόδειγμα της ενότητος και ομοφροσύνης των πιστών: «Πάντες τω επισκοπώ ακολουθείτε, ως Ιησούς Χριστός τω Πατρί, και τω πρεσβυτερίω ως τοις αποστόλοις»15.

Η διαπραγμάτευση της Χριστολογίας των Αποστολικών Πατέρων στο κύριο μέρος, ακολούθησε την μέθοδο των δογματικών εγχειριδίων16· στο πρώτο μέρος παρατίθεται η διδασκαλία περί της θείας φύσεως του Χριστού, έπειτα, στο δεύτερο μέρος, η σχετική με την ανθρώπινη φύση του Χριστού και στο τρίτο μέρος, ξεχωριστά, παρουσιάζονται χωρία που φανερώνουν την ένωση των δύο φύσεων σε ένα πρόσωπο, καθώς και χωρία τα οποία παρουσιάζουν τις σήμερον λεγόμενες ακολουθίες της υποστατικής ενώσεως. Ακολουθούν τα συμπεράσματα της μελέτης. Σε καθένα από τα δύο πρώτα μέρη προηγείται μία μικρή υποενότητα η οποία παρουσιάζει την αίρεση που αντιτάχθηκε στην αντίστοιχη, κατά τις ενότητες της εργασίας, χριστολογική διδασκαλία των Αποστολικών Πατέρων. Η παράθεση χωρίων δεν ακολουθεί την χρονολογική σειρά των Πατέρων ούτε εξυπηρετεί άλλη σκοπιμότητα· γίνεται μόνον σύμφωνα με την σπουδαιότητα, κατά την κρίση του γράφοντος, των χριστολογικών τους χωρίων, προχωρώντας από τα περισσότερο στα λιγότερο σαφή. Από την παράθεση της διδασκαλίας των Πατέρων γίνεται σαφές πως ο μόνος από τους Αποστολικούς Πατέρες που συνέβαλε στην ανάπτυξη της Θεολογίας, είναι ο Άγιος Ιγνάτιος Αντιοχείας. Τα κείμενά του χαρακτηρίζονται ως τα σημαντικώτερα, ορθοδοξότερα και κατ' εξοχήν θεολογικά κείμενα για το διάστημα μεταξύ Αποστόλων και Ειρηναίου· ακόμη και οι πιο έγκριτοι από τους υπολοίπους Αποστολικούς Πατέρες, οι Κλήμης Ρώμης και Πολύκαρπος Σμύρνης, δεν έλυσαν κατά τρόπο θεολογικό, οριστικό και αυθεντικό τα προβλήματα που απασχολούσαν την Εκκλησία17...

ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ
Ανδρούτσου, Χρ., Δογματική της Ορθοδόξου Ανατολικής Εκκλησίας, Εκδοτικός Οίκος «Αστήρ», Αθήναι 19924.
Bebis, G., «Ignatius of Antioch», Τhe Encyclopedia of Religion, vol. 7, New York 1987, pp. 86.87.
Γαλίτη, Γ., «Κύριος», Θρησκευτική και Ηθική Εγκυκλοπαιδεία, τ. 7, Εκδότης Αθ. Μαρτίνος, Αθήναι 1965, σσ. 1214-1219.
Δημητροπούλου, Π., «Σαρξ», Θρησκευτική και Ηθική Εγκυκλο­παιδεία, τ. 10, Εκδότης ΑΘ. Μαρτίνος, Αθήναι 1965, σ. 1177.
Ζήση, Θ., Η Σωτηρία του ανθρώπου και του κόσμου, Πατερικά 2, Εκδόσεις Βρυέννιος, Θεσσαλονίκη 1992.
Ζήση, Θ., Επόμενοι τοις Θείοις Πατράσι, Αρχές και κριτήρια της Πατερικής Θεολογίας, Πατερικά 1, Εκδόσεις Βρυέννιος, Θεσσαλονίκη 1993.
Καλογήρου, Ιω., Ιστορία των Δογμάτων, τ. Α', Εκδόσεις Πουρναρά, Θεσσαλονίκη 1992.
Κρικώνη, Χρ., Το Μυστήριον της Εκκλησίας, Εκδοτικός Οίκος Κυρομάνος, Θεσσαλονίκη 19923.
Κρικώνη, Χρ., Η Εκκλησία Αυθεντικός Ερμηνευτής της εν Χριστώ Θείας Αποκαλύψεως, University Studio Press, Θεσσαλονίκη 1993.
Κρικώνη, Χρ., Αποστολικοί Πατέρες, τ. Α', University Studio Press, Θεσσα­λονίκη 1995.
Κρικώνη, Χρ., Πατερικά Θεολογικά Μελετήματα, University Studio Press, Θεσσαλονίκη 1998.
Ματσούκα, Ν., Ορθοδοξία και αίρεση, Φιλοσοφική και Θεολογική Βιβλιοθήκη 23, Εκδόσεις Π. Πουρναρά, Θεσσαλονίκη 1992.
Μπόνη, Κ., Χριστιανική Γραμματεία, τ. Α', Αρχείο Περιοδικού «Θεο­λογία», Αθήναι 1977.
Παναγοπούλου, Ιω., Η Ερμηνεία της Αγίας Γραφής στην Εκκλησία των Πατέρων, τ. Α', Εκδόσεις Ακρίτας, 'Αθήνα 1991.
Παπαγεωργακοπούλου, Αν., Το πάθος του Ιησού ως Υιού του ανθρώπου (ανάτυπον εκ του Ι' τόμου της Επιστημονικής Επετηρίδος της Θεολογικής Σχολής), Θεσσαλονίκη 1965.
Παπαδοπούλου, Στ., «Περί τον όρον "Αποστολικοί Πατέρες"», Κληρονομιά 2 (1974), σσ. 229-234.
Παπαδοπούλου, Στ., Πατρολογία, τ. Α', Αθήνα 1977.
Quispel, G., «Gnosticism from Its Origins to the Middle Ages», The Encyclopedia of Religion, vol. 5, New York 1987, pp. 566-574.
Rienecker, Fr., Lexikon zur Bibel, Brock-haus Verlag, Wuppertal 197813.
Ρωμανιδου, Ιω., Δογματική και Συμβολική Θεολογία της Ορθοδόξου Καθολικής Εκκλησίας, τ. Α', Εκδόσεις Π. Πουρναρά, Θεσσαλονίκη 1973.
Στεφανιδου, Β., Εκκλησιαστική Ιστορία, Εκδοτικός Οίκος Αστήρ, Αθήναι 1959.
Στογιάννου, Β., «Η Χριστολογία των επιστολών Ιγνατίου του και Θεοφόρου», Θεολογικόν Συμπόσιον, Χαριστήριον εις τον καθηγητήν Παναγιώτην Χρήστου, Θεσσαλονίκη 1967, σσ. 69-110.
Τρεμπέλα, Π., Δογματική της Ορθοδόξου Καθολικής Εκκλησίας, τ. Β', Αθήναι 19792.
Τσάκωνα, Β., Η Χριστολογία των Επιστολών του Ευαγγελιστού Ιωάννου, Αθήναι 1970.
Φειδά, Βλ., Εκκλησιαστική Ιστορία, τ. Α', Αθήναι 1992.
Χρήστου Π., Ελληνική Πατρολογία, τ. Β', Πατριαρχικόν Ίδρυμα Πατερικών Μελετών, Θεσσαλονίκη 1978.
Χρήστου, Π., Εκκλησιαστική Γραμματολογία, τ. Α'. Εκδοτικός Οίκος Κυρομάνος, Θεσσαλονίκη 19912.
* Επί μέρους μεταπτυχιακή εργασία στην ειδίκευση της Πατρολογίας (1999). Οι πλήρεις βιβλιογραφικές ενδείξεις παρατίθενται στο τέλος της μελέτης.


1. Στ. Παπαδοπούλου, Περί τον όρον «Αποστολικοί Πατέρες», σ. 229.
2. Κ. Μπονη, Χριστιανική Γραμματεία, σ. 139ε.
3. Π. Χρήστου, Πατρολογία, σ. 350.
4. Κ. Μπονη, ένθ' ανωτ., σ. 296ε.
5. Π. Χρήστου, ένθ' ανωτ. Πρβλ. και Χρ. Κρικωνη, Αποστολικοί Πατέρες, σ. 11.
6. Στ. Παπαδοπούλου, ένθ' ανωτ., σ. 230ε.
7. Περί το πρόβλημα των επιστολών του Ιγνατίου βλ. Π. Χρήστου, ένθ' ανωτ., σ. 414ε.
8. Περί της μη γνησιότητας των έργων αυτών βλ. Κ. Μπονη, ένθ' ανωτ., 197.207.
9. Χρ. Ανδρούτσου, Δογματική, σ. 169.
10. Όπως στον Π. Τρεμπελα, Δογματική, σ. 143.
11. Κ. Μπονη, ένθ' ανωτ., σ. 141.
12. Θ. Ζήση, Η Σωτηρία, σ. 179ε. «Ως προς τα συνιστώντα το πρόσωπον του Χριστού μέρη ενεφανίσθησαν πρωΐμως δύο αιρετικαί κατευθύνσεις χαρακτηριζόμενοι η μία εκ της αρνήσεως της θεότητος και η άλλη της ανθρωπότητος αυτού. Ως απλούν, ψιλόν, άνθρωπον εξελάμβανον τον Χριστόν οι ιουδαΐζοντες Εβιωνίται ως και αι εκ του Ιουδαϊσμού επηρεασθείσαι μοναρχιανικαί αιρετικαί κινήσεις...Την ανθρωπότητα του Χριστού ηρνήθησαν οι Γνωστικοί λόγω της θεωρήσεως παντός υλικού και σωματικού ως φύσει κακού και μεμολυσμένου».
13. Ιγνάτιου, Μαγν. 5,2.
14. Πολυκάρπου, Φιλιπ. 2,1.2.
15. Ιγνάτιου, Σμυρν. 8,1. Πρβλ. Χρ. Κρικωνη, Πατερικά, σ. 20.30ε.
16. Πρβλ. Π. Τρεμπελα, ένθ' ανωτ., σσ. 39-143.

17.  Στ. Παπαδοπούλου, ένθ' ανωτ., σσ. 233-234.

Πηγη : http://www.impantokratoros.gr/

Τετάρτη 8 Οκτωβρίου 2014

ΤΟ «ΚΟΜΜΑ ΙΩΑΝΝΟΥ»,


Ο Ευαγγελιστής Ιωάννης ο Θεολόγος

ΣΗΜΕΙΩΣΗ: Το παρακάτω άρθρο είναι ένα ακόμα όπλο, κατά των διαφόρων αιρετικών και ιδιαίτερα κατά των αντιτριαδιστών. Στα περισσότερα σημεία του, βοηθηθήκαμε από τηνΘρησκευτική και Ηθική Εγκυκλοπαίδεια (ΘΗΕ), και σε κάποια άλλα από την Εγκυκλοπαίδεια Wikipedia. Προσπαθήσαμε να είμαστε όσο πιο αντικειμενικοί γίνονταν. Το αν τα καταφέραμε ή όχι το αφήνουμε στην κρίση σας.

ΤΙ ΛΕΕΙ Η ΣΥΓΧΡΟΝΗ ΚΡΙΤΙΚΗ ΓΙΑ ΤΟ «ΚΟΜΜΑ ΙΩΑΝΝΟΥ» 
Έτσι ονομάστηκε και είναι γνωστό στην ιστορία της κριτικής του κειμένου της Καινής Διαθήκης, το χωρίο από την 1η επιστολή του Ευαγγελιστή Ιωάννη, κεφάλαιο 5, στίχοι 7β – 8α: « …εις τον ουρανό, ο Πατέρας, ο Λόγος και το Άγιο Πνεύμα˙ και αυτοί οι τρείς είναι ένα, και τρείς είναι οι μαρτυρούντες εις την γη», το οποίο έχει καταστεί πολυθρύλητο για όσα έχουν γραφτεί από τους κριτικούς υπέρ ή κατά της γνησιότητας αυτού....

Σήμερα γενικώς η κριτική αρνείται την γνησιότητα του, για τους εξής λόγους:
1. Απουσιάζει από όλα τα γνωστά αρχαία ελληνικά χειρόγραφα.
2. Λείπει επίσης από πολλά αρχαία λατινικά χειρόγραφα και από όλες τις αρχαίες μεταφράσεις.
3. Το αγνοούν όλοι οι Έλληνες Πατέρες και συγγραφείς μέχρι τον 12ο αιώνα και οι κυριότεροι από τους Λατίνους Πατέρες και συγγραφείς, όπως π.χ. Ειρηναίος, Τερτυλλιανός; Κυπριανός; Ιερώνυμος, Αυγουστίνος και πολλοί από τους μεταγενέστερους.

Για να εξηγήσουν την καταγωγή του χωρίου διατυπώθηκαν διάφορες εικασίες. Μία από αυτές λέει, πως εμφανίστηκε αρχικά σε λατινικά πατερικά συγγράμματα, με την μορφή επεξηγηματικής αναπτύξεως του 1 Ιωάννη 5,8 κατά την διάρκεια του 3ου, 4ου και 5ου αιώνα, και αργότερα παρενεβλήθη στα χειρόγραφα των λατινικών μεταφράσεων της Κ.Δ. και από εκεί στην Βουλγάτα. Κατ’ άλλη εκδοχή, η οποία θεωρείται και η πιθανότερη σήμερα, ο Ισπανός επίσκοπος Πρισκιλλιανός ή πιθανώς ο ακόλουθός του Επίσκοπος Ινστάντιος στη λατινική πραγματεία που έγραψαν με τίτλο Liber Apologeticus (1.4) τον 4ο αιώνα, κατασκεύασαν την πρόταση αυτή στα λατινικά, την οποία πιθανώς ανέγραψαν στο περιθώριο του χειρογράφου, δίπλα στον στίχο 8. Μεταγενέστερος αντιγραφέας, θεωρώντας πως ανήκει στο κείμενο της επιστολής, την ενσωμάτωσε στην επιστολή.
Έτσι, το χωρίο αυτό εμφανίστηκε πρώτα στην Ισπανία, σαν μέρος της Λατινικής Βίβλου από το 380 μ.Χ., απ’ όπου μεταδόθηκε ταχέως και έτσι έγινε αποδεκτό, από ολόκληρο τον λατινόφωνο Χριστιανικό κόσμο, ως γνήσιο χωρίο.
Από εκεί μεταφέρθηκε στην Ανατολή, μετά τον 11ο αιώνα, μεταφράσθηκε στα Ελληνικά, όπως έχει σήμερα και μπήκε στο κείμενο κάποιων χειρογράφων του 15ου αιώνα. Από εκεί πάλι μπήκε στην Κομπλουτιανή έκδοση της Κ.Δ., την Τρίτη έκδοση του Εράσμου (1522) και τις άλλες ξενόγλωσσες μεταφράσεις.
Σήμερα όλες οι κριτικές εκδόσεις του ελληνικού κειμένου και οι ξένες μεταφράσεις της Κ.Δ, αφαίρεσαν το χωρίο από το κείμενο γιατί υποστηρίζουν πως δεν μπορεί να αξιώσει Ιωάννεια καταγωγή.

ΕΛΕΙΠΕ ΠΡΑΓΜΑΤΙ ΤΟ «ΚΟΜΜΑ ΙΩΑΝΝΟΥ» ΑΠΟ ΤΟ ΑΡΧΕΤΥΠΟ ΚΕΙΜΕΝΟ;
Αλλά το γεγονός πως το χωρίο απουσιάζει από όλα τα αρχαία ελληνικά χειρόγραφα δεν σημαίνει αναγκαίως πως έλειπε και από το αρχέτυπο κείμενο. Άλλωστε δεν είναι το μοναδικό χωρίο που λείπει από τα αρχαία χειρόγραφα. Και το χωρίο από το Ευαγγέλιο του Ιωάννη, κεφάλαιο 8, στίχοι 1 – 11, που περιγράφει το επεισόδιο με την γυναίκα που συνελήφθη για μοιχεία, βρίσκεται σε μερικά μόνο χειρόγραφα και όχι εις όλα στην ίδια θέση. Επειδή όμως δεν έχει δογματική χροιά, δεν ηγέρθησαν αμφιβολίες για την γνησιότητά του ως θα όφειλε. Ομοίως η προφητεία στοΚατά Ματθαίο Ευαγγέλιο κεφάλαιο 2, στίχος 23 για τον Χριστό «θα ονομαστεί Ναζωραίος» ΔΕΝ ΠΕΡΙΕΧΕΤΑΙ στην Παλαιά Διαθήκη, αλλά και πάλι δεν ηγέρθησαν αμφιβολίες για την γνησιότητά του.
Ούτε πάλι το γεγονός, πως το αγνοούν όλοι οι αρχαίοι Έλληνες Πατέρες και συγγραφείς πείθει αναντίρρητα πως το χωρίο ουδέποτε υπήρξε στο αρχικό κείμενο. Θα μπορούσαμε πράγματι να συμφωνήσουμε με τα συμπεράσματα των κριτικών, εάν είχαμε χειρόγραφα παλιότερα,τουλάχιστον του 2ου αιώνα, που δεν περιέχουν το χωρίο, ή όλα τα συγγράμματα των Πατέρων. Αλλά όμως κανένα από τα χειρόγραφα που μας διασώθηκε δεν είναι παλιότερο του 4ου αιώνα, πολλά δεσυγγράμματα των αρχαιότερων Πατέρων χάθηκαν και μόνο τους τίτλους γνωρίζουμε για κάποια από αυτά, από μεταγενέστερες αυτών πηγές. Επομένως για κανένα λόγο δεν μπορούμε να είμαστε βέβαιοι, πως το χωρίο, επειδή απουσιάζει από τα μέχρι τώρα διασωθέντα χειρόγραφα της Κ.Δ. και συγγράμματα των Πατέρων, έλειπε πράγματι από το αρχέτυπο κείμενο.Εξ’ άλλου πρέπει να ληφθεί υπόψη πως τα χρόνια εκείνα ούτε τυπογραφικά μηχανήματα υπήρχαν, ούτε φωτοτυπικά. Έτσι τα αγιογραφικά κείμενα – όπως και άλλα σπουδαία κείμενα – πολλαπλασιάζονταν με χειρόγραφη αντιγραφή. Οι κάθε λογής αντιγραφείς ήσαν ποικίλης μορφώσεως και ευσυνειδησίας, γι’ αυτό και υπάρχουν πολλές παραποιήσεις και παραλείψεις λέξεων, φράσεων και ολόκληρων χωρίων.
Για το ζήτημα αυτό γράφει ο Ωριγένης στο «Υπόμνημα εις Ματθαίον, P.G. 13, 1293 Α»«Τώρα υπάρχει μεγάλη διαφορά των αντιγράφων, είτε από τεμπελιά των γραφέων, είτε από μοχθηρή τόλμη για διόρθωση των γραφομένων, είτε αυτά που κατά την γνώμη τους πρέπει να προστεθούν ή να αφαιρεθούν».Φαίνεται λοιπόν πολλή πιθανή η εκδοχή, ότι για έναν από τους παραπάνω λόγους, το χωρίο εξέπεσε από το κείμενο των εις την ελληνική διασωθέντων χειρογράφων, σε χρόνο που είναι κοντά στο χρόνο συγγραφής της 1ης Ιωάννου επιστολής και γι’ αυτό παρουσιάζεται εντελώς άγνωστο στην Ανατολή.

ΧΡΗΣΙΜΟΠΟΙΗΣΑΝ ΑΡΧΑΙΟΙ ΣΥΓΓΡΑΦΕΙΣ ΚΑΙ ΣΥΝΟΔΟΙ ΤΟ «ΚΟΜΜΑ ΙΩΑΝΝΟΥ»; 
Η πιθανότητα αυτής της εκδοχής προάγεται εις βεβαιότητα όταν ληφθεί υπόψη, πως το χωρίο αυτό είναι ήδη γνωστό από τον 2ο αιώνα στη Δύση. Πρώτος αναφέρεται σ’ αυτό ο Τερτυλλιανός (155 – 240 μ.Χ.), ο οποίος αντιμετωπίζοντας τον αιρετικό Πραξέα γράφει: «Αρχίζοντας από μένα είπε: όπως ο ίδιος για τον Πατέρα. Έτσι ενωμένος ο Πατέρας με τον Υιό, και ο Υιός με τον Παράκλητο, δημιουργούν Τριάδα, στενώς ενωμένοι ο ένας σε σχέση με τον άλλον, αυτοί οι τρεις είναι ένα, όχι ένας. Μ’ αυτό τον τρόπο έχει λεχθεί: Εγώ και ο Πατέρας είμαστε ένα˙ στην μοναδικότητα της ουσίας όχι στην μοναδικότητα του αριθμού» (PL 2, 211C).
Μνημονεύοντας λοιπόν τον Πατέρα, τον Υιό και το Άγιο Πνεύμα και ιδιαίτερα από την φράση «αυτοί οι τρείς είναι ένα (qui tres unum sunt)»,αποδεικνύεται σαφώς πως ο Τερτυλλιανός γνωρίζει και επικαλείται το χωρίο προς αντιμετώπιση του Πραξέα, αφού άλλωστε είναι γνωστό, πωςπουθενά αλλού στην Ιωάννεια Γραμματεία, απαντάτε ρητά η φράση«αυτοί οι τρείς είναι ένα (qui tres unum sunt)», από την οποία θα μπορούσε να την πάρει.
Αν λοιπόν αγνοούσε το χωρίο, όπως υποστηρίζουν οι κριτικοί, θα ήταν αρκετό να πει «Εγώ και ο Πατέρας είμαστε ένα, όχι ένας (Ego et Pater unum sumus, non unus)», όπως κάνει αλλού (PL 2, 207B), δεδομένου μάλιστα πως ο Πραξέας, δεν αναμίγνυε το Άγιο Πνεύμα στην διδασκαλία του, αφού υποστήριζε απλά πως «αυτός ο ίδιος ο Πατέρας ενανθρώπησε στο πρόσωπο του Χριστού και έπαθε σταυρωθείς». Ανήκε δηλαδή στην αίρεση των Πατροπασχιτών, που πίστευαν πως ο Θεός είναι ένας και αλλάζει προσωπεία. Στην Π.Δ. παρουσιάζεται σαν πατέρας ενώ στην Κ.Δ. σαν Χριστός.
Μετά τον Τερτυλλιανό ο Κυπριανός, επίσκοπος Καρχηδόνος ( 248 – 258 μ.Χ.), ο οποίος αναφέροντας το χωρίο από το κατά Ιωάννη Ευαγγέλιοκεφάλαιο10, στίχο 30 στους αιρετικούς που δε δέχονταν την Αγία Τριάδα προσθέτει: "Εγώ και ο Πατέρας είμαστε ένα. Πάλι είναι γραμμένο από τον Πατέρα, και τον Υιό, και το Άγιο Πνεύμα, Και αυτοί οι τρεις είναι ένα" ( De unitate Ecclesiae, VI, PL 4, 519B).
Έχομε λοιπόν δύο σπουδαίους Λατίνους συγγραφείς του 2ου και 3ου αιώνα, οι οποίοι μιλάνε για το εν λόγω χωρίο, ως μέρος της Γραφής, και αυτοί οι δύο μαρτυρούν, πως αυτό ανήκει στον Ιωάννη, γνωρίζοντας αυτό προφανώς από κώδικα που περιείχε κείμενο αρχαιότερο της εποχής των.
Το χωρίο αυτό γνωρίζουν επίσης και άλλοι μεταγενέστεροι Λατίνοι συγγραφείς, όπως ο Πρισκιλιανός, επίσκοπος Αβήδης (380 ή 384 μ.Χ.), (στο Corpus script. Ecclesiae, latinae, τ. 18, σ. 6) ο Βιγίλιος Taspensis (+ 389 μ.Χ.)(PL 62, 359AB).
Ομοίως το χωρίο είναι γνωστό ως Γραφικό εις την Εκκλησία της Αφρικής, της οποίας σαράντα επίσκοποι το έτος 484 μ.Χ., εις επιδοθείσα ομολογία πίστεως στον Ουνέρικο, βασιλιά των Βανδάλων, περιέλαβαν αυτό αυτολεξεί ως εξής: «Ο Ευαγγελιστής Ιωάννης ως απόδειξη αποδέχεται (ενότης εν Τριάδι) και λέγει: είναι τρεις οι οποίοι κατέχουν: την απόδειξη στον ουρανό, ο Πατήρ, ο Λόγος και το το Άγιο Πνεύμα, Και αυτοί οι τρεις είναι ένα» (Ευγένιος Βούλγαρης «Ερμηνεία εις επιστολή Παύλου» υπό Ευθ. Ζιγαβηνού, έκδ. Ν. Καλογερά, Β΄, υποσ. εις Α΄ Ιωαν. ε΄ 8, σ. 632.)Γνωρίζουν επίσης και παραθέτουν το χωρίο, ο Φουλγέντιος Ruspensis (533 μ.Χ.), τρείς φορές (PL 65, 224 Α, 224 Β, 500 C), ο Κασσιόδωρος (475 – 570 μ.Χ.),(PL 70, 1373 Α) και ο Ισίδωρος Σεββίλης (560 – 639 μ.Χ.), (PL 83, 1203), για να περιοριστούμε στους αρχαιότερους.

ΑΣΗΜΑΝΤΕΣ ΛΕΠΤΟΜΕΡΕΙΕΣ, ΑΛΛΑ ΟΜΩΣ ΤΟΣΟ ΣΗΜΑΝΤΙΚΕΣ 
Υπάρχουν πολύ αξιοπρόσεκτες διαφορές εκφράσεως στις ανωτέρω μνημονευθείσες παραθέσεις του χωρίου, αν τις συγκρίνουμε μεταξύ τους ή με το κείμενο της Βουλγάτας, οι οποίες αν και είναι μόνο φραστικές διαφορές που δεν μεταβάλουν την έννοια του κειμένου, έχουν όμως σπουδαιότατη σημασία.
Έτσι η φράση «μαρτυρούντες» εις μεν την Βουλγάτα αποδίδεται «qui testimonium dant», εις δε υπό των συγγραφέων παραθέσεις, άλλοτε μεν«quae testimonium dicunt» άλλοτε δε «qui testimonium perhibent» και σε ένα πάπυρο του 7ου αιώνα «qui testificantur».
Οι διαφορές αυτές στη έκφραση εξηγούνται απόλυτα, μόνον αν δεχτούμε πως συνέβη ένα εκ των δύο:
1. ή ότι οι συγγραφείς αυτοί έχουν μπροστά τους το ελληνικό κείμενο και το μεταφράζουν ο καθένας ελεύθερα, χρησιμοποιώντας, τις πιο κατάλληλες λατινικές λέξεις κατά την γνώμη τους, για την πιο ακριβή απόδοση του νοήματος του χωρίου
2. ή ότι παραθέτουν από μεταφράσεις που είχαν γίνει από διάφορους μεταφραστές σε παλιότερο χρόνο, που φαίνεται και το πιθανότερο.

Έτσι είμαστε υποχρεωμένοι να δεχτούμε, ότι ενώ εις την Ανατολή το χωρίο τούτο είχε εκπέσει από το κείμενο ήδη από πριν το τέλος του 2ου αιώνα, στην Δύση, στην οποία είχαν μεταφερθεί χειρόγραφα από την Ανατολή, που κατάγονταν απευθείας από το αρχέτυπο κείμενο, το χωρίο αυτό είχε διατηρηθεί στους εν λόγω καταγόμενους κώδικας. Αυτούς λοιπόν τους κώδικας είχαν μπροστά τους οι παραπάνω μνημονευθέντες συγγραφείς, είτε σε ελληνικό κείμενο, είτε σε λατινική μετάφραση και έτσι εξηγούνται οι παρατηρούμενες φραστικές διαφορές.
Οι διαφορές αυτές είναι και μια «γροθιά», στις υποθέσεις της σύγχρονης κριτικής που ισχυρίζεται, άλλοτε μεν, πως το «Κόμμα Ιωάννου» είναι παρεμβολή στα πατερικά λατινικά συγγράμματα και άλλοτε πως είναι επινόηση των Ισπανών επισκόπων Πρισκιλιανού και Ινστάντιου.Αξιοσημείωτο επίσης είναι, πως οι παραπάνω μνημονευθέντες συγγραφείς, δέχονται ομόφωνα το χωρίο, ως αγιογραφικό, το οποίο αποδίδουν εις τον Ευαγγελιστή Ιωάννη, όπως αποδεικνύεται από τα λεγόμενά τους:
1. Τερτυλλιανός: «inquit: sicut ipse de Patris …. Ita … qui tres unum sunt» (είπε: όπως ο ίδιος για τον Πατέρα … έτσι … αυτοί οι τρείς είναι ένα)
2. Κυπριανός: « et iterim…., scriptum est: Et hi tres unum sunt»
(Πάλι …., είναι γραμμένο: Και αυτοί οι τρείς είναι ένα)

3. Πρισκιλιανός: «sicut Johannes ait …»
(Έτσι ο Ιωάννης  )
   

4. Βιγίλιος: « Item ipso … inquit»
(Έτσι είπε … )


Αφού λοιπόν το θεώρησαν αυθεντικό το «Κόμμα», το χρησιμοποίησαν οΤερτυλλιανός κατά του Πραξέα, και οι Βιγίλιος και Φουλγέντιος κατά των Αρειανών και Σαβελλιανών. Εάν το «Κόμμα» ήταν νόθο, γιατί τότε κανένας από τους αιρετικούς δεν τους κατηγόρησε δημόσια πως ψεύδονται; Το γεγονός πως καμιά μαρτυρία δεν υπάρχει πως οι εν λόγω αιρετικοί, δεν αμφισβήτησαν την γνησιότητα του χωρίου, το οποίο φανερά στρέφονταν εναντίον τους, αποτελεί ακαταμάχητη μαρτυρία, πως και οι ίδιοι αιρετικοί δέχονται την γνησιότητα του.

ΣΥΝΤΑΚΤΙΚΗ ΔΙΚΑΙΩΣΗ ΤΟΥ «ΚΟΜΜΑΤΟΣ» 
Αν από το κείμενο της επιστολής αφαιρεθεί το «κόμμα», τότε το κείμενο έχει μία από τις μεγαλύτερες συντακτικές ανωμαλίες. Και είμαστε τυχεροί που είμαστε Έλληνες γιατί μπορούμε εύκολα να διαπιστώσουμε την ανωμαλία αυτή.
Έτσι ο Ευγένιος Βούλγαρης (17ος αιώνας), παρατήρησε πως υπάρχει ασυνήθιστη ανωμαλία, στην σύνταξη του στίχου 7 του ελληνικού κειμένου, η οποία χωρίς την προσθήκη του στίχου 8, αποβαίνει απαράδεκτος σολοικισμός (παραβίαση δηλ. συντακτικών κανόνων). Πριν όμως προχωρήσουμε να δούμε την συντακτική ανωμαλία, καλόν είναι να εκθέσουμε, όλο το χωρίο. Το μέσα σε αγκύλες είναι το «κόμμα»:
«5 Τις εστίν ο νικών τον κόσμον ει μη ο πιστεύων ότι Ιησούς εστίν ο υιός του Θεού; 6 Ούτός εστίν ο ελθών δι' ύδατος και αίματος, Ιησούς Χριστός· ουκ εν τω ύδατι μόνον, αλλ' εν τω ύδατι και τω αίματι· και το Πνεύμά εστίν το μαρτυρούν, ότι το Πνεύμά εστίν η αλήθεια. 7 Ότι τρεις εισίν οι μαρτυρούντες[εν τω ουρανώ, ο Πατήρ, ο Λόγος και το άγιον Πνεύμα, και ούτοι οι τρεις εν εισί. 8 και τρεις εισίν οι μαρτυρούντες εν τη γη], το Πνεύμα και το ύδωρ και το αίμα, και οι τρεις εις το εν εισίν. 9 Ει την μαρτυρίαν των ανθρώπων λαμβάνομεν, η μαρτυρία του Θεού μείζων εστίν· ότι αύτη εστίν η μαρτυρία του Θεού ην μεμαρτύρηκε περί του υιού αυτού».Βλέποντας λοιπόν τον στίχο 7 – χωρίς το «κόμμα» βέβαια – διαπιστώνουμε, ότι το πνεύμα, το ύδωρ και το αίμα είναι ονόματα γένους ουδετέρου. Πως είναι δυνατόν λοιπόν, να συμφωνήσουν συντακτικά αυτά τα ουδέτερα, με τον αμέσως προηγούμενο στίχο «τρεις εισί οι μαρτυρούντες», που είναι γένους αρσενικού; Όπως επίσης και με τον αμέσως επόμενο στίχο «και οι τρεις εις το εν εισίν» που είναι πάλι γένους αρσενικού; Τέτοια σύνταξη βεβαίως, είναι δυνατή στην γλώσσα μας, πλην όμως μόνον «κατά το νοούμενον» ή «κατά σύνεσιν», συμβατικά δηλαδή, αλλά καμιά από αυτές δεν είναι παραδεκτή στο συγκεκριμένο σημείο.
Η συντακτική λοιπόν αυτή ανωμαλία, μοναδική πράγματι σε όλη την Κ.Δ., δεν φαίνεται να υπάρχει χωρίς λόγο ή να οφείλεται σε άγνοια των κανόνων σύνταξης από τον συγγραφέα. Για να υπάρχει εκεί, σημαίνει πως υπήρχε εξ αρχής πριν από τον 8 στίχο, ή μετά από αυτόν, πρότασις η οποία εξέπεσε αργότερα, και η οποία να επιτρέπει αυτού του είδους την σύνταξη. Τέτοια πρόταση είναι μόνον αυτή που αναφέρεται στους «τρεις μάρτυρες στον ουρανό», η οποία και την συντακτική ανωμαλία αίρει αλλά και εναρμονίζεται με το όλο κείμενο.

Η ΘΕΣΗ ΤΗΣ ΟΡΘΟΔΟΞΗΣ ΕΚΚΛΗΣΙΑΣ ΓΙΑ ΤΟ «ΚΟΜΜΑ» 
Η Ορθόδοξη Εκκλησία από την στιγμή της ίδρυσής της το 33 μ.Χ., την ημέρα της Πεντηκοστής, ήταν η Εκκλησία που είχε για κέντρο της, την Θεία Λειτουργία. «Λειτουργούντων δε αυτών τω Κυρίω και νηστευόντων είπε το Πνεύμα το Άγιον», Πράξεις των Αποστόλων κεφάλαιο 13, στίχος 2. Γι’ αυτό τον λόγο άλλωστε στην Θεία Λειτουργία της, καθώς και στις άλλες τελετές κι ακολουθίες της, ενσωμάτωσε ολόκληρα χωρία από τα κείμενα της Αγίας Γραφής.
Για τους μη γνωρίζοντας, αλλά και για όσους μας κατηγορούν πως δεν δίνουμε μεγάλη σημασία στην Βίβλο, τους ενημερώνουμε πως η Λειτουργία περιέχει 98 εδάφια από την Παλαιά Διαθήκη και 114 από την Καινή!Κατά συνέπεια, μία εκκλησία με ιστορία αιώνων και τέτοια αντίληψη για την αξία των ιερών κειμένων, δεν θα μπορούσε να εναλλάσσει το κείμενό της σύμφωνα με τις εκάστοτε ερμηνείες των επιστημόνων που πολλές φορές μεταβάλλονται σε διάστημα λίγων χρόνων. Δεν χρησιμοποιεί η Ορθόδοξη Εκκλησία κριτικά κείμενα αλλάλειτουργικά κείμενα. Για τους Ορθοδόξους αυτό έχει ιδιαίτερη σημασία καθώς το λεγόμενο κριτικό κείμενo της Καινής Διαθήκης είναι προϊόν επιστημονικής σύνθεσης, που δεν έχει χρησιμοποιηθεί ποτέ στη Λατρεία από καμία Ομολογία.
Και αυτό αποδεικνύεται από το γεγονός, πως άλλοι μεν ερευνητές θεωρούν την α΄ γραφή συγκεκριμένου χωρίου ως αρχική, άλλοι δε την β΄ γραφή αυτού, με αποτέλεσμα να παρατηρούνται διαφορές μεταξύ των, πολλές δε φορές και διαφορές μεταξύ διαδοχικών εκδόσεων του αυτού εκδότου,Η 26η έκδοση των Nestle-Aland διαφέρει της 25ης εις 700 περίπου χωρία.Έτσι, παρά την τεραστία προσπάθεια από μεγάλο πλήθος ειδικών ερευνητών, δεν έχει επιτευχτεί ακόμα ομοφωνία μεταξύ τους, ποιο είναι το καλλίτερο και εγκυρότερο κείμενο. Όλες λοιπόν αυτές οι διαφορές δεν δείχνουν τίποτα άλλο, παρά την ύπαρξη του υποκειμενισμού, γι αυτό το λόγο λοιπόν, η Ορθόδοξη Εκκλησία δεν μπορεί και δεν πρέπει να παίζει με το κείμενο της Κ.Δ. που χρησιμοποιεί στην Λειτουργία της.
Παρόλο λοιπόν που το ζήτημα γύρω από το «Κόμμα Ιωάννου», δεν έχει ξεκαθαριστεί η Ορθόδοξη Εκκλησία για να είναι τίμια απέναντι στο εαυτό της και στους πιστούς της έκανε το εξής όσον αφορά το κείμενο της Κ.Δ. που δεν αφορά τα λειτουργικά κείμενα της.
Στο κείμενο της Καινής Διαθήκης του Πατριαρχείου της Κωνσταντινούπολης του 1904, που αποτελεί το επίσημο κείμενο της Κ.Δ. που χρησιμοποιεί η Ορθόδοξη Εκκλησία, το «Κόμμα Ιωάννου» είναι τυπωμένο, με πλάγια και μικρότερου μεγέθους γράμματα.
Στα λειτουργικά κείμενα της όμως, το «Κόμμα Ιωάννου» παραμένει ως είχε, αφού άλλωστε εκφράζει την πίστη της Ορθόδοξης Εκκλησίας στον Τριαδικό Θεό.


Πηγη : http://antiairetikos.blogspot.gr/