Ιερά Μητρόπολη Σιδηροκάστρου. Ευχαριστούμε για την επίσκεψή σας.

Σάββατο 12 Απριλίου 2014

Α΄ ΟΙΚΟΥΜΕΝΙΚΗ ΣΥΝΟΔΟΣ

                            Η ΑΙΡΕΣΗ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΚΑΙ Η Α΄ ΟΙΚΟΥΜΕΝΙΚΗ ΣΥΝΟΔΟΣ


Τον Δ΄ αιώνα μετά το τέλος των Διωγμών εμφανίστηκε η πρώτη μεγάλη δογματική απειλή για την επίσημη χριστιανική θρησκεία. Ήταν η διδασκαλία του Αρείου[1]. Το πρόβλημα που βασάνιζε τον Άρειο ήταν η αΐδια - αιώνια γέννηση του Θείου Λόγου. Δίδασκε, λοιπόν, ότι ο Υιος δεν είναι κατά φύση και κατ ουσίαν αληθινός Θεός[2]. Δημιουργήθηκε από το Θεό - Πατέρα κάποια συγκεκριμένη χρονική στιγμή «εν χρόνω»[3]. Για το λόγο αυτό δεν μπορούσε να χαρακτηρισθεί αγέννητος, ούτε μέρος αγεννήτου. Ήταν επομένως, ένα απλό κτίσμα του Θεού[4]. Ως κτίσμα, λοιπόν, ο Υιος και ο Λόγος του Θεού δεν είναι συνάναρχος και συναΐδιος προς τον Πατέρα[5], αλλά δημιουργήθηκε αμέσως «θελήσει» του Πατρός[6], ενώ τα άλλα κτίσματα δημιουργήθηκαν από το Θεό δια μέσου του Υιού. Χαρακτηριστική φράση που συνόψιζε την αρειανική διδασκαλία για τον Υιό ήταν «ην ποτε ότε ουκ ην»[7].

Η συνδημιουργία του κόσμου από το Θεό και τον Υιό δε σημαίνει ότι ο δεύτερος μετείχε στη φύση η στην ουσία του Θεού ούτε ότι ήταν κατά φύση αληθινός Θεός[8]. Ο Άρειος υποστήριζε την απόλυτη μοναρχία της θεότητας και δεχόταν ένα Θεό αγέννητο και άναρχο. Επομένως, πριν από τη δημιουργία του Υιού ήταν απόλυτη η «μοναρχία» του μόνου αγέννητου και άναρχου Θεού, γι αυτό και ο μεν Θεός δεν ήταν Πατήρ, πριν να δημιουργήσει τον Υιό, και ο δε Υιος δεν υπήρχε πριν δημιουργηθεί από τον Πατέρα, «σύνες ότι η μονάς ην, η δυάς δε ουκ ην, πριν υπάρξη. Αυτίκα γουν Υιού μη όντος ο Πατήρ Θεός εστι»[9].

Η θεμελίωση της διδασκαλίας του περί της κατωτερότητας του Υιού σε σχέση με τον Πατέρα στηρίχθηκε στη διάχυτη αντίληψη περί subordinatio. Το τελευταίο αποτελούσε το βασικό έρεισμα της κακοδοξίας του. Έκδηλο είναι ότι ο Άρειος χρησιμοποιεί τις θεολογικές έννοιες της πατρότητας και της υιότητας μεταφορικά και κατ αναλογίαν προς την ανθρώπινη ζωή, κατά την οποία ο πατέρας προηγείται χρονικά του υιού του. Επιχειρεί, λοιπόν, να εξηγήσει με βάση τις ανθρώπινες σχέσεις τις σχέσεις των Προσώπων της Αγίας Τριάδος.

Ο Άρειος και οι θιασώτες του χρησιμοποιούν αυστηρά την ιστορικογραμματική ερμηνευτική μέθοδο της Αντιοχειανής Σχολής για να τεκμηριώσουν την απόλυτη μοναρχία του Θεού - Πατρός, την κτιστή φύση του Υιού - Λόγου και τη δημιουργία του από τον Πατέρα, την ατελή γνώση του για τον Πατέρα και την ηθική θεοποίηση του Υιού. Την αιρετική διδασκαλία του Αρείου ανέλαβε να ανασκευάσει ο Πατριάρχης Αλεξανδρείας Αλέξανδρος με τη βοήθεια του Μεγάλου Αθανασίου. Στην πραγματικότητα ο Μέγας Αθανάσιος ήταν ο μοναδικός θεολογικός αντίπαλος του Αρείου, χωρίς όμως να καταφέρει να νουθετήσει τον τελευταίο.

Αναγκαία κρίθηκε η σύγκληση μιας συνόδου, στην οποία θα μπορούσαν να απολογηθούν οι αρειανόφρονες επίσκοποι και ο ίδιος ο Άρειος. Στη συνέχεια θα υπήρχε η δυνατότητα της ορθής διατύπωσης της διδασκαλίας της Εκκλησίας για την αΐδια, άτρεπτη, τέλεια υιότητα και θεότητα του Υιού και Λόγου του Θεού, του δευτέρου προσώπου της Αγίας Τριάδας. Η σύνοδος αυτή αρχικά προετοιμάστηκε ως μία τοπική σύνοδος, αλλά η συμμετοχή επισκόπων τόσο από τη Δύση όσο και από την Ανατολή καθώς και η θεολογική θεμελίωση του Τριαδικού δόγματος έδωσαν στη σύνοδο οικουμενικό χαρακτήρα. Η Σύνοδος αυτή είναι η Α΄ Οικουμενική Σύνοδος της Εκκλησίας του Χριστού, η οποία έγινε το 325 στη Νίκαια της Βιθυνίας.

Την εποχή εκείνη, στο θρόνο της ρωμαϊκής αυτοκρατορίας βρισκόταν ο Κωνσταντίνος (306-337), ο κληθείς αργότερα Μέγας, γιός του Κωνστάντιου του Χλωρού. Ο Κωνσταντίνος είχε στραφεί ευνοϊκά προς το Χριστιανισμό. Επί χρόνια είχε πολεμήσει τους Δονατιστές της Βόρειας Αφρικής και τους Μελιτιανούς της Αιγύπτου. Τώρα, όμως, ερχόταν αντιμέτωπος με μία αίρεση με σοβαρότερες προεκτάσεις για τη συνοχή της αυτοκρατορίας. Η αίρεση αυτή γεννήθηκε από τα δογματικά ολισθήματα του Αρείου.

Ο αυτοκράτορας διακαώς επιθυμούσε την επικράτηση θρησκευτικής ειρήνης στην αυτοκρατορία και μη κατανοώντας τις δογματικές διαφορές της αρειανικής διδασκαλίας από την ορθόδοξη άποψη, προσπάθησε να κατευνάσει τα πνεύματα των θεολογικών αντιπάλων. Ο Μέγας Κωνσταντίνος δεν μπορούσε να διεισδύσει στη βαθύτερη σημασία της αϊδιότητας της γεννήσεως του Υιού. Για το λόγο αυτό προέτρεπε και τον Άρειο και τον Αλέξανδρο να συνυπάρξουν ειρηνικά παρά τη διαφορετική τους διδασκαλία για τον Τριαδικό Θεό. Το μεγάλο θεολογικό κίνδυνο τον εξέθεσε στον αυτοκράτορα ο Κορδούης Όσιος. Ο τελευταίος παρότρυνε τον Κωνσταντίνο να προχωρήσει στη σύγκληση Συνόδου με σκοπό την επίλυση της θεολογικής αυτής διαμάχης.

Η Νίκαια κρίθηκε καταλληλότερη για τη διεξαγωγή των εργασιών της συνόδου, αφού εξασφάλιζε την ευχερέστερη πρόσβαση των επισκόπων της Αιγύπτου και της Δύσης. Ταυτόχρονα όμως η πόλη αυτή παρείχε τη δυνατότητα στον Κωνσταντίνο να παρακολουθήσει ο ίδιος τις εργασίες της συνόδου. Η Σύνοδος άρχισε τις εργασίες της στις 20 Μαΐου του 325[10] και τις περάτωσε στις 25 Αυγούστου του ίδιου έτους. Ο ίδιος ο αυτοκράτορας εγκαινίασε τις εργασίες τις Συνόδου, δείχνοντας έτσι πόσο σημαντική ήταν αυτή η Σύνοδος τόσο για τον ίδιο όσο και για την εσωτερική ειρήνη της αυτοκρατορίας. Συμμετείχαν 318 Πατέρες, αριθμός συμβολικός με τον αριθμό των ανδρών που χρησιμοποίησε ο Αβραάμ για να αντιμετωπίσει τους εχθρούς[11]). Πρακτικά της Συνόδου δεν κρατήθηκαν. Αυτό επιβεβαιώνεται μέσα από τα έργα του Μεγάλου Αθανασίου, στα οποία ο ιερός πατήρ καταφεύγει στη μνήμη του, για να περιγράψει γεγονότα που έλαβαν χώρα στη Σύνοδο η λόγια που ειπώθηκαν από τους υποστηρικτές και τους επικριτές του Αρείου. Πρόεδρος της Συνόδου θεωρείται ο Ευστάθιος Αντιοχείας, αλλά πολλοί κατά καιρούς υπεστήριξαν ότι ήταν η ο Νικομηδείας Ευσέβιος η ο Μέγας Κωνσταντίνος κ.λπ.



Η Σύνοδος καταδίκασε τον Άρειο, τη διδασκαλία του και τα τρία εκκλησιαστικά σχίσματα, το Νοβατιανό, του Παύλου Σαμοσατέα και το Μελιτιανό, τα οποία ταλάνιζαν για χρόνια την εσωτερική ειρήνη της Εκκλησίας. Εξέδωσε 20 ιερούς κανόνες και το Σύμβολο της Νίκαιας, στο οποίο δηλωνόταν ότι ο Υιός είναι ομοούσιος του Πατρός, δηλαδή συναΐδιος και φύσει αληθινός Θεός. Ο όρος ομοούσιος χρησιμοποιήθηκε από τον ίδιο τον Κωνσταντίνο, για να περιγράψει τη σχέση του Υιού με τον Πατέρα. Η ένταξη το συγκεκριμένου όρου στο προσχέδιο του Συμβόλου σήμαινε ταυτόχρονα και την καταδίκη του Αρειανισμού. Ο καθηγητής Κ. Σκουτέρης[12] σημειώνει σχετικά για τον επίμαχο όρο ομοούσιος: «Ο Μ. Αθανάσιος έχει διατυπώσει στο Περί της εν Νικαία Συνόδου έργο του το όλο σκεπτικό και την όλη πορεία της Συνόδου για την υιοθέτηση του όρου. Κατ αρχάς είναι αναντίρρητο, κατά τον Αθανάσιο, ότι ο όρος, πέρα του ότι εκφράζει τη διάνοια της Γραφής, είναι μέσα στην εκκλησιαστική παράδοση. Οι Συνοδικοί παρέλαβαν τη θεολογία που εκφράζει ο όρος «άνωθεν παρά των προ αυτών». Εξ άλλου, αυτός ο μη γραφικός όρος υποστηρίζεται από πολλά γραφικά χωρία, τα οποία είχαν υπ όψιν τους και κατέγραψαν οι Συνοδικοί Πατέρες. «Επειδή δε η εκ Πατρός Υιού γέννησις άλλη παρά την ανθρώπων φύσιν εστί και ου μόνον όμοιος, αλλά και αδιαίρετός εστι της του Πατρός ουσίας και εν μεν εισί αυτός αυτός και ο Πατήρ (Ιω. 10, 30), ως αυτός είρηκεν, αεί δε εν τω  Πατρί εστίν ο Λόγος και ο Πατήρ εν τω Λόγω (Ιω. 10,38. 14,20), ως έστι το απαύγασμα προ το φως (Εβρ. 1,3) - τούτο γαρ η λέξις σημαίνει - δια τούτο η Σύνοδος τούτο νοούσα καλώς ομοούσιον έγραψεν, ίνα την τε των αιρετικών κακοήθειαν ανατρέψωσι και δείξωσιν άλλον είναι των γενητών τον Λόγον». Οι Αρειανοί, αντί να αναζητούν τη «διάνοιαν» των Γραφών, είχαν «εφθαρμένην διάνοιαν» και αδυνατούσαν να συλλάβουν ότι με τον όρο «ομοούσιος» εκφραζόταν η αγιογραφική διδασκαλία. Τέλος, το Σύμβολο της Νίκαιας περιείχε τα επτά πρώτα άρθρα του Συμβόλου της Πίστεως[13].



Σημαντικό είναι να επισημανθεί ότι κατά τη Σύνοδο της Νικαίας έλαβαν χώρα πολλά θαύματα από τους άγιους θεοφόρους Πατέρες. Χαρακτηριστικά ήταν τα θαύματα του Αγίου Σπυρίδωνος, του Αγίου Οικουμένιου και του Αγίου Αχιλλίου. Άξιο αναφοράς θεωρείται και το συμβάν μεταξύ του Αγίου Νικολάου και του Αρείου. Ο πρώτος μην μπορώντας να συγκρατήσει την αγανάκτησή του για τα όσα υποστήριζε ο Άρειος τον χαστούκισε. Ο Μ. Κωνσταντίνος τιμώρησε το Νικόλαο με φυλάκιση. Αλλά στη φυλακή συντελέστηκε ακόμα ένα θαύμα δείχνοντας την αγιότητα του Νικολάου και την πλάνη του Αρείου.


[1] «Ὁ Ἄρειος ἐπηρεάστηκε σταθερά ἀπό τόν ἰουδαϊκό μονοθεϊσμό, τή φιλοσοφική ἀντίληψη περί ἀπόλυτης ὑπερβατικότητας καί περί ἀκινήτου τοῦ Θεοῦ, ἀπό τίς κοσμολογικές δυαλιστικές ἀντιλήψεις καί προπαντός ἀπό τή διδασκαλία τοῦ Φίλωνα περί τοῦ κτιστοῦ Λόγου, διά τοῦ ὁποίου ὁ Θεός δημιούργησε τόν κόσμο», Σ. Παπαδοπούλου,Πατρολογία Β´,  Ἀθήνα, 1990, σ. 114.

[2] Ἀθανασίου Ἀλεξανδρείας, Κατά Ἀρειανῶν, I, E΄, 4, M. Tetz, Athanasius Werke, τ. 1, Ι, publ. De Gruyter, Berlin 1940, σ. 11415-18 (=PG 26, 21ΑB): ««Ἦν γάρ», φησί, «μόνος ὁ Θεὸς, καὶ οὔπω ἦν ὁ Λόγος καὶ ἡ σοφία. Εἶτα θελήσας ἡμᾶς δημιουργῆσαι, τότε δὴ πεποίηκεν ἕνα τινά, καὶ ὠνόμασεν αὐτὸν Λόγον, καὶ Σοφίαν καὶ Υἱὸν, ἵνα ἡμᾶς δι̉ αὐτοῦ δημιουργήσῃ»».

[3] Αὐτόθι, M. Tetz, Athanasius Werke, τ. 1, Ι, σσ. 11420-23, 11810-115 (=PG 26, 21B, 24Α).

[4] Ἀθανασίου, Περί τῆς ἐν Νικαίᾳ Συνόδου, 26, 1-5 καί 28, 1-2, H.G. Opitz, De decretis Nicaenae synodi, Athanasius Werke, τ. 2, Ι, publ. De Gruyter, Berlin 1940, σ. 38, (=PG 25, 461D-464A, 468AB): «Ὅτι δὲ οὐ ποίημα οὐδὲ κτίσμα ὁ τοῦ θεοῦ λόγος, ἀλλὰ ἴδιον τῆς τοῦ πατρὸς οὐσίας γέννημα ἀδιαίρετόν ἐστιν» καί «Ἀμέλει τῶν λεξειδίων αὐτῶν δειχθέντων τότε φαύλων καὶ ἀεὶ δὲ εὐελέγκτων ὄντων ὡς ἀσεβῶν ἐχρήσαντο παρ̉ Ἑλλήνων λοιπὸν τὴν λέξιν τοῦ ἀγενήτου, ἵνα προφάσει καὶ τούτου τοῦ ὀνόματος ἐν τοῖς γενητοῖς πάλιν καὶ τοῖς κτίσμασι συναριθμῶσι τὸν τοῦ θεοῦ λόγον, δι̉ οὗ αὐτὰ τὰ γενητὰ γέγονεν· οὕτως εἰσὶ πρὸς ἀσέβειαν ἀναίσχυντοι καὶ πρὸς τὰς τοῦ κυρίου βλασφημίας φιλόνεικοι».

[5] Τοῦ ἰδίου, Περί τῶν γενομένων ἐν τῇ Ἀριμινίῳ τῆς Ἰταλίας καί ἐν Σελευκείᾳ τῆς Ἰσαυρίας Συνόδων, 15, 3, H.G. Opitz, De synodis Arimini in Italia et Seleuciae in Isauria, Athanasius Werke, τ. 2, VII, σ, 24216-18 (PG 26, 708Α).

[6] Αὐτόθι.

[7] «Ἡ φράση αὐτή κυκλοφοροῦσε ἀπό τούς χρόνους τοῦ Διονυσίου Ρώμης (259-268) (βλ. ἀπόσπασμα 2: PG 25, 461C)», Σ. Παπαδοπούλου, Πατρολογία Β´,Ἀθήνα 1990, σ. 115.

[8] Ἀθανασίου, Κατά Ἀρειανῶν, Ι, Ε΄ καί Ι, ΚΣΤ΄, M. Tetz, Athanasius Werke, τ. 1, Ι, σσ. 11415-23, 1351-4 (=PG 26, 21Β, 65Α)

[9] Ἀθανασίου Ἀλεξανδρείας, Περί τῶν γενομένων ἐν τῇ Ἀριμινίῳ τῆς Ἰταλίας καί ἐν Σελευκείᾳ τῆς Ἰσαυρίας Συνόδων, 15, 3, H.G. Opitz, De synodis Arimini in Italia et Seleuciae in Isauria, Athanasius Werke vol. 2.1, 15.321-22 (=PG 26, 688B).

[10] Σωκράτους, Ἐκκλησιαστική Ἱστορία 1, 13: «Καὶ ὁ χρόνος δὲ τῆς Συνόδου, ὡς ἐν παρασημειώσεσιν εὕρομεν, ὑπατείας Παυλίνου καί Ἰουλιανοῦ, τῇ εἰκάδι τοῦ Μαΐου μηνὸς· τοῦτο δὲ ἦν ἑξακοσιοστόν τριακοστόν ἕκτον ἔτος, ἀπὸ τῆς Ἀλεξάνδρου τοῦ Μακεδόνος βασιλείας».

[11] Γεν. 14,14

[12] Κ. Σκουτέρη, Ἱστορία Δογμάτων Β΄, Ἀθήνα 2004, σ 307.

[13]Συνοπτική παράθεση των ιερών Κανόνων:
Κανών Α': Καταδικάζεται ἡ συνήθεια τοῦ οἰκοιοθελοῦς εὐνουχισμοῦ καί ἀπαγορεύεται ἡ χειροτονία εὐνουχισμένων, πλήν ὅσων ἐξετμήθησαν γιά ἰατρικούς λόγους ἤ λόγω βασανιστηρίων.
Κανών Β': Ἀπαγορεύεται ἡ χειροτονία ὡς κληρικῶν στούς νεοεισερχομένους τῆς ἐκκλησίας.
Κανών Γ': Καταδικάζεται ἡ συνήθεια τῶν κληρικῶν ὅλων τῶν βαθμῶν νά συζοῦν ἤ νά συγκατοικοῦν μέ νεαρές γυναίκες τίς ὁποίες δέν εἶχαν παντρευτεῖ (συνείσακτοι).
Κανών Δ' - Ε': Εισάγεται τό «μητροπολιτικό σύστημα», τό ὁποῖο ἵσχυε στήν ὀργάνωση τῆς Ρωμαϊκῆς αὐτοκρατορίας. Καθορίζεται ὁ ρόλος τῆς ἐπαρχιακῆς συνόδου στή χειροτονία τῶν ἐπισκόπων.
Κανών ΣΤ': Ἀναγνωρίζεται κατ̉  ἐξαίρεση τό ἀρχαῖο ἔθος τῆς συγκεντρωτικῆς δικαιοδοσίας τοῦ ἐπισκόπου τῆς Ἀλεξάνδρειας στίς ἐκκλησίες τῆς Αἰγύπτου, Λιβύης καί Πενταπόλεως -ὅπως συνέβαινε καί μέ τήν ἐκκλησία τῆς Ρώμης-, ἐνῶ ἐξαιρεῖται ἡ Ρώμη καί ἡ Ἀντιόχεια ἀπό τό γενικό μέτρο τοῦ μητροπολιτικοῦ συστήματος.
Κανών Ζ': Ὁρίζεται ὅτι ὁ ἐπίσκοπος Αἰλίας (δηλ. ὁ Ἱερουσαλήμ) νά εἶναι ὁ ἑπόμενος στή σειρά ἀπόδοσης τιμῶν.
Κανών Η': Ὁρίζεται ὁ τρόπος ἐπιστροφῆς τῶν λεγόμενων «Καθαρῶν» (Μελιτιανό σχίσμα).
στήν ἐκκλησία τῆς Αἰγύπτου .

Κανών Θ': Ἀναφέρεται στήν τότε  συνήθη περίπτωση χειροτονίας πρεσβυτέρων τῶν ὁποίων δέν ἐξετάστηκαν τά προσόντα ἤ οἱ ὁποῖοι δεν παραμένουν ἄμεμπτοι.
Κανών Ι': Καταδικάζεται ἡ χειροτονία τῶν πεπτοκότων.
Κανών ΙΑ' - ΙΒ': Καθορίζεται η μετάνοια των πεπτωκότων, με αυστηρότερα κριτήρια.
Κανών ΙΓ': Δέχεται ὅτι εἶναι δυνατόν νά λάβει κάποιος τή Θεία Ευχαριστία ἐπί τῆς ἐπιθανατίου κλίνης.
Κανών ΙΔ': Ὁρίζεται ὁ τρόπος τῆς μετάνοιας τῶν πεπτωκότων κατηχουμένων.
Κανών ΙΕ' - ΙΣΤ': Καταδικάζεται ἡ ἐπιδίωξη κληρικῶν γιά μετάθεση σέ ἄλλες ἐκκλησίες.
Κανών ΙΖ': Καταδικάζεται ἡ πλεονεξία καί ἡ αἰσχροκέρδεια τῶν κληρικῶν πού προέρχεται ἀπό τόν ἐντοκο δανεισμό.
Κανών ΙΗ': Ἀπαγορεύεται  στούςς διακόνους νά μεταδίδουν καί νά ἀγγίζουν τή Θεία Εὐχαριστία πρίν ἀπό τούς πρεσβυτέρους, καί δέν ἐπιτρέπεται τό νά κάθονται μεταξύ τῶν πρεσβυτέρων.
Κανών Κ': Ἀπαγορεύεται ἡ γονυκλισία στή Θεία Λειτουργία τῆς Κυριακῆς καί τήν ἡμέρα τῆς Πεντηκοστῆς.


Πηγη  : http://www.impantokratoros.gr

Τετάρτη 26 Μαρτίου 2014

ΤΑ ΤΙΜΙΑ ΛΕΙΨΑΝA

                                           

Πιστεύουμε πως το σώμα του ανθρώπου, που προσλαμβάνεται στην Εκκλησία, γίνεται δοχείο της άκτιστης θείας ενέργειας, χριστοφόρο και πνευματοφόρο: «Ουκ οίδατε ότι τα σώματα υμών μέλη Χριστού εστίν;.... η ουκ οίδατε ότι το σώμα υμών ναός του εν υμίν Αγίου Πνεύματος εστίν, ου έχετε από Θεού, και ουκ έστε εαυτών;... δοξάσατε τον Θεόν εν τω σώματι υμών και εν τω πνεύματι υμών, άτινα εστι του Θεού» (Α' Κορ. στ' 15-20), «Αυτός δε ο Θεός της ειρήνης αγιάσαι υμάς ολοτελείς, και ολόκληρον υμών το πνεύμα και η ψυχή και το σώμα αμέμπτως εν τη παρουσία του Κυρίου ημών Ιησού Χριστού τηρηθείη. Πιστός ο κάλων υμάς, ος και ποιήσει» (Α' Θεσ. ε' 23-24).

Το ανθρώπινο σώμα εξυψώνεται μέσα στην Εκκλησία και έχει αιώνιο προορισμό. Ο Χριστός θα «μετασχηματίσει», δηλαδή θα μεταμορφώσει το ταπεινό μας σώμα, ώστε να γίνει «σύμμορφον τω σώματι της δόξης αυτού», να λάβει την ίδια μορφή προς το ένδοξο σώμα του Κυρίου και αυτό θα γίνει κατα τη δευτέρα παρουσία, «με την ενέργειαν, με την οποία δύναται και να υποτάξει τα πάντα εις τον εαυτόν Του» (Φιλιπ. γ' 21).

Η δόξα των αγίων λειψάνων αποτελεί προεικόνιση αυτής της νέας, της δοξασμένης κατάστασης του σώματος. Η τιμή που αποδίδεται σ' αυτά στην Ορθόδοξη Εκκλησία αποτελεί ακόμη μαρτυρία της πίστης μας στην καθολική δόξα τού ανθρώπου (Α' Θεσ. ε' 23-24).


Η αγιαστική χάρη εκφράζεται στα ιερά λείψανα με ευωδία, για την οποία κάνει λόγο η Αγία Γραφή (Β' Κορ. β' 15. Πρβλ. Ήσ. ξστ' 14) και επιτελεί θαύματα (Δ/Β' Βασιλ. ιγ' 20-21). Η ίδια χάρη μεταδίδεται στα αντικείμενα, τα όποία έρχονται σε επαφή με το σώμα των αγίων, με αποτέλεσμα τη θαυματουργία (Δ/Β' Βασιλ. β' 8-14. Ματθ. θ' 20-22. Μάρκ. στ' 13. Πράξ. ιθ' 12).

Με βάση την καταγωγή μας από τον Αδάμ βρισκόμαστε σε διάσταση με τη δημιουργία του Θεού (Γέν. γ' 17-19)-όμως ο άνθρωπος της χάριτος του Θεού ακτινοβολεί ειρήνη και μεταδίδει ευλογία, ακόμη και με τη σκιά του (Πράξ. ε' 15-16).

Ο ίδιος ο Θεός λοιπόν τιμά τα λείψανα των άγιων ανθρώπων και τα εμποτίζει με την άκτιστη θεία Του χάρη. Γι' αυτό και η Ορθόδοξη Εκκλησία αποδίδει πμή σ' αυτα και τα θέτει κάτω από το ιερό θυσιαστήριο (Έβρ. ιγ' 10), μιμούμενη στο θέμα αυτό το ουράνιο, το αχειροποίητο θυ¬σιαστήριο (Αποκ. στ' 9)• γιατί τα δικά μας θυσιαστήρια, είναι «αντίτυπα των αληθινών», δηλαδή εκείνου του ουράνιου θυ¬σιαστηρίου (Έβρ. θ' 24).
Η πρώτη Εκκλησία τιμούσε τα ιερά λείψανα. Το Μαρτύριο του αγίου Πολυκάρπου († 156) μάς πληροφορεί πως θεωρούνταν «τιμιώτερα λίθων πολυτελών και δοκιμώτερα υπέρ χρυσίον» (Μαρτ. Πολυκ.18).

Οι πιστοί συναθροίζονταν στους Τάφους των μαρτύρων, για να τελέσουν τη θεία ευχαριστία και να γιορτάσουν τη μνήμη των αγίων. Αυτό μεταδόθηκε στη μετέπειτα εποχή, δεν υπάρχει μαρτυρία που να μας πληροφορεί πως η τιμή των αγίων λειψάνων δεν ήταν καθολικά αποδεκτή.

Ο άγιος Γρηγόριος ο Θεολόγος (329-390) υπογραμμίζει τα πολλά θαύματα που γίνονταν με τα τίμια λείψανα του αγίου Κυπριανού, «όταν υπάρχη η πίστις», λέγει και προσθέτει πως αυτό το γνωρίζουν «όσοι έλαβαν πείραν και έχουν μεταδώσει το θαύμα και εις ημάς και θα το παραδώσουν και εις το μέλλον» (Λόγος κδ' 18, εις τον άγιον Κυπρ.).

Στον πρώτο στηλιτευπκό του λόγο κατά του Ιουλιανού ο Γρηγόριος αναφέρει για τους αγίους: «αυτών είναι αι μεγάλοι τιμαί και πανηγύρεις. Από αυτούς οι δαίμονες φυγαδεύονται και αι νόσοι θεραπεύονται... αυτών τα σώματα μόνα έχουν την ιδίαν δύναμιν με τας αγίας ψυχάς των, είτε εφαπτόμενα είτε τιμώμενα. Αυτών και αι ρανίδες μόνο αίματος και μικρά αντικείμενα του πάθους των ενεργούν όσα και τα σώματα» (Γρηγ. Θεολ., Λόγος δ' 69).

Ο άγιος Ιωάννης ο Χρυσόστομος υπογραμμίζει ότι ακόμη και ο αυτοκράτορας, «ο την αλουργίδα περικείμενος» σπεύδει να προσκυνήσει τους τάφους των αγίων και «έστηκε δεόμενος των άγιων», δηλαδή προσεύχεται στους αγίους «ώστε αυτού προστήναι παρά τω Θεώ», για να σταθούν υπέρ αυτού ενώπιον του Θεού (Χρυσ, Ύπόμν. εις Β' Κορ., Λόγ. κστ' 5).

Ο ίδιος άγιος, εκφράζοντας την πίστη της Εκκλησίας προτρέπει: «επιχωρίαζε σηκοίς μαρτύρων, όπου σώματος υγεία και ψυχής ωφέλεια», δηλαδή να επισκέπτεσαι τους ναούς των μαρτύρων, όπου θα βρεις την υγεία του σώματος και την ωφέλεια της ψυχής (Χρυσ, Ύπόμν. Εις Ματθ., Λόγ. λζ' 7). Σε άλλη ομιλία προτρέπει τους χριστιανούς να πηγαίνουν «εις ευκτήριους οίκους, και προς Τας των άγιων μαρτύρων θήκας», δηλαδή στους οίκους της προσευχής και στις λειψανοθήκες των αγίων, «ώστε αφού λάβωμε την ευλογία των, να καταστήσωμε τους εαυτούς μας ακαταβλητους εις τας παγίδας του διαβόλου» (Εις Γεν., Όμιλ. ιε' 6). «τα οστά των αγίων υποτάσσουν δαίμονας και βασανίζουν, και ελευθερώνουν όσους έχουν δεθεί από τα πικρότατα εκείνα δεσμά» (Χρυσ. Ύπόμν. Εις Β' Κορ.. Λόγ. κστ' 5).

Σύμφωνα με την πίστη της πρώτης Εκκλησίας η θεία χάρη μεταδίδεται σε καθετί που βρίσκεται σε επαφή με τους αγίους. «Ακόμη και τα ενδύματσ των άγιων είναι σεβαστα σε όλη την κτίση», αναφέρει ο άγιος Ιωάννης ο Χρυσόστομος και μνημονεύει τη μηλωτή του Ηλία (Δ/Β' Βασιλ. β' 8-14), τα υποδήματα των τριών παίδων, που κατανίκησαν τη φωτιά (Δαν. γ' 27-28), τη ράβδο του Μωϋση που έκανε τόσα θαύματα, τα ενδύματα του Παύλου (Πράξ. ιθ' 11-12), τη σκιά του Πέτρου (Πράξ. ε 12-J6) κ.ά (Χρυσ., Πρός τους ανδριάντας όμιλ. η' 2).
Ο άγιος Βασίλειος μας πληροφορεί πως το τίμιο λείψανο της αγίας Ιουλίττας αγιάζει την πόλη και όσους προσέρχονται στον ναό, «η δε γη, η όποια με την εκδημία της μακάριας εδέχθη τας ευλογίας, ανέβλυσεν από τα σπλάγχνα της άγιασμα» που είναι «εις τους υγιείς φυλακτήριον και χορηγία τέρψεως» και στους άρρωστους «παρηγοριά» (Μ. Βασ., όμιλ. 2 είς την μάρτ. Ίουλ. 2).


Στην Όρθόδοξη Εκκλησία αποδίδουμε στα Αγία λείψα¬να τιμή και ευλαβική προσκύνηση, η όποια, όπως αναφέραμε και στην περίπτωση των αγίων (σ. 48-50), δεν αποτελεί λατρευτική προσκύνηση η λατρεία. Τούτο γιατί κανείς ποτέ ορθόδοξος χριστιανός δεν ταύτισε στη σκέψη του τα τίμια λείψανα με «θεούς».

Σάββατο 22 Μαρτίου 2014

Μάρτυρες του Ιεχωβά ο Πιστός και Φρόνιμος δούλος.,

Του Ιωαννη Παντιου  



                               
                                        "Αγαπητοί εν Χριστώ Αδελφοί.

  Στο συγκεκριμένο άρθρο  θα δούμε αυτό  που επικαλούνται και έχουν καραμέλα οι Μάρτυρες του Ιεχωβά,  τον Πιστό και φρόνιμο δούλο.    Ποιος αραγε είναι ο Πιστός και Φρόνιμος Δούλος  που επικαλούνται οι Μάρτυρες του Ιεχωβά; ειναι  εκ θεού ή εκ πονηρού ;

Οι Μάρτυρες του Ιεχωβά διδάσκουν ότι η Εκκλησία αποστάτησε ευθύς αμέσως μετά το θάνατο τών Αποστόλων. Για 2000 σχεδόν χρόνια, η Εκκλησία ήταν "χύμα", ανοργάνωτη, και πιστοί άνθρωποι υπήρχαν "σκόρπιοι" μεταξύ τών διαφόρων αιρέσεων τών Χριστιανικών εκκλησιών. Ώσπου το 1914 ο Χριστός ήρθε "αόρατα"  στη 2η Παρουσία Του, και τρισήμισι χρόνια αργότερα, (το 1919), έχρισε ως "Πιστό και Φρόνιμο Δούλο" τους Μάρτυρες τού Ιεχωβά που ανήκαν στους 144.000, που από τότε είναι ο Μοναδικός Αγωγός τού Θεού, για να δίνει στην ανθρωπότητα την "αληθινή" Πνευματική τροφή".

Αγαπητοί αδελφοί θα δούμε στα παρακάτω ντοκουμέντα ότι αυτός ο Πιστός και Φρόνιμος δούλος που επικαλούνται οι Μάρτυρες του Ιεχωβά δεν είναι τίποτα πάρα μόνο ένα μέρος από το εσφαλμένο  δόγμα του 1914 ως  2η Παρουσία  του Χριστού.    Ας πάρουμε τα πράγματα από την αρχή και να  δούμε τελικά  ποιος  Είναι ο Πιστός και Φρόνιμος Δούλος.

"Ο Μέγας Διδάσκαλος ετόνισεν ειδικώς την σπουδαιότητα τού αγγελιαφόρου τής εβδόμης ή Λαοδικιανής περιόδου τής Εκκλησίας, ειπών ότι ο τοιούτος θα ήτο "πιστός και φρόνιμος δούλος, τον οποίον ο Κύριος αυτού θα καθιστά επί τον Οίκον Αυτού, ίνα δίδη εις αυτούς την τροφήν εν καιρώ". Οι αφιερωμένοι εκείνοι Χριστιανοί, οίτινες ανέγνωσαν και τελείως εξετίμησαν την Αλήθειαν, ως αύτη εμπεριέχεται εις τούς προηγουμένους εξ Τόμους τών Γραφικών Μελετών, ευκόλως κατανοούσι και συμφωνούσιν ότι ο Κάρολος Ταζα Ρώσσελ ήτο ο αγγελιοφόρος τής Εκκλησίας τή Λαοδικίας. Εις την διάνοιαν παντός πιστεύοντος την Γραφήν, αι αποδείξεις αίτινες εκτίθενται εν τω παρόντι τόμω θέλουσιν εδραιωθεί και προσεπικυρώσει το γεγονός τούτον πέραν πάσης αμφιβολίας. (Γραφικές Μελέτες, τόμ.Ζ΄, Το Τετελεσμένον Μυστήριον, έκδ.1917, σελ.3).

Γράφει o δεύτερος πρόεδρος, ο Ιωσήφ Ρόδερφορδ. "Άνευ αμφιβολίας ο ποιμήν Ρώσσελ επλήρωσε το αξίωμα δια το οποίον ο Κύριος προνόησε, και περί τού οποίου ελάλησε, και ήτο, συνεπώς, ο φρόνιμος και πιστός εκείνος δούλος ο μεταδίδων εις την οικογένειαν τής πίστεως την έγκαιρον αυτής τροφήν• ο ποιμήν Ρώσσελ ετελείωσε την επίγειαν αυτού σταδιοδρομίαν εις το 1916". (Κιθάρα τού Θεού, έκδ. 1925, σελ.272)

Άρα ηταν ο Κάρολος Ρώσσελ ο Πιστός και Φρόνιμος δούλος όπως γράφουν οι Αγαπητοί Μάρτυρες του Ιεχωβά ; ΟΧΙ διότι κατά τα λεγόμενα των Μαρτύρων του Ιεχωβά  αυτό έχει αλλάξει το 1919 οταν ο Χριστός   έλεγξε τις θρησκείες  και έχρισε ως "Πιστό και Φρόνιμο Δούλο" τους Μάρτυρες τού Ιεχωβά. Εδω παρατηρούμε δύο πράγματα.

1) Οτι δεν ήταν ο Κάρολος Ρώσσελ ο Πιστός και Φρόνιμος  δούλος  της εταιρείας σκοπιά αρα δεν  ήταν Αγωγός του Θεού, και τόσα χρόνια οι Μάρτυρες του Ιεχωβά από πού έπαιρναν Πνευματική τροφή ;

2) "Παρατηρούμε οτι ο Πιστός και Φρόνιμος δούλος δεν αποτελείται από έναν άνθρωπο όπως ήταν ο κ.Ρώσσελ αλλά από ένα σύνολο αθρώπων τους 144.000, Αυτοί αποτελούν τον Πιστό και φρόνιμο δούλο. Ας  δούμε τα ντοκουμέντα που ακολουθούν.

1998. «Σκοπιά», 1-1-98, σελ. 13: «Ο Ιησούς εκπροσωπείται στη γη από τον "Ισραήλ του Θεού" τους Χρισμένους Χριστιανούς».

1998. «Σκοπιά», 1-9-98, σελ. 10-11: «"Ο πιστός και φρόνιμος δούλος" παρέχει "τροφή… Στον κατάλληλο καιρό" μέσω της οργάνωσης (Ματθαίος Κδ' 45). Αυτός ο δούλος ο οποίος αποτελείται από τους χρισμένους Χριστιανούς παρέχει τα καλύτερα πνευματικά πράγματα -ακριβή βασισμένη στην Αγία Γραφή γνώση που μπορεί να οδηγήσει σε αιώνια ζωή».

1998. «Σκοπιά», 1-2-98, σελ. 17: «Όλοι οι όσιοι ανήκαν στον Ισραήλ του Θεού, άντρες και γυναίκες απαρτίζουν ένα συλλογικό Ιερατείο (Γαλ. γ' 28,29). Όσοι από τα μέλη του πνευματικού Ισραήλ απομένουν ακόμη στη γη αποτελούν τον πιστό και φρόνιμο δούλο. Μόνο με συνταύτιση με αυτούς μπορεί να αποδοθεί στον Θεό ιερή υπηρεσία».

Βλέπουμε οτι «δούλος» γίνεται μία ομάδα ανθρώπων, που από αυτούς εξαρτώνται τα πάντα. Αυτή η ομάδα αποφασίζει για ζωή ή για θάνατο και το πιο σημαντικό έχει περιβληθεί με θεοκρατικό μανδύα.  Τελικά ο Χριστός  διόρισε τον Πιστό και Φρόνιμο δούλο το 1919 τους 144.000  όπως επικαλούνται ; Εάν πιστεύετε κάτι τέτοιο είστε γελασμένοι,   για ακόμη μία φορά η Εταιρία Σκοπια Φρόντισε να το αλλάξει και αυτό. Ας δούμε Τα ντοκουμέντα που ακολουθούν.

Σκοπιά 15/6/2013 σελ.9-10: 9 Μήπως απαρτίζουν τον πιστό δούλο όλοι οι χρισμένοι στη γη; Όχι. Η πραγματικότητα είναι πως δεν έχουν όλοι οι  χρισμένοι κάποιον ρόλο στη διανομή της πνευματικής τροφής στους ομοπίστους τους παγκόσμια.

10. Ποιος είναι ο πιστός και φρόνιμος δούλος;
10 Ποιος είναι, λοιπόν, ο πιστός και φρόνιμος δούλος; Σε αρμονία με την τακτική που ακολούθησε ο Ιησούς να τρέφει τους πολλούς μέσω των χεριών των λίγων, αυτός ο δούλος απαρτίζεται από μια μικρή ομάδα χρισμένων αδελφών οι οποίοι ασχολούνται άμεσα με την προετοιμασία και τη διανομή της πνευματικής τροφής στη διάρκεια της παρουσίας του Χριστού. Σε όλη την περίοδο των τελευταίων ημερών, οι χρισμένοι αδελφοί που απαρτίζουν τον πιστό δούλο έχουν υπηρετήσει μαζί στα κεντρικά γραφεία. Τις πρόσφατες δεκαετίες, αυτός ο δούλος είναι ταυτόσημος με το Κυβερνών Σώμα των Μαρτύρων του Ιεχωβά. Παρατηρήστε, ωστόσο, ότι η λέξη «δούλος» στην παραβολή του Ιησού είναι στον ενικό αριθμό, κάτι που υποδηλώνει ότι πρόκειται για σύνθετο δούλο. Οι αποφάσεις του Κυβερνώντος Σώματος, λοιπόν, λαβαίνονται συλλογικά.

Αρα αγαπητοί Μάρτυρες του Ιεχωβά αφού δεν ήταν πιστός και φρόνιμος δούλος ο κ.Ρώσσελ ουτε οι 144.000 τοτε ποιανού αγωγός  ήσασταν επί δεκαετίες εκ Θεού ή εκ του Πονηρού ; και μην μας πείτε  την άλλη γνωστή καραμέλα που έχετε και μας λέτε οτι : «Η οδός όμως τών δικαίων είναι ως το λαμπρόν φως το φέγγον επί μάλλον και μάλλον, εωσού γείνη τελεία ημέρα». Παροιμ. δ:18. Εδω δεν μιλάμε για ανθρώπους αλλά για τον Iησού Χριστό.

Πέμπτη 6 Μαρτίου 2014

ΘΕΙΑ ΚΟΙΝΩΝΙΑ



Μᾶς ἀξιώνει ὁ Θεὸς καί φέτος νὰ ζήσουμε τά ἱερά γεγονότα τῆς Ἁγίας καὶ Μεγάλης Ἑβδομάδας, ποὺ κορυφώνονται στὸ Μυστήριο τῆς Σταυρικῆς θυσίας τοῦ Κυρίου καὶ στὴν Ἀνάστασή Του. Στίς ἱερές ἀκολουθίες προσέρχονται πολλοί πιστοί. Οἱ περισσότεροι ἀρκοῦνται νά μένουν στήν ἐπιφάνεια τῶν σωτηριωδῶν γεγονότων τῶν ἁγίων αὐτῶν ἡμερῶν. Ἡ Ἐκκλησία ὅμως μᾶς καλεῖ ὄχι ἀπλῶς νά τά παρακολουθήσουμε παθητικά, ἀλλά νὰ τά βιώσουμε μέσῳ τῶν ἱερῶν της Μυστηρίων.
Τὸ Μυστήριο τῆς Θείας Εὐχαριστίας εἶναι ἐκεῖνο ποὺ ἀνακαινίζει τὴν ὕπαρξή μας, μᾶς ἁγιάζει καί μᾶς βοηθεῖ νά ζήσουμε λειτουργικά κατ' ἐξοχήν τό Σταυρικό Πάθος καί τή ζωηφόρο τοῦ Κυρίου μας Ἀνάσταση. Ὅταν κοινωνοῦμε λαμβάνουμε μέσα μας τό ἀληθινό Σῶμα καί Αἷμα τοῦ Χριστοῦ. Διότι, ὅπως πιστεύει, διδάσκει καί ζεῖ ἡ Ἁγία μας Ἐκκλησία ὁ ἄρτος καί ὁ οἶνος, μέ τήν κάθοδο τοῦ Ἁγίου Πνεύματος κατά τήν τέλεση τοῦ μυστηρίου τῆς Θείας Εὐχαριστίας, καθαγιάζονται σέ Σῶμα καί Αἷμα Χριστοῦ.
* * *
Τό Σῶμα καί τό Αἷμα τοῦ Κυρίου μας ἐξαλείφει τίς ἁμαρτίες, καθαρίζει τή συνείδηση, αὐξάνει τήν πίστη, θερμαίνει τήν ἀγάπη, στερεώνει τήν ἐλπίδα, στηρίζει τούς ὀλιγοψύχους, χαροποιεῖ τούς θλιμμένους, ἀφυπνίζει καί κινητοποιεῖ τούς ἀμελεῖς, θεραπεύει τούς ἀσθενεῖς, «πλουτίζει» τούς φτωχούς, «χορταίνει» τούς πεινασμένους, «ντύνει» τούς γυμνούς, «ἀναπαύει» τούς κουρασμένους. Ἡ Θεία Κοινωνία μᾶς κρατᾶ ἑνωμένους μέ τόν Χριστό: «ὁ τρώγων μου τήν σάρκα καί πίνων μου τό Αἷμα ἐν ἐμοί μένει κἀγώ ἐν αὐτῷ».
Ὅμως, πῶς θὰ πλησιάσουμε τὸ Ἅγιο Ποτήριο; Τὸ πνευματικὸ αὐτὸ ἐρώτημα μᾶς βασανίζει ὅλους. Τὰ Ἱερὰ Κείμενα τῆς Πίστεώς μας ὁμιλοῦν ξεκάθαρα γιὰ τὴν πνευματικὴ προετοιμασία ποὺ ἀπαιτεῖται πρὶν κοινωνήσουμε, γιά τήν εὐλάβεια καί τό φόβο Θεοῦ πού πρέπει νά χαρακτηρίζουν τόν προσερχόμενο πιστό καί τήν εὐχαριστιακή μας στάση μετά τήν θεία Μετάληψη.
* * *
Πρίν ἀπό τή Θεία Κοινωνία

1. Ὁμολογοῦμε στὴν Λατρεία μας, ὅτι κανείς μας δὲν εἶναι ἄξιος, γιά νά προσέλθει στήν Θεία Κοινωνία, ἀφοῦ ὅλοι μας φέρουμε τό μολυσμό τῆς ἁμαρτίας. Χρειάζεται γι' αὐτό πνευματική προετοιμασία. «Δοκιμαζέτω δέ ἄνθρωπος ἑαυτόν καί οὕτως ἐκ τοῦ ἄρτου ἐσθιέτω καί ἐκ τοῦ ποτηρίου πινέτω», τονίζει χαρακτηριστικά ὁ Ἀπόστολος Παῦλος. Καί συνεχίζει: Ἐκεῖνος πού τρώγει καί πίνει ἀναξίως, «κρῖμα ἑαυτῷ ἐσθίει καί πίνει, μή διακρίνων τό σῶμα τοῦ Κυρίου» (Α' Κορ. ια', 28-30). Χρειάζεται, λοιπόν, αὐτοέλεγχος, βαθειά συναίσθηση τῆς ἁμαρτωλότητάς μας, συντριβή, ἀληθινή μετάνοια μέ διάθεση ἐπιστροφῆς στήν ἀγάπη τοῦ Θεοῦ.
2. Στην προετοιμασία τοῦ χριστιανοῦ καθοριστικό ρόλο ἔχει τό πρόσωπο τοῦ Πνευματικοῦ Πατέρα. Ἐκεῖνος ἔχει τήν εὐθύνη ὁλόκληρης τῆς πνευματικῆς πορείας τοῦ πιστοῦ καί ἄρα ἐκεῖνος ρυθμίζει καί τή συχνότητα τῆς προσέλευσής του στό ποτήριο τῆς ζωῆς.
3. Ἡ ἐξομολόγηση εἶναι ἀπαραίτητη προϋπόθεση πρὶν μεταλάβουμε. Ἐκτὸς ἂν ὁ πνευματικὸς ὁρίσει ἀλλιῶς. Τό μυστήριο τῆς Μετανοίας καί Ἐξομολογήσεως εἶναι τό μόνο πού μᾶς καθαρίζει ἀπό τήν ἁμαρτία καί μᾶς προετοιμάζει νά δεχθοῦμε τόν ἴδιο τόν Κύριο.
4. Πρὶν Κοινωνήσουμε, ἐπιδιώκουμε νὰ συγχωρηθοῦμε τουλάχιστον μὲ τά μέλη τῆς οἰκογενείας μας καί μέ τούς συγγενεῖς μας. Ἡ Θεία Κοινωνία εἶναι μυστήριο ἀγάπης καί ἑνότητας τῶν πιστῶν ἐν Χριστῷ.
5. Ἡ νηστεία τῶν τροφῶν καὶ ἡ «κατὰ τὸ δυνατὸν» ἐγκράτεια εἶναι ἀναγκαία καὶ τὰ κανονίζει προσωπικὰ γιὰ κάθε πιστό μόνον ὁ πνευματικός, ἀνάλογα μὲ τὴν ἡλικία καὶ τὴν κατάσταση τῆς ὑγείας τοῦ καθενός.
6. Ἀποβραδὺς διαβάζουμε τὴν Ἀκολουθία τῆς Μεταλήψεως στὸ σπίτι μας ἤ κάποια περικοπή ἀπό τὴν Ἁγία Γραφή. Κοιμόμαστε ἐπίσης νωρὶς καὶ ξυπνᾶμε πρωῒ, για νὰ μεταβοῦμε στὸ Ναὸ, ποὺ θὰ λειτουργηθοῦμε καὶ θὰ Κοινωνήσουμε. Ὅσο πιὸ πρωῒ προσέλθουμε στή θεία λατρεία, τόσο καλύτερα θὰ βιώσουμε προσωπικὰ τό σωτηριῶδες Μυστήριο.
* * *
Τήν ὥρα τῆς Θείας Κοινωνίας
1. Ὅταν εἶναι νὰ Κοινωνήσουμε ἤ ἔστω νὰ πάρουμε ἀντίδωρο, δὲν παίρνουμε ποτὲ πρωινὸ στὸ σπίτι μας πρίν, οὔτε πίνουμε ροφήματα.
2. Τὸ ντύσιμό μας καὶ ἡ φροντίδα τοῦ προσώπου μας ἂς εἶναι προσεκτική, τουλάχιστον ἐκείνη τὴν ἡμέρα, ὥστε νὰ μὴν σκανδαλίσουμε κανέναν μέσα στὸ Ναό.
3. Κατὰ τὴν στιγμὴ τῆς ἐκφωνήσεως ἀπὸ τὸν ἱερέα: «Μετὰ φόβου Θεοῦ, πίστεως καὶ ἀγάπης προσέλθετε», μὴ βιαστοῦμε νὰ σπεύσουμε νά Κοινωνήσουμε. Εἶναι καλὴ ἡ συνήθεια νὰ δίνουμε προβάδισμα στὰ παιδιά, στούς ἐφήβους καί στούς γέροντες. Ἡ ἀταξία εἶναι δεῖγμα περιφρόνησης τῶν Ἁγίων Μυστηρίων. Ἄς ἔχουμε πάντα κατά νοῦ, ὅτι δέν μεταλαμβάνουμε ἁπλά, ἀλλά μέ τήν θεία κοινωνία ἑνώνεται ὁ καθένας μας μέ τόν Ἴδιο τόν Κύριο καί ταυτόχρονα οἱ πιστοί ἑνώνονται καί μεταξύ τους σέ ἕνα σῶμα πνευματικό. Ἐκείνη τήν ὥρα δέν βρισκόμαστε στήν γῆ, ἀλλά στόν οὐρανό, ὅπου δέν χωροῦν θόρυβοι, ἀταξία καί βιασύνες, ὅπως χαρακτηριστικά τονίζει ὁ ἱερός Χρυσόστομος.
4. Ἀναμένοντας μέ φόβο καί καθαρή συνείδηση τη σειρά μας νά μεταλάβουμε, χωρίς νά ποδοπατοῦμε καί νά σπρώχνουμε, ἄς θυμηθοῦμε τό γεγονός τοῦ Μυστικοῦ Δείπνου καί ἄς ψελλίσουμε τό τροπάριο: «Τοῦ Δείπνου σου τοῦ μυστικοῦ σήμερον, Υἱὲ Θεοῦ, κοινωνόν με παράλαβε· οὐ μὴ γὰρ τοῖς ἐχθροῖς σου τὸ μυστήριον εἴπω· οὐ φίλημά σοι δώσω, καθάπερ ὁ Ἰούδας· ἀλλ᾿ ὡς ὁ Ληστὴς ὁμολογῶ σοι· Μνήσθητί μου, Κύριε, ἐν τῇ βασιλείᾳ σου».
5. Τήν ἱερή ἐκείνη στιγμή τῆς Θείας Μεταλήψεως κρατᾶμε μέ τά δύο χέρια μας τό μάκτρο (κόκκινο μαντήλι) κάτω ἀπό τό πηγούνι μας, κοιτάζουμε ψηλά, δέν σκύβουμε τό κεφάλι, καί λέμε μεγαλοφώνως τό ὄνομά μας, ἔστω κι ἄν τό γνωρίζει ἤδη ὁ Ἱερέας.
* * *
Μετά τήν Θεία Κοινωνία
1. Μετὰ τὴν Θεία Κοινωνία δέν φεύγουμε τρέχοντας ἀπὸ τὸ Ναό. Ἐπιστρέφουμε μέ εὐλάβεια στὴ θέση μας καὶ περιμένουμε νὰ τελειώσει ἡ Θεία Λειτουργία, ὥστε νὰ βιώσουμε καλύτερα τὸ Μυστήριο τῆς Ζωῆς στό ὁποῖο προσήλθαμε. Θὰ βοηθηθοῦμε πολὺ καὶ θὰ νιώσουμε ἀνέκφραστη ἐσωτερική εὐφροσύνη ἂν στὸ σπίτι μας, μετὰ τὴν ἐπιστροφή μας, διαβάσουμε ἀπὸ τὴν Ἀκολουθία τῆς Μεταλήψεως, τὰ «μετὰ τὴν Θεία Κοινωνία».
2. Ἑάν χρειάζεται προετοιμασία γιά νά προσέλθουμε στήν θεία Κοινωνία, χρειάζεται ἀνάλογη ἐπαγρύπνηση καί πνευματική φροντίδα καί μετά τήν θεία Λειτουργία, γιά νά μήν φανοῦμε ἀνάξιοι τῆς δωρεᾶς τοῦ Χριστοῦ. Ὁ ἱερός Χρυσόστομος λέει: «Ἄκουσες στό Ναό ὕμνους ἱερούς, ἀπόλαυσες τήν βασιλική Τράπεζα, γέμισες ἀπό τό Άγιον Πνεῦμα, συνέψαλες μέ τά Σεραφείμ, ἔγινες κοινωνός τῶν οὐρανίων Δυνάμεων. Λοιπόν, μήν πετάξεις τόση χαρά, μήν διασκορπίσεις τόν θησαυρό. Ἄς εἶναι τά ἔργα μας μετά τήν θεία Κοινωνία ἀντάξια τῆς ἀγάπης τοῦ Θεοῦ». Μέ τόν τρόπο αὐτό θά ἔχουμε πάντα ἔνοικο μέσα μας τόν Χριστό.
* * *
Ἀγαπητοί μας ἀδελφοὶ καὶ ἀδελφὲς ἐν Κυρίῳ Ἰησοῦ,
Σᾶς προτρέπουμε νὰ παραμείνετε ὅλοι τὸ βράδυ τοῦ Μεγάλου Σαββάτου, μετέχοντας στὴ μοναδικὴ ἐκείνη ἀναστάσιμη Θεία Λειτουργία. Μὴν φύγετε ἀπὸ τό Ναό μόλις ἀκουστεῖ τὸ «Χριστὸς Ἀνέστη». Δοκιμάστε, προσπαθεῖστε νά γευθεῖτε τὴ θεία χάρη, τήν ἀναστάσιμη εὐλογία, τή ζωοποιό ἐλπίδα, τήν οὐράνια εἰρήνη καί χαρά ἐκείνης τῆς νύχτας. Μέ τήν εὐχή τοῦ Πνευματικοῦ σας προσέλθετε μέ συντριβή, μετάνοια καί πολλή ἀγάπη γιά τό Χριστό καί τούς ἀνθρώπους νά κοινωνήσετε τό πανάγιο Σῶμα καί τό Αἷμα τοῦ Σωτῆρος Χριστοῦ κατά τήν πασχαλινή αὐτή Θεία Λειτουργία.

ΚΑΛΗ ΑΝΑΣΤΑΣΗ!

Πέμπτη 20 Φεβρουαρίου 2014

ΟΙ 144.000 ΕΣΦΡΑΓΙΣΜΕΝΟΙ

Δύο χωρία με τους 144.000
                                                          
Η ομάδα τών 144.000, εμφανίζεται αριθμητικά, σε δύο σημεία τής Αποκάλυψης: Στο Αποκάλυψις 7/ζ΄ 1 - 8, και στο 14/ιδ΄ 1 - 5. Στο πρώτο διαβάζουμε τα εξής:

Αποκάλυψις 7/ζ΄ 1 - 8: ΄΄1. Και μετά τούτο είδον τέσσαρας αγγέλους εστώτας επί τας τέσσαρας γωνίας τής γης, κρατούντας τους τέσσαρας ανέμους τής γης, ίνα μη πνέει άνεμος επί τής γης, μήτε επί τής θαλάσσης, μήτε επί παν δένδρον. 2. Και είδον άλλον άγγελον αναβαίνοντα από ανατολής ηλίου, έχοντα σφραγίδα Θεού ζώντος, και έκραξε φωνή μεγάλη τοις τέσσαρσιν αγγέλοις, οις εδόθη αυτοίς αδικήσαι την γην και την θάλασσαν, 3. λέγων: "Μη αδικήσετε την γην μήτε την θάλασσαν μήτε τα δένδρα, άχρις ου σφραγίσωμεν τους δούλους τού Θεού ημών επί τών μετώπων αυτών". 4. Και ήκουσα τον αριθμόν τών εσφραγισμένων: "144.000 εσφραγισμένοι, εκ πάσης φυλής υιών Ισραήλ..."΄΄

Και στη συνέχεια, αναφέρει δώδεκα φυλές τού Ισραήλ, επί 12.000 σφραγισμένους από την κάθε φυλή. (12Χ12.000=144.000).

Αποκάλυψις 14/ιδ΄ 1 - 5: ΄΄1. Και είδον, και ιδού το αρνίον εστηκός επί το όρος Σιών, και μετ' αυτού 144.000, έχουσαι το όνομα αυτού και το όνομα τού Πατρός αυτού γεγραμμένον επί τών μετώπων αυτών. 2. Και ήκουσα φωνήν εκ τού ουρανού ως φωνήν υδάτων πολλών και ως φωνήν βροντής μεγάλης. Και η φωνή ήν ήκουσα, ως κιθαρωδών κιθαριζόντων εν ταις κιθάραις αυτών. 3. Και άδουσιν ωδήν καινήν ενώπιον τού θρόνου και ενώπιον τών τεσσάρων ζώων και τών πρεσβυτέρων. Και ουδείς εδύνατο μαθείν την ωδήν ει μη αι 144.000, οι ηγορασμένοι από τής γης. 4. Ούτοί εισιν οί μετά γυναικών ουκ εμολύνθησαν. Παρθένοι γαρ εισιν. Ούτοί εισιν οι ακολουθούντες τω Αρνίω όπου αν υπάγη. Ούτοι ηγοράσθησαν από τών ανθρώπων απαρχή τώ Θεώ και τω αρνίω. 5. Και ουχ ευρέθη ψεύδος εν τω στόματι αυτών. Άμωμοι γαρ εισι΄΄.



Είναι Ισραηλίτες

Μία πρώτη παρατήρηση, είναι ότι οι ΄΄144.000΄΄ είναι Ισραηλίτες, και μάλιστα μοιρασμένοι, από ΄΄12.000΄΄ σε κάθε φυλή από τις 12 τού Ισραήλ. Όμως, αν και λέει: ΄΄εκ πάσης φυλής υιών Ισραήλ΄΄, στην πραγματικότητα λείπει η φυλή τού ΄΄Δαν΄΄, και στη θέση της, υπάρχει η φυλή ΄΄Ιωσήφ΄΄, χωριστά από τη φυλή ΄΄Μανασσή΄΄, που ήταν γυος τού Ιωσήφ μαζί με τον Ευφραϊμ που εδώ δεν αναφέρεται.

Ακόμα, υπάρχει η φυλή ΄΄Λευί΄΄, μια φυλή που δεν αναφερόταν πάντοτε στην Παλαιά Διαθήκη ξεχωριστά, μια και οι Λευίτες βρίσκονταν διασκορπισμένοι ως ιερείς μεταξύ τών άλλων φυλών. Εδώ η φυλή τού Λευί αναφέρεται ξεχωριστά, επειδή στη Χριστιανική Εκκλησία, όλοι οι Χριστιανοί είναι ΄΄βασίλειον Ιεράτευμα΄΄, (Α΄ Πέτρου 2/β΄ 5,9), και συνεπώς δεν έχουν τη Λευιτική ιερωσύνη.

Για την έλλειψη τής φυλής Δαν, θα μπορούσαμε να σκεφτούμε κάποιους λόγους. Ένας απ' αυτούς, είναι ότι πιθανόν στη μελλοντική αυτή εποχή που αναφέρει η προφητεία, δεν θα έχει διασωθεί η φυλή τού Δαν. Πιθανότερο όμως φαίνεται, ότι επειδή από τη φυλή αυτή θα προέλθει ο Αντίχριστος, η φυλή αυτή θα τον ακολουθήσει στο σύνολό της, και έτσι δεν θα υπάρχουν (αρκετοί) Χριστιανοί απ' αυτή τη φυλή, όπως θα υπάρχουν από τις άλλες. Δεν ισχύει λοιπόν το επιχείρημα κάποιων κύκλων, ότι εφ' όσον λείπει η φυλή τού Δαν, δήθεν οι 144.000 δεν είναι κατά γράμμα Ισραηλίτες, αλλά όλος ο ΄΄Πνευματικός Ισραήλ΄΄, δηλαδή η Εκκλησία. Άλλωστε η Εκκλησία, δεν έχει 12 φυλές!

Εδώ είναι ενδιαφέρον, το ότι όταν σφραγίζονται οι 144.000, έχουν στα μέτωπά τους ΄΄το όνομα τού Ιησού Χριστού, (αλλά) και το όνομα τού Πατρός΄΄ τού Ιησού Χριστού. (7/ζ΄ 3. 14/ιδ΄ 1). Αυτό προφανώς σημαίνει, ότι δεν είναι απλά ΄΄μάρτυρες τού Χριστού΄΄, (Πράξεις 1/α΄ 8), όπως οι εθνικοί Χριστιανοί, αλλά και ΄΄μάρτυρες τού Πατρός΄΄, (Ησαϊας 43/μγ΄ 10) τον οποίο αναγνωρίζουν οι Ιουδαίοι, αν και αρνούνται τον Υιό, και για τον οποίο μπορούν να μαρτυρήσουν την θαυμαστή ιστορία τους.

΄Ενας ακόμη λόγος που μας κάνει να πιστεύουμε ότι πρόκειται εδώ για φυσικούς Ισραηλίτες, είναι ότι από το Αποκάλυψης 7/ζ΄ 9 και μετά, εμφανίζεται μία άλλη ομάδα, που όμως προέρχεται από όλα τα έθνη. Αν οι 144.000 ήταν ολόκληρη η Εκκλησία, δεν θα αντιδιαστέλλονταν με τους εθνικούς, που και αυτοί είναι μέλη τής Εκκλησίας.

Το ότι οι 144.000 είναι κατά γράμμα Ισραηλίτες, είναι η φυσική και αβίαστη ερμηνεία τής Αποκάλυψης 7/ζ΄, και αυτή θα πρέπει να δεχθούμε. Αν όμως κάποιος έχει αποδείξεις (και όχι ικασίες) ότι η όραση αυτή εκπληρώνεται και με άλλον τρόπο, θα ήταν ενδιαφέρον να το δούμε, καθώς οι προφητείες τής Αγίας Γραφής έχουν συχνά περισσότερες από μία εκπληρώσεις.



O αριθμός 144.000

Θα ήταν κάπως δύσκολο, οι πιστοί τού Ισραήλ, να είναι ακριβώς τόσοι, και μάλιστα ακριβώς ΄΄12.000 από κάθε φυλή τού Ισραήλ΄΄! Ο αριθμός αυτός, είναι προφανώς συμβολικός, τόσο για τις φυλές τού Ισραήλ, όσο και για τον αριθμό τών εσφραγισμένων τής κάθε φυλής.

Ο αριθμός 12 είναι στην Αγία Γραφή ιερός. (12 φυλές, 12 απόστολοι, 12 αστέρες, κλπ). Το 12.000, δημιουργείται από το 12 Χ 1.000, όπου το 1.000 συμβολίζει το πλήθος, που όμως δεν είναι τόσο πολύ όσο η μυριάδα. (A΄ Σαμουήλ 18/ιη΄ 7).

Πολλαπλασιάζοντας λοιπόν τρεις συμβολικούς αριθμούς, (12Χ12Χ1.000), μπορούμε να έχουμε έναν πραγματικό; Κάτι τέτοιο φαίνεται παράλογο.

Κάποιοι, λένε ότι επειδή ο Ιωάννης λέει: ΄΄Και ήκουσα τον αριθμόν τών εσφραγισμένων΄΄, (7/ζ΄ 4), σημαίνει ότι ήταν κατά γράμμα τόσοι, καθώς μάλιστα αντιπαραβάλλονται με έναν αναρρίθμητο Πολύ Όχλο. (7/ζ΄ 9). Οι ίδιοι όμως, υποστηρίζουν ότι τα στρατεύματα που αναφέρονται στο 9/θ΄ 16, ως ΄΄δύο μυριάδες μυριάδων΄΄, είναι συμβολικός αριθμός, και ας λέει κι εδώ ο Ιωάννης: ΄΄και ήκουσα τον αριθμόν αυτών΄΄. (΄Ενα ακόμα παράδειγμα πρόχειρης και αυθαίρετης ερμηνείας).

Όσο για την αντιπαράθεση με έναν αναρρίθμητο πολύ όχλο, αυτό δεν γίνεται για να δείξει ότι ο αριθμός είναι κατά γράμμα, αλλά για να δείξει, ότι οι πιστοί σε όλα τα έθνη, θα είναι αναρρίθμητοι, ενώ στον Ισραήλ, που υπήρξε κάποτε λαός τού Θεού, ΄΄λείμα (υπόλοιπο) κατ' εκλογήν χάριτος γέγονεν΄΄ (όπως συμβαίνει πάντοτε). (Ρωμαίους 11/ια΄ 5). Και φυσικά, ο αριθμός 144.000, είναι ένας σχετικά μικρός (συμβολικός και ίσως και κατά προσέγγισιν) αριθμός, που δείχνει ότι λίγοι μόνο θα πιστέψουν τότε σε σύγκριση με το σύνολο τού λαού, ως ΄΄απαρχή΄΄ τού Ισραήλ (Αποκάλυψις 14/ιδ΄ 4).

Αυτό φαίνεται και από μία παράλληλη όραση που είδε ο προφήτης Ιεζεκιήλ για το ίδιο θέμα, και περιγράφεται στο Ιεζεκιήλ 9/θ΄ 1- 11.

Στο προηγούμενο κεφάλαιο, περιγράφονται τα βδελύγματα που έκανε ο λαός Ισραήλ, ώστε να επέμβει ο Θεός. Ας δούμε αποσπάσματα από αυτή την παράλληλη όραση, περί τών 144.000:

Ιεζεκιήλ 9/θ΄ 1- 11: ΄΄1. Και έκραξε εις τα ώτά μου μετά φωνής μεγάλης, λέγων: "Ας πλησιάσωσι οι τεταγμένοι κατά τής πόλεως, έκαστος έχων το όπλον αυτού τής εξολοθρεύσεως εν τη χειρί αυτού".

2. Και ιδού, έξ άνδρες ήρχοντο από τής οδού τής υψηλοτέρας πύλης τής βλεπούσης προς Βορράν, έκαστος έχων εν τη χειρί αυτού όπλον κατασυντριμμού. Και εν τω μέσω αυτών, είς άνθρωπος ενδεδυμένος λινά, με γραμματέως καλαμάριον εν τη οσφύι αυτού. Και εισελθόντες εστάθησαν πλησίον τού χαλκίνου θυσιαστηρίου. ...

4. Και είπε Κύριος προς αυτόν: "Δίελθε δια τής πόλεως, δια τής Ιερουσαλήμ, και κάμε σημείον επί τών μετώπων τών ανδρών, τών στεναζόντων και βοώντων δια πάντα τα βδελύγματα τα γινόμενα εν μέσω αυτής". 5. Προς δε τους άλλους είπεν (ακούοντος εμού): "Διέλθετε κατόπιν αυτού δια τής πόλεως, και πατάξατε. Και ας μη φεισθή ο οφθαλμός σας, και μη ελεήσητε. 6. Γέροντας, νέους, και παρθένους, και νήπια, και γυναίκας, φονεύσατε μέχρις εξαλείψεως. Εις πάντα όμως άνθρωπον εφ' ου (πάνω στον οποίο) είναι το σημείον, μη πλησιάσητε. Και αρχίσατε από τού αγιαστηρίου μου..." 7. ...και επάταξαν εν τη πόλει. 8. ...Και είπα: "Οίμοι! Κύριε Θεέ! συ εξαλείφεις άπαν το υπόλοιπον τού Ισραήλ, εκχέων την οργήν σου επί την Ιερουσαλήμ;"...΄΄

Στην όραση αυτή, βλέπουμε και πάλι ότι οι 144.000 είναι Ισραηλίτες, και μάλιστα κάτοικοι τής Ιερουσαλήμ, σε έναν καιρό ανομίας τής πόλεως. Πρόκειται για το ΄΄υπόλοιπο΄΄ που θα απομείνει σε αυτή, μετά από την καταδικαστική κρίση τού Θεού, για τις ανομίες τής πόλεως. Πρόκειται για τους ίδιους ΄΄σφραγισμένους΄΄ που είδαμε στην Αποκάλυψη, καθώς παρατηρούμε τις εμφανείς ομοιότητες.

Για παράδειγμα, 1. πρόκειται και εδώ για Ισραηλίτες. 2. Έχουμε και εδώ κάποιον που σημειώνει στα μέτωπά τους, εν όψει καταδικαστικής κρίσεως. 3. Και εδώ περιμένει η καταστροφή ώσπου να τελειώσει το σφράγισμα, για να εκδηλωθεί.



Το σφράγισμα

Τι είναι όμως το σφράγισμα στα μέτωπα;

Η πράξη αυτή, θυμίζει το παλαιό ανατολικό έθιμο, να χαράζει ο ιδιοκτήτης στο μέτωπο τού δούλου του τη σφραγίδα του, σε ένδειξη τής κυριότητός του σ' αυτόν. Ακόμα, κατά τους Ελληνιστικούς χρόνους, γινόταν σε ένδειξη κυριότητος κάποιου θεού. (Ησαϊας 44/μδ΄ 5. Γ΄ Μακκαβ. 2/β΄ 29). Επίσης, το σημείο επί τής πόρτας τών Ισραηλιτών, τους είχε σώσει από τον εξωλοθρευτή άγγελο, στην Αίγυπτο. (Έξοδος 12/ιβ΄ 13 κλπ). Κατά τον ίδιο τρόπο, το σημείο αυτό θα σώσει τους 144.000 από την καταστροφή.

Είναι ενδιαφέρον, ότι στο Ιεζεκιήλ 9/θ΄ 4, (΄΄κάμε σημείον επί τών μετώπων τών ανδρών΄΄), το Εβραϊκό κείμενο, λέει για το ΄΄σημείο΄΄: ΄΄Ταβ΄΄. Αυτό, είναι το τελευταίο γράμμα τής τότε Εβραϊκής αλφαβήτου, και είχε αρχικά το σχήμα τού σταυρού. (+ ή Τ ή Χ). Ήταν το απλούστερο γράμμα τής αλφαβήτου, και χρησιμοποιείτο ως κοινό σημάδι, ως σφραγίδα, και ως υπογραφή τών αγραμμάτων.

Σταυρός όμως είναι και το σφράγισμα που δίνεται στους Χριστιανούς κατά το Χρίσμα, ως ΄΄Σφραγίς Πνεύματος Αγίου΄΄. Είναι λοιπόν σαφές, ότι οι 144.000 σφραγίζονται κατά το βάπτισμά τους με το Σταυρό τού Μυστηρίου τού Χρίσματος.

Για το Χρίσμα αυτό, διαβάζουμε και στα εδάφια: Εφεσίους 1/α΄ 13,14. Β΄ Κορινθίους 1/α΄ 21,22. Α΄ Ιωάννου 2/β΄ 20,27.


Τέλος, η σφραγίδα αυτή είναι η αντίθετη από αυτή που θα δώσει ο Αντίχριστος στους δικούς του ΄΄πιστούς΄΄, που θα ζήσουν στον καιρό τών 144.000.


Πηγη: http://www.oodegr.com/

Σάββατο 8 Φεβρουαρίου 2014

ΟΙ ΑΠΟΣΤΟΛΙΚΟΙ ΠΑΤΕΡΕΣ ΚΑΙ ΤΑ ΣΥΓΓΡΑΜΜΑΤΑ ΤΟΥΣ


Οι Αποστολικοί Πατέρες Κλήμης Ρώμης, Ιγνάτιος Αντιοχείας και Πολύκαρπος Σμύρνης

Με τον όρο «Αποστολικοί Πατέρες» εννοούμε εκείνους τους συγγραφείς του 2ου αιώνα μ.Χ. που τα συγγράμματά τους έχουν σαφώς θεολογικό περιεχόμενο και αποτελούν την συνέχεια των συγγραφέων των βιβλίων της Καινής Διαθήκης. Αποβλέπουν κυρίως σε πρακτικούς σκοπούς όσον αφορά τον Χριστιανισμό και τα διάφορα ερωτήματα που γεννώνται γύρω από την διδασκαλία του και στερούνται του θεολογικού βάθους και της δύναμης που εκπέμπουν τα θεόπνευστα βιβλία της Καινής Διαθήκης. Τα συγγράμματά τους που είναι αρκετά στον αριθμό, αποτελούν σύμφωνα με τους ερευνητές πιθανόν λείψανα που έχουν περισωθεί από μεγαλύτερο αριθμό συγγραμμάτων της γενιάς τους...
       Βέβαια ο όρος Αποστολικοί Πατέρες που πρώτος χρησιμοποίησε ο J.B. Cotelerius το 1672  και έκτοτε επικράτησε είναι προβληματικός. Γιατί οι φερόμενοι ως Αποστολικοί Πατέρες δεν έχουν όλοι την δηλούμενη αποστολικότητα δηλαδή ούτε γνώρισαν όλοι τους Αποστόλους ούτε φρόνημα αποστολικό έχουν, αφού περιλαμβάνονται και ανώνυμα έργα μη απολύτως ορθόδοξα. Αποστολικοί Πατέρες στην κυριολεξία υπήρξαν μόνο ο Κλήμης Ρώμης, Ιγνάτιος Αντιοχείας και Πολύκαρπος Σμύρνης.  
       Όμως παρόλα αυτά, η συμβολή τους για τον Χριστιανισμό και την Εκκλησία είναι τεράστια, γιατί μαρτυρούν για την οργάνωση της πρώτης Εκκλησίας και τις θεμελιώδεις γραμμές της Αποστολικής Παράδοσης συνδέοντας έτσι τον δεύτερο αιώνα μετά του πρώτου. Βοηθούν επίσης και στην απόρριψη διαφόρων καινοφανών θεωριών που εμφανίστηκαν στους νεότερους χρόνους και αφορούν τους Αποστολικούς χρόνους, όπως λόγου χάρη του Baur που ισχυρίστηκε περί μερίδων ή κομμάτων στην πρώτη Εκκλησία και μεταξύ των Αποστόλων. Έτσι σύμφωνα με τον Κλήμεντα Ρώμης και ο Πέτρος και ο Παύλος είναι αμφότεροι «οι αγαθοί απόστολοι» 1 Κορ. 5:3, ΒΕΠ 1,15 έχοντας μέγα κύρος και την εξουσία να διατάσσουν κατά τον Ιγνάτιο τον Θεοφόρο στην προς Ρωμ. 4, ΒΕΠ 2, 304 και πως «ο μακάριος και ένδοξος Παύλος», ο οποίος διακρίνονταν για την «σοφία» του, συναριθμείται με τους «υπόλοιπους αποστόλους», όπως μας διασώζει ο Πολύκαρπος Σμύρνης Προς Φιλιπ. 3:2 και 9:1, ΒΕΠ 3, 16, 17.
       Από τα έργα των Αποστολικών Πατέρων το πρώτο που διασώζεται χρονολογικά είναι η «Πρώτη προς Κορινθίους επιστολή» του Κλήμεντα Ρώμης. Ο Κλήμης Ρώμης είναι ο πρώτος επώνυμος εκκλησιαστικός συγγραφέας, όμως για την ζωή του γνωρίζουμε ελάχιστα πράγματα. Κατά τον Ειρηναίο ήταν τρίτος επίσκοπος Ρώμης, μετά τον Λίνο και τον Ανέγκλητο, ενώ κατά τον Τερτυλλιανό χειροτονήθηκε από τον απόστολο Πέτρο, οπότε έγινε πρώτος επίσκοπος. Η παράδοση της εκκλησίας κλίνει υπέρ της άποψης του Ειρηναίου. Η μνήμη του τιμάται στις 23 Νοεμβρίου. Ο Κλήμης λοιπόν στέλνει επιστολή στην εκκλησία της Κορίνθου το 96 μ.Χ., εξαιτίας των ταραχών και των διχονοιών που συνέβαιναν για μία ακόμη φορά στην εκκλησία αυτή. Αποτελείται από 65 κεφάλαια και χαρακτηρίζεται πολύτιμος επειδή μας παρέχει σπουδαίες πληροφορίες για την διοργάνωση της αρχαίας Εκκλησίας. Στον Κλήμεντα Ρώμης αποδίδεται και η φερόμενη «Δεύτερη προς Κορινθίους επιστολή» η οποία όμως είναι προβληματική. Διότι αναφέρεται μεν κατά πρώτον από τον Ευσέβιο Καισαρείας ως γνήσια, γράφοντας τα εξής: «Πρέπει να έχομε υπόψη ότι υπάρχει κατά τα λεγόμενα και μια δεύτερη επιστολή του Κλήμεντα, αλλά δεν έχουμε επίγνωση περί της αναγνωρίσεως και αυτής εις όμοιο βαθμό με τη πρώτη, διότι δεν γνωρίζομε αν την χρησιμοποιούσαν οι αρχαίοι. Μερικοί δε παρουσίασαν χθες ή προχθές και άλλα φλύαρα και εκτενή συγγράμματα πως ανήκουν σ’ αυτόν, τα οποία περιέχουν τους διαλόγους του Πέτρου και του Απίωνα, τα οποία όμως δεν υπάρχει καμιά μνεία στους παλιούς και τα οποία δεν διατηρούν καθαρό τον χαρακτήρα της αποστολικής ορθοδοξίας. Είναι λοιπόν φανερή η γνησιότητα της παραδοθείσας επιστολής του Κλήμεντα» Εκκλησιαστική Ιστορία Γ΄, 38:4 – 5. Όμως αντίθετα ο Μέγας Φώτιος την χαρακτηρίζει ως προβληματική, περιέχουσα υλικό που ξενίζει. Γράφει σχετικά: «Η δεύτερη επιστολή συμβουλεύει και προτρέπει για ανώτερη ζωή και στην αρχή κηρύσσει Θεό τον Χριστό, εκτός από το ότι εισάγει μερικά ρητά που παραξενεύουν προερχόμενα τάχα από την αγία Γραφή, από τα οποία ούτε η πρώτη επιστολή δεν ήταν τελείως απαλλαγμένη. Έχει επίσης και μερικές αλλόκοτες ερμηνείες ρητών. Εξάλλου και τα νοήματά τους είναι κατά κάποιο τρόπο ριγμένα στην τύχη και δεν διατηρούν συνεχή την ακολουθία» Μυριόβιβλος 126. Πάντως η γνώμη που επικρατεί σήμερα γι’ αυτή είναι, πως πρόκειται για το αρχαιότερο χριστιανικό κήρυγμα το οποίο έχει διασωθεί, χωρίς όμως να μπορούμε να καθορίσουμε πότε, που και από ποιον έχει απαγγελθεί. Επειδή έχουμε την είδηση πως διαβάζονταν στην εκκλησία της Κορίνθου, γι’ αυτό έγινε η παρανόηση και συνδέθηκε με τη Πρώτη επιστολή του Κλήμεντα. Χρονολογείται περί τα μέσα του δευτέρου αιώνος.
       Από τη Ρώμη προέρχεται και ο «Ποιμένας», ένα από τα πιο αγαπημένα αναγνώσματα των αρχαίων χριστιανικών χρόνων. Είναι αποκαλυπτικό κείμενο που ανήκει στην ιουδαιοχριστιανική αποκαλυπτική γραμματεία από κάποιον του οποίου το όνομα δηλώνεται στην αρχή του κειμένου και είναι ο Ερμάς. Στον Κανόνα του Μουρατόρι (Muratori) διαβάζουμε πως ο Ερμάς ήταν αδελφός του επισκόπου Ρώμης Πίου 142 – 155 μ.Χ. κάτι που βεβαίως δεν μπορούμε να επιβεβαιώσουμε, γιατί τα βιογραφικά αυτά στοιχεία είναι φανταστικά και γράφονται χάριν της οικονομίας του έργου. Ο Ερμάς παριστάνει τον εαυτό του ως σύγχρονο του Κλήμεντα Ρώμης, μνημονεύεται δε πως κυκλοφορούσε πολύ νωρίς στις εκκλησίες της Ανατολής, γι’ αυτό και πολλοί κριτικοί τοποθετούν τη συγγραφή του μεταξύ 90 – 100 μ.Χ., ενώ άλλοι μεταξύ 120 – 140 μ.Χ. Περιλαμβάνει πέντε οράσεις, δώδεκα εντολές και δέκα παραβολές. Η τριμερής αυτή διαίρεσις, σύμφωνα με τον G.Fischer έγινε μάλλον αργότερα. Τον τίτλο του τον πήρε επειδή συνδέεται με τον άγγελο και την γυναίκα που παρέχουν τις αποκαλύψεις στον Ερμά, αλλά και από την διάθεση του συγγραφέα να κατευθύνει «ποιμάνει» τους πιστούς. Σκοπός του έργου είναι να οδηγήσει τους πιστούς στην μετάνοια και τον ηθικό και ενάρετο βίο. Μάλιστα για να γίνει πειστικό και αποδεκτό το κήρυγμά του το εμφανίζει σαν «αποκάλυψη» από το Θεό, μέσω μιας σεβαστής γυναίκας και ενός ωραίου αγγέλου σε περιβάλλον ειδυλλιακό. Ο Ποιμένας διακρίνεται για την ηθικολογία του και όχι θεολογία του, είναι ευφάνταστος, φλύαρος και πολλές φορές δυσνόητος αλλά ταυτόχρονα παραστατικός και ελκυστικός. Γενικά κινείται μεταξύ αποστολικής παραδόσεως και του συντηρητικού ιουδαϊσμού.
       Ένα ακόμα αγαπημένο ανάγνωσμα των αρχαίων – όχι μόνο – χριστιανικών χρόνων προερχόμενο αυτή τη φορά από την Αλεξάνδρεια είναι και αυτό, που ανακριβώς από τον Κλήμη Αλεξανδρείας και τον Ωριγένη αποδόθηκε στον απόστολο Βαρνάβα και ονομάζεται «Επιστολή Βαρνάβα». Ο Ευσέβιος Καισαρείας την χαρακτηρίζει ως νόθο: «Μεταξύ των νόθων ας καταταχτούν το βιβλίο των Πράξεων Παύλου, ο λεγόμενος Ποιμήν και η Αποκάλυψις Πέτρου και προς τούτοις η φερόμενη επιστολή Βαρνάβα» Εκκλησιαστική Ιστορία Γ΄, 25. Θεωρείται πως γράφτηκε πριν το 160 μ.Χ. με πιθανότερο τους χρόνους της αυτοκρατορίας του Αδριανού 117 – 138 μ.Χ. Η Επιστολή Βαρνάβα αποτελείται από 21 κεφάλαια και διαπνέεται από σφόδρα αντιϊουδαϊκό πνεύμα. Τα κεφάλαια 18 – 21 θεωρούνται πως προστέθηκαν στο τέλος του δεύτερου αιώνα. Πιθανόν ο συγγραφέας της είναι κάποιος από τους εξ Εθνών Χριστιανούς. Το αντιϊουδαϊκό πνεύμα του, τον οδηγεί σε βαθιά περιφρόνηση της Παλαιάς Διαθήκης, κάτι όμως που δεν ήταν αποδεκτό από την Εκκλησία, αφού τη θεωρούσε και την θεωρεί παιδαγωγό εις Χριστόν (Παύλος), και γενικά παρουσιάζει απόκλιση προς την αίρεση του Γνωστικισμού. Θεωρεί πως η «τέλεια γνώση» οδηγεί στον Θεό, αφού η πίστη είναι μόνο το πρώτο στάδιο, μια γνώση όμως που προορίζεται για λίγους. Διακρίνεται και για το ρεύμα που υπήρχε τότε στους Χριστιανικούς κόλπους για την ταχεία έλευση του Κυρίου καθώς επίσης και ένα ακόμη προσφιλές ρεύμα των «δύο οδών» του φωτός και του σκότους. 
            Στα τέλη του 19ου αιώνα έμελε να δει το φως της δημοσιότητας ένα ακόμη αγαπητό έργο των Αποστολικών Πατέρων, η «Διδαχή των 12 Αποστόλων». Προερχόμενο πιθανώς από μία εκκλησία της Ανατολής, είτε αυτή είναι της Συρίας ή της Παλαιστίνης ή της Αλεξάνδρειας εκδόθηκε το 1833 από τον Μητροπολίτη Νικομήδειας Φιλόθεο Βρυέννιο, που είχε ανακαλύψει σε κώδικα του έτους 1056. Όπως γράφει όμως ο αείμνηστος καθηγητής Στυλιανός Παπαδόπουλος, σύμφωνα με πληροφορία του Μητροπολίτη Μυτιλήνης Ιακώβου Νικολάου (1958), το κείμενο της Διδαχής το γνώριζαν νωρίτερα ο Πατριάρχης Ιωακείμ ο Γ΄ (1878 - 1884), ο οποίος είχε ενδιαφερθεί να το εκδόσει και ο Κων/νος Τυπάλδος (1867) ο οποίος είχε μάλιστα προετοιμάσει και το υπό έκδοση κείμενο, το οποίο τελικά έκανε ο Φιλόθεος, γνωρίζοντας πως έτσι γίνεται πλαστογράφος. Εν πάσει περιπτώσει πάντως, η Διδαχή θεωρείται ως μία από τις πιο ενδιαφέρουσες φιλολογικές ανακαλύψεις των νεοτέρων χρόνων. Αποτελείται από δύο μέρη. Τα πρώτα έξι κεφάλαια αποτελούν την κατηχητική διδασκαλία με το γνώριμο σχήμα των δύο οδών ζωής – θανάτου ή σκότους – φωτός που ανευρίσκουμε και στην Επιστολή Βαρνάβα, κατ’ επίδραση ελληνικών – Παρμενίδης, Πίναξ Κέβητος, Νεοπυθαγόριοι – και ιουδαϊκών πηγών, όπως π.χ. από την Παλαιά Διαθήκη ή το Εγχειρίδιο Πειθαρχίας. Τα υπόλοιπα δέκα κεφάλαια περιέχουν οδηγίες σχετικά με τη τέλεση του βαπτίσματος, της λατρείας, της νηστείας, της εκκλησιαστικής ευταξίας και για το πώς να διακρίνουν οι πιστοί τους αληθινούς προφήτες από τους ψευδοπροφήτες. Το κεφάλαιο 16 αναφέρεται στο προσφιλές θέμα της ταχείας έλευσης του Κυρίου. Ο χρόνος συγγραφής της Διδαχής πιθανολογούνταν παλιότερα πριν από το 160 μ.Χ. Τώρα τοποθετείται γύρω στο 90 με 110 μ.Χ. και μάλιστα οι «οδηγίες» για την εκκλησιαστική ευταξία θεωρείται πως έχουν την πηγή τους πιθανόν τα έτη 60 με 70 μ.Χ. Το κείμενο της Διδαχής έχει εξαιρετική σημασία για την ιστορία της λειτουργικής εκκλησιαστικής ποίησης, γιατί διασώζει έμμετρους ύμνους που ήταν τότε σε λειτουργική χρήση. Ας «πάρουμε μια γεύση» από κάποιον από αυτούς:

«Ευχαριστούμεν σοι, πάτερ ημών,
υπέρ της αγίας αμπέλου Δαβίδ του παιδός σου,
ης εγνώρισας ημίν δια Ιησού του παιδός σου·
σοι η δόξα εις τους αιώνας.

Ευχαριστούμεν σοι, πάτερ ημών,
υπέρ της ζωής και της γνώσεως,
ης εγνώρισας ημίν δια Ιησού του παιδός σου·
σοι η δόξα εις τους αιώνας.» (9)

       Και φτάνουμε στον Ιγνάτιο Αντιοχείας, τον μαρτυρήσαντα επί αυτοκράτορα Τραϊανού 98 – 117 μ.Χ. Ο Θεοφόρος Ιγνάτιος θεωρείται ο πρώτος Πατέρας και Διδάσκαλος της Εκκλησίας, όπως είναι και ο πρώτος μεγάλος θεολόγος μετά τους Αποστόλους. Για το βίο του γνωρίζουμε ελάχιστα πράγματα, αν και υπήρξε τόσο σπουδαίος άντρας. Ότι γνωρίζουμε για τον Ιγνάτιο είναι από τις επιστολές του, από τον ιστορικό Ευσέβιο και από το μεταγενέστερο «Μαρτύριο» του Ιγνατίου. Υπήρξε δεύτερος επίσκοπος Αντιοχείας από το 70 μ.Χ. και είναι βέβαιο πως γνώρισε τους Αποστόλους. Το κύρος του και η φήμη του ξεπερνούσαν τα όρια της Αντιόχειας και της Συρίας και αυτό φαίνεται από τον μεγάλο σεβασμό και την απέραντη εμπιστοσύνη που του έδειξαν οι Μικρασιάτες και Ρωμαίοι χριστιανοί. Καταδικάζεται σε θάνατο στο Κολοσσαίο της Ρώμης στην οποία Ρώμη φτάνει, με την συνοδεία στρατιωτών που τους ονομάζει «λεοπάρδους», περνώντας από διάφορες πόλεις της Μικράς Ασίας, Ελλάδας, Αλβανίας και Ιταλίας. Στη Ρώμη γίνεται βορά των θηρίων, αφού έχει θερμά ικετεύσει να μην φροντίσουν να του στερήσουν το μαρτύριο οι Ρωμαίοι χριστιανοί. Το επίθετο «θεοφόρος» που χρησιμοποιεί για τον εαυτό του δεν έχει επαρκώς εξηγηθεί και κατά την παράδοση υπάρχουν δύο εκδοχές. Η πρώτη, πως φέρει αυτό το επίθετο διότι υπήρξε εκείνο το παιδί που σήκωσε στα χέρια του ο Χριστός σαν υπόδειγμα αθωότητας που περιγράφει το κατά Ματθαίο 18:1 ή επειδή μετά το μαρτύριό του είδαν οι χριστιανοί χαραγμένο στο στήθος του το όνομα του Χριστού. Η μνήμη του εορτάζεται στις 20 Δεκεμβρίου από την Ορθόδοξο Εκκλησία και την 1 Φεβρουαρίου από τη Ρωμαϊκή. Οι επιστολές του είναι επτά, και γράφτηκαν η προς Εφεσίους, προς Μαγνησιείς, προς Τραλλιανούς και η προς Ρωμαίους από την Σμύρνη και η προς Φιλαδελφείς, προς Σμυρναίους και Πολύκαρπο από την Τροία. Πρώτος μάρτυς των επιστολών αυτών είναι ο Πολύκαρπος Σμύρνης. Εν τούτοις για πάνω από δύο αιώνες συζητήθηκε η γνησιότητα των επιστολών αυτών, επειδή στο όνομά του ανευρέθηκαν επιστολές νόθες του Δ΄ αιώνα. Ο χρόνος συγγραφής των επτά επιστολών του θεωρείται το 110 μ.Χ. Σ’ αυτές μαρτυρείται η πλήρης διαμόρφωση του εκκλησιαστικού πολιτεύματος, και έχουμε σαφή και πλήρη την ιεραρχική οργάνωση, με πλήρη διάκριση – για πρώτη φορά – του επισκόπου, πρεσβυτέρου και διακόνου. Επειδή μάλιστα ο Ιγνάτιος παρουσιάζεται ως διαπρύσιος κήρυκας του επισκοπικού αξιώματος, γι’ αυτό το λόγο άλλωστε αμφισβητείται η γνησιότητα των επιστολών του. Ένα άλλο σημαντικό στοιχείο που βρίσκουμε στις επιστολές του, είναι η υποχώρηση της αντίληψης για την ταχεία επάνοδο του Κυρίου. Τη θέση της παίρνει η θεολογία της ενότητας του ανθρώπου με το Χριστό και η χριστολογία γίνεται πιο ευρύτερη και πληρέστερη αφού η Καινή Διαθήκη γίνεται πλέον η κύρια πηγή των εκκλησιαστικών συγγραφέων.

       Ο Πολύκαρπος Σμύρνης είναι ο άλλος μεγάλος Αποστολικός Πατέρας. Υπήρξε η κατ’ εξοχήν Ορθόδοξη φυσιογνωμία στην Εκκλησία της Μικράς Ασίας στο πρώτο μισό του Β΄ αιώνα, σε μια εποχή που στους κόλπους της Εκκλησίας είχαν εμφανιστεί διδάσκαλοι που εξέφραζαν αμφίβολη και πάντως όχι γνήσια αποστολική παράδοση. Σύμφωνα με το μαθητή του Ειρηναίο «Έλεγχος ΙΙΙ 3,4», ο Πολύκαρπος γνώρισε αποστόλους, πιθανόν να μαθήτευσε και στον απόστολο Ιωάννη και εγκαταστάθηκε ως επίσκοπος από τους αποστόλους. Την ζωή του την τέλειωσε με μαρτύριο επί αυτοκράτορα Αντωνίου του Πίου, σε πολύ μεγάλη ηλικία στο στάδιο της Σμύρνης, την Εκκλησία της οποίας είχε ποιμάνει σχεδόν για έξι δεκαετίες, πιθανόν το 155/156 μ.Χ. ή με νέες προτάσεις το 167/8 μ.Χ. Ο Πολύκαρπος σύμφωνα με τον Ειρηναίο έγραψε πολλές επιστολές σε διάφορες εκκλησίες, αλλά σώθηκε μόνο μία την οποία έστειλε στους Φιλιππησίους, απαντώντας στο αίτημά τους να έχουν από τον Πολύκαρπο επιστολές του Ιγνατίου, ο οποίος είχε περάσει πρόσφατα από την πόλη τους, πορευόμενος για το μαρτύριό του στη Ρώμη. Η επιστολή αποτελείται από 14 κεφάλαια που μόνο τα εννέα πρώτα μαζί με το δέκατο τρίτο σώθηκαν στο ελληνικό πρωτότυπο και τα υπόλοιπα από παλαιότατη λατινική μετάφραση. Δεν ασχολείται με θεολογικά θέματα αλλά είναι πρακτική – συμβουλευτική και αναφέρεται μόνο στην πραγματικότητα της ενσάρκωσης του Χριστού.

       Και φτάνουμε σε ένα κείμενο άκρως σημαντικό για την θεολογία της Εκκλησίας όσον αφορά το μαρτύριο των αγίων και της τιμής αυτών. Αυτό δεν είναι άλλο από το περίφημο «Μαρτύριο» του Πολυκάρπου που θεωρείται ένα από τα πιο αρχαία μαρτυρολόγια της Εκκλησίας μας. Σπάνια ένα τόσο μικρό κείμενο όχι μόνο αγαπήθηκε τόσο πολύ αλλά απέκτησε τόσο μεγάλη σημασία στη ζωή της Εκκλησίας. Ο συντάκτης του Μαρκίων το γράφει αμέσως μετά τα γεγονότα, χρησιμοποιώντας μνήμες και περιγραφές και άλλων χριστιανών αυτοπτών. Είναι σε μορφή επιστολής που στάλθηκε στην εκκλησία Φιλομηλίου της Φρυγίας και προς όλες τις τοπικές καθολικές εκκλησίες. Παραθέτουμε το 18 κεφάλαιο του Μαρτυρίου, όπου φαίνεται η βαθύτερη σημασία που έχει για την Εκκλησία το μαρτύριο του αγίου πάνω στο οποίο στηρίζεται και αναπτύσσεται η τοπική εκκλησία. Άλλωστε είναι γνωστό σε όλους μας πως μέχρι σήμερα η θεία Ευχαριστία τελείται στην αγία Τράπεζα, μέσα στην οποία υπάρχουν λείψανα μαρτύρων ή αγίων:

«Βλέποντας λοιπόν ο εκατόνταρχος την φιλονικία που προέρχονταν από τους Ιουδαίους, έβαλε αυτόν (τον αποκεφαλισθέντα Πολύκαρπο) στο μέσον και τον έκαψε σύμφωνα με την συνήθειά τους. Έτσι και εμείς μετά, συλλέξαντες τα οστά του, τα τιμιώτερα από πολύτιμους λίθους, και ευγενέστερα από χρυσό, τα ενταφιάσαμεν σε κατάλληλο τόπο. Καθώς δε θα συναθροιζόμαστε εκεί κατά δύναμη με αγγαλλίαση και χαρά, ο Κύριος θα επιτρέψει να εορτάζουμε τη γενέθλιο ημέρα του μαρτυρίου του τόσο σε μνήμη των προαθλησάντων, όσο και σε άσκηση και ετοιμασία των μελλοντικών αθλητών.»

       Από τον Ειρηναίο «Έλεγχος Ε 33,4» μαθαίνουμε για έναν ακόμα αποστολικό Πατέρα τον Παπία επίσκοπο Ιεραπόλεως της Φρυγίας, περιοχή γνωστή για την επίδραση της ιουδαιοχριστιανικής παράδοσης. Έδρασε τις τρεις πρώτες δεκαετίες του Β΄ αιώνα και λέγεται πως ήταν «ακουστής» του ευαγγελιστή Ιωάννη, χωρίς όμως να θεωρείται ούτε σαν γνήσιος εκφραστής της ιωαννείου παραδόσεως ούτε της γνήσιας αποστολικής παράδοσης. Ενώ ο Ειρηναίος τον εκτιμά ιδιαίτερα ο Ευσέβιος μιλά με περιφρόνηση γι’ αυτόν επειδή ασπάζονταν τον Χιλιασμό. Έγραψε το «Λογίων κυριακών εξηγήσεις βιβλία πέντε», από τα οποία δυστυχώς σώζονται μόνο 12 σύντομα αποσπάσματα. Εκτιμά την στοματική – προφορική παράδοση περί Χριστού, παρά αυτή που είναι γραμμένη στα Ευαγγέλια και του αρέσει να διηγείται εντυπωσιακές, λαϊκές και απόκρυφες διηγήσεις. Η μόνη αξιόλογη από τις ειδήσεις που μας άφησε, είναι πως ο ευαγγελιστής Μάρκος υπήρξε ερμηνευτής του Πέτρου δηλαδή πως στο ευαγγέλιό του έγραψε αυτά που του διηγήθηκε ο Πέτρος. Η άλλη πληροφορία του, πως ο Ματθαίος έγραψε το ευαγγέλιο του στην αρχή στα Εβραϊκά «Ο Ματθαίος συγκέντρωσε τους λόγους (του Κυρίου) στην Εβραϊκή γλώσσα, και ο καθένας τους ερμήνευσε όσο καλύτερα μπορούσε» εκτιμάται σήμερα λιγότερο από ότι παλιότερα. 
       Στα συγγράμματα των Αποστολικών Πατέρων συγκαταλέγεται και ένα διαμάντι της χριστιανικής απολογητικής η «προς Διόγνητον επιστολή». Αποτελείται από 12 κεφάλαια με το ενδέκατο και δωδέκατο κεφάλαιο να έχει προστεθεί από άλλο συγγραφέα και δεν γνωρίζουμε ποιος την έχει γράψει. Ο χρόνος συγγραφής της πιθανολογείται πως είναι το 180 μ.Χ. ή ο τρίτος αιώνας. Υπερασπίζει τους Χριστιανούς οι οποίοι χωρίς να έχουν κάνει τίποτα διώκονται με περισσή σκληρότητα. Αν και κατοικούν σε συγκεκριμένες χώρες είναι στην πραγματικότητα πολίτες του ουρανού και με τον θαυμαστό τρόπο της ζωής τους καταστούν ανενεργούς τους νόμους του κράτους, αφού αγαπούν και αυτούς που τους διώκουν. Επισημαίνει ακόμα η επιστολή την ενανθρώπιση του Κυρίου που στάλθηκε από τον Πατέρα του για την σωτηρία του ανθρώπου.


Πηγη: http://antiairetikos.blogspot.gr

Πέμπτη 16 Ιανουαρίου 2014

Η ΚΟΛΑΣΗ ΚΑΙ Ο ΠΑΡΑΔΕΙΣΟΣ ΣΤΗΝ ΟΡΘΟΔΟΞΗ ΘΕΟΛΟΓΙΑ



Παράδεισος και κόλαση, είναι δύο έννοιες που στην δική μας εποχή έχουν δυστυχώς παρεξηγηθεί λόγω της αυξημένης δυτικής χριστιανικής επιρροής. Δεν λείπουν οι φορές που Ορθόδοξοι πιστοί δυσκολεύονται να κατανοήσουν καθαρώς αυτές τις έννοιες, ενώ δεν λείπουν και οι περιπτώσεις κατά τις οποίες χρησιμοποιούνται από άθεους και άλλους πολέμιους της Ορθοδοξίας, με σκοπό την μάταιη προσπάθεια αμαύρωσης της εικόνας της Εκκλησίας.
Το παρακάτω άρθρο σκοπό έχει, να προσπαθήσει να βοηθήσει τους αναγνώστες να καταλάβουν πως έχει ο παράδεισος και η κόλαση από Ορθόδοξη χριστιανική πλευρά, απαντώντας σε τυχόν παρεξηγήσεις σχετικά με τις έννοιες αυτές.
Ο παράδεισος και η κόλαση σαν έννοιες
Τι εννοούμε όταν λέμε τις λέξεις παράδεισος και κόλαση;
Στην σημερινή εποχή αν ρωτήσεις κάποιον σχετικά με τις παρακάτω έννοιες θα πάρεις κατά πάσα πιθανότητα την εξής απάντηση: «Παράδεισος είναι ένας όμορφος ευχάριστος τόπος όπου οι πάντες είναι χαρούμενοι, ενώ κόλαση ένας απαίσιος τόπος βασάνων όπου οι κάτοικοί του βασανίζονται νυχθημερόν».
Μία τέτοια απόκριση, απαντάει μεν γενικά στο ερώτημα σχετικά με το παράδεισο και την κόλαση, ωστόσο δεν ανταποκρίνεται στις ακριβείς έννοιες που του προσδίδει η Ορθόδοξη Θεολογία. Αυτό συμβαίνει επειδή υπάρχουν ισχυρές επιδράσεις από τις διάφορες προτεσταντικές παραφυάδες και την παπική εκκλησία, ενώ ταυτόχρονα και η αποξένωση μας από την γνήσια Ορθόδοξη Θεολογία, έχει αφήσει τους περισσότερους από εμάς να έχουμε μαύρα μεσάνυκτα σχετικά με διάφορα Θεολογικά ζητήματα. Κάτι το οποίο έχει ισχυρό αντίκτυπο στην εικόνα της Αγίας Ορθοδόξου Εκκλησίας μας, καθότι επιτρέπει σε διάφορους συκοφάντες να την λοιδορούν για διάφορα ζητήματα τα οποία στην ουσία δεν υφίστανται. Όπως καλή ώρα στο ζήτημα σχετικά με τις έννοιες του παραδείσου και της κολάσεως.
Οι μη υφιστάμενες συκοφαντίες κατά της Ορθοδόξου Θεολογίας
Αθεϊστικοί αλλά και άλλοι κύκλοι, κατηγορούν  την Εκκλησία, ότι χρησιμοποιεί τις έννοιες της κολάσεως και του παραδείσου, για να χειραγωγήσει τους πιστούς, προβάλλοντας την κόλαση σαν τόπο αιώνιας τιμωρίας για όσους δεν ακολουθήσουν πιστά τις επιταγές της, ενώ τον παράδεισο σαν τόπο καλοπέρασης για όσους ακολουθήσουν τυφλά την Εκκλησία.
Μια τέτοια κατηγορία όμως, αν κατέχαμε την Ορθόδοξη Θεολογία σχετικά με τις έννοιες αυτές, θα μας φαινόταν σαν κούφια λόγια.
Στην πραγματικότητα αυτές οι κατηγορίες κατά της Εκκλησίας είναι ανυπόστατες, καθότι ουδέποτε η Ορθόδοξη Θεολογία έθεσε ένα τέτοιο ζήτημα σχετικά με τον παράδεισο και την κόλαση. Όμως, οι κατηγορίες αυτές, εκτοξεύονται κατά της ημετέρας Ορθοδόξου Εκκλησίας, λόγω της συγχύσεως που υπάρχει στην εποχή μας, μεταξύ Ορθοδόξου Θεολογίας και παπικής Αυγουστίνειας παραδόσεως, όπου πολλά παπικά στοιχεία έχουν επηρεάσει πολλούς από εμάς.
Ας ξεκαθαρίσουμε όμως τα πράγματα.
Η κόλαση και ο παράδεισος στη δυτική σχολαστική θεολογία
Την σημερινή εποχή οι έννοιες της κολάσεως και του παραδείσου δυστυχώς,  εμφανίζονται με τον τρόπο που τις παρουσιάζει ο λατινοπαπικός σχολαστικισμός. Δηλαδή, ο παράδεισος παρουσιάζεται ως ένας τόπος ευτυχίας και αγαλλίασης, όπου ο Θεός θα βάλει τους δίκαιους που τήρησαν τις εντολές του, ενώ η  κόλαση ο τόπος όπου θα βρεθούν οι ασεβείς και άδικοι που εναντιώθηκαν στο θέλημα του Θεού. Δηλαδή, με άλλα λόγια, ο Θεός παρουσιάζεται ως νομοθέτης, ο Οποίος νομοθετεί και εκδίδει νόμους και εντολές για τους ανθρώπους[1]. Όσοι ακολουθούν αυτές τις εντολές δέχονται τις ευλογίες του και σε αυτήν την ζωή και στην μέλλουσα. Αντιθέτως, όσοι δεν τις ακολουθούν θα τιμωρηθούν στο μελλοντικό Δικαστήριο και θα καταδικαστούν στην αιώνια φυλακή που ονομάζεται Κόλαση. Η Δύση προβάλλει δηλαδή, ένα ορθολογιστικό νομικίστικο σύστημα παρόμοιο με αυτό που εφαρμόζεται στα διάφορα κράτη. Ένας τέτοιος Θεός τιμωρός, είναι ο Θεός στην Δύση και η Κόλαση το αιώνιο μπουντρούμι-βασανιστήριο, στο οποίο θα κλειστούν οι ασεβείς και θα βασανίζονται αιώνια, επειδή δεν ακολούθησαν τις προσταγές του Θεού. Δικαίως λοιπόν, οι άνθρωποι έχουν απορρίψει την ύπαρξη ενός τέτοιου Θεού τιμωρού που προβάλλει ο παπικός σχολαστικισμός, και ταυτοχρόνως την ύπαρξη της ζωής μετά θάνατον μαζί με τις έννοιες της κολάσεως και του παραδείσου.
Η κόλαση και ο παράδεισος στον Ντοστογιέφσκι
Άλλη μια παρεξήγηση που συμβαίνει, είναι ότι πολλοί (ακόμα και πρόσωπα με πολλές Θεολογικές γνώσεις), λόγω δυσκολίας στην κατανόηση της Ορθοδόξου Θεολογίας περί κολάσεως και παραδείσου, ασπάζονται τις απόψεις του Ντοστογιέφσκι σχετικά με το ζήτημα αυτό.
Ο Ντοστογιέφσκι θεωρούσε ότι κόλαση, είναι οι τύψεις των ανθρώπων που θα τους ακολουθούν αιώνια, επειδή δεν έζησαν σύμφωνα με το θέλημα Του Θεού πάνω στη γη και έτσι έχασαν τις αιώνιες ευλογίες Του.
Ούτε όμως αυτή η θεωρία, ανταποκρίνεται στο τι είναι η κόλαση και ο παράδεισος.
Ενώ, ο τρόπος σκέψης παρουσιάζεται όμοιος με τον προηγούμενο όπου οι καλοί ανταμείβονται και οι κακοί τιμωρούνται, υπάρχει όμως ένας διαφορετικός τρόπος προσέγγισης.

Η κόλαση και ο παράδεισος στην Ορθόδοξη Θεολογία
«Όσοι διαπράττουν την ανομία, ο Θεός μεταβάλλεται σε “πυρ καταναλίσκον”» έλεγε ο μακαριστός πατήρ Δανιήλ Γούβαλης, μια τέτοια έκφραση όμως, είναι μεταφορική.
Ο Θεός πράγματι είναι “πυρ καταναλίσκον” για τους ασεβείς, αλλά δεν μεταβάλλεται σε κάτι τέτοιο, οι ασεβείς τον «μετατρέπουν» – για  ακρίβεια τον αισθάνονται – σε  “πυρ καταναλίσκον”.
Ας προσέξουμε το εξής. O Θεός στην Ορθοδοξία είναι τρία σε ένα και ένα σε τρία. Ο Θεός δηλαδή δεν είναι μονοπρόσωπος, αλλά αποτελείται από τρία πρόσωπα είναι Τριαδικός.
Αυτά τα πρόσωπα ζούνε σε κοινωνία αγάπης και είναι τόσο μεγάλη η αγάπη τους, που στην ουσία λειτουργούν σαν ένα πρόσωπο με ένα θέλημα παρ’ όλα τα ιδιαίτερα χαρακτηριστικά που έχει το κάθε ένα από αυτά. Έτσι, ενώ υπάρχουν τρία πρόσωπα υπάρχει όμως ένα θέλημα.
Παρόμοια λοιπόν ο Θεός, δείχνει αγάπη σε όλα τα πλάσματα του, ακριβώς όπως δείχνει το ένα πρόσωπο Του Θεού αγάπη στο Άλλο.  Με αυτόν τον τρόπο, μπορούμε έστω και λίγο να κατανοήσουμε τον τρόπο με τον οποίο λειτουργεί ο Θεός. Πως ακριβώς; Απλώς παραδειγματιζόμενοι από τον ίδιο μας τον εαυτό. Όπως εμείς δηλαδή, στα πρόσωπα που αγαπάμε επιλέγουμε να κάνουμε μόνο το καλό για να είναι ευτυχισμένα, έτσι και ο Θεός επιλέγει για εμάς που μας αγαπάει μόνο το καλό. Όπως, στο Θεό τα Πρόσωπα μοιράζονται αγάπη μεταξύ τους έτσι μοιράζονται μόνο αγάπη και με τα δημιουργήματά τους.
Άρα ο Θεός είναι μόνο αγαθός, το πως τον αισθάνεται όμως ο καθένας είναι δικό του θέμα.
Ας προσπαθήσουμε να εξηγήσουμε τι εννοούμε.

Η πτώση του Εωσφόρου
Ως γνωστόν ο Θεός δημιούργησε τους αγγέλους. Κάποιος από όλους αυτούς τους αγγέλους ο λεγόμενος Εωσφόρος, που το όνομά του σημαίνει αυτός που φέρνει το Φως (συγκεκριμένα το Φως του Θεού), ήταν ο πιο φωτεινός Άγγελος. Έφεγγε όμως με το Φως του Θεού (με τον όρο Φως εννοούμε την άκτιστη δόξα του Θεού), δηλαδή αντανακλούσε πάνω του η Δόξα Του Θεού. Με την πάροδο του χρόνου όμως ο Εωσφόρος, αποφάσισε ότι ήταν τόσο σπουδαίος που δεν χρειαζόταν το Φως του Θεού για να λάμπει, αλλά ότι του άξιζε ένα δικό του φως ισότιμο ή ακόμα και ανώτερο από αυτό του Θεού.
Επειδή όμως Φως δικό του έχει μόνο ο Θεός, καθότι μόνο ο Θεός είναι Θεός από την φύση Του, δεν μπορούσε ο φθονερός Εωσφόρος να έχει δικό του φως (σαν κτίσμα που ήταν) και για αυτό μίσησε τον Θεό επειδή δεν ήταν ο ίδιος Θεός. Έτσι ο ζηλόφθονος αυτός αρχέκακος όφις έχει ένα άσβεστο μίσος για τον Θεό και αυτό το δικό του μίσος προσπαθεί να το περάσει και στους ανθρώπους.
Εν αντιθέσει, η Εκκλησία προσπαθεί να μάθει τον άνθρωπο να αγαπά τον Θεό. Ο πνευματικός αγώνας του Χριστιανού είναι ένας αγώνας όπου ο Χριστιανός προσπαθεί να μάθει πως να αγαπάει τον Θεό, ενώ ο διάβολος προσπαθεί με διάφορες μεθόδους να πείσει τον άνθρωπο να μισήσει τον Θεό, υποστηρίζοντας ότι είναι ένας Θεός δυνάστης που θέλει απλά τα πλάσματα του υποταγμένα.
Τέτοιες βλασφημίες σπέρνει στο νου των ανθρώπων ο δράκων αυτός, και επειδή ο κόσμος δεν έχει πνευματικά αντισώματα (όπως έλεγε ο μακαριστός Γέρων Παΐσιος), για αυτό δέχεται αυτές τις απόψεις και πολλοί πέφτουν στην αθεΐα και γίνονται ασεβείς βλασφημώντας τον Θεό και την Αγία αυτού Εκκλησία, ισχυριζόμενοι ότι μόνο νόμους και κανόνες θέλει να ακολουθούμε ο Θεός και δεν μας δίνει καθόλου ελευθερία. Κρίμα στους ανθρώπους που πιστεύουν στις υποδείξεις αυτές του διαβόλου!
Κάτι τέτοιο συνέβη με του πρωτόπλαστους, όπου ο πονηρός αυτός όφις τους έπεισε, ότι ο Θεός απλά τους μισεί, ότι είναι ένας κακός και πονηρός Θεός, φευ της πλάνης και της κακοδαιμονίας! Οι πρωτόπλαστοι ασπάσθηκαν τις απόψεις του, αφού τους είπε ότι ο Θεός, απλά προσπαθεί να τους εμποδίσει να γίνουν οι ίδιοι θεοί (να δημιουργήσουν δηλαδή δική τους δόξα, όπως προσπάθησε και ο ίδιος). Αποπειράθηκε δηλαδή, να τους κρατήσει υπόδουλους, και έτσι αυτοί αφελείς καθώς ήταν, ακολούθησαν την σατανική συμβουλή του και έφαγαν από τον απαγορευμένο καρπό, θέλοντας να πάνε κόντρα στο Θεό που τάχα τους θέλει υπόδουλους.

Συμπέρασμα
Με βάση τα παραπάνω δεν είναι πλέον δύσκολο να κατανοηθεί η ιδέα της κολάσεως και του παραδείσου.
Παράδεισος είναι η κατάσταση, στην οποία οι άνθρωποι έχοντας αγαπήσει Τον Θεό, συμφωνούνε απόλυτα μαζί Του σε οποιαδήποτε υπόδειξη Του γνωρίζοντας ότι Αυτός επιθυμεί μόνο το καλό τους. Είναι δηλαδή, μια κατάσταση αμοιβαίας αγάπης μεταξύ Θεού και ανθρώπων, όπου το θέλημα των ανθρώπων, έχει ταυτιστεί πλήρως με το θέλημα του Θεού.
Κόλαση είναι η κατάσταση, στην οποία οι άνθρωποι, έχοντας απορρίψει την αγάπη Του Θεού, διαφωνούν μαζί Του σε θέματα που τους απασχολούν. Καταλήγουν να θεωρούν το Θεό δυνάστη και τύραννο, επειδή δεν ικανοποιεί τις προσωπικές τους επιθυμίες. Είναι μια καθαρά εγωιστική κατάσταση, όπου οι άνθρωποι νομίζοντας ότι ξέρουν καλύτερα από το Θεό ποιο είναι το καλό τους, ζούνε μονίμως σε μια κατάσταση ανυπακοής και διαφωνίας μαζί του.