Ιερά Μητρόπολη Σιδηροκάστρου. Ευχαριστούμε για την επίσκεψή σας.

Κυριακή 18 Φεβρουαρίου 2018

Η ΝΗΣΤΕΙΑ ΤΗΣ ΣΑΡΑΚΟΣΤΗΣ


Δεν μπορεί να υπάρξει Σαρακοστή χωρίς νηστεία. Όμως φαίνεται ότι πολλοί άνθρωποι σήμερα ή δεν παίρνουν τη νηστεία στα σοβαρά ή, αν την παίρνουν, παρεξηγούν το πραγματικό σκοπό της.Η νηστεία ή η αποχή από τις τροφές δεν είναι αποκλειστικά μια χριστιανική συνήθεια. Υπήρχε και υπάρχει ακόμα σε άλλες θρησκείες ή και πέρα από τις θρησκείες. Σήμερα οι άνθρωποι νηστεύουν για πάρα πολλές αιτίες. Είναι πολύ βασικό λοιπόν να ξεχωρίσουμε το μοναδικό περιεχόμενο στη χριστιανική νηστεία.

Στην ορθόδοξη διδασκαλία, αμαρτία δεν είναι μόνο η παράβαση κάποιας εντολής, είναι ένας ακρωτηριασμός της ζωής που μας δόθηκε από το Θεό. Για το λόγο αυτό η ιστορία της προπατορικής αμαρτίας μας παρουσιάζεται σαν μια πράξη τροφής. Η τροφή είναι μέσο ζωής, μας κρατάει ζωντανούς. Τι σημαίνει να είναι κανείς ζωντανός και τί σημαίνει <<ζωή>>; Για μας αυτοί οι όροι έχουν πρωταρχικά μια βιολογική έννοια: ζωή είναι αυτό που εξαρτιέται από τη τροφή, από τον υλικό κόσμο. Αλλά για την Αγία Γραφή και για την ορθόδοξη παράδοση αυτή η ζωή <<...επ' άρτω μόνω>> ταυτίζεται με τον θάνατο γιατί ακριβώς είναι μια θνητή ζωή, γιατί ο θάνατος κυριαρχεί πάντοτε μέσα της. Ο Θεός το ξέρουμε αυτό, δεν δημιούργησε το θάνατο. Αυτός είναι ο Δοτήρας της ζωής.

Πως λοιπόν η ζωή έγινε θνητή; Γιατί ο θάνατος είναι η μόνη απόλυτη βεβαιότητα κάθε ύπαρξης; Η Εκκλησία απαντάει: διότι ο άνθρωπος αρνήθηκε τη ζωή όπως την έκανε ο Θεός και του την προσέφερε και προτίμησε μια ζωή που να εξαρτιέται όχι αποκλειστικά από το Θεό, αλλά <<επ' άρτω μόνω>>. Η τροφή μόνη της, μέσα της, δεν έχει ζωή και δεν μπορεί να δώσει ζωή. Μόνο ο Θεός έχει Ζωή και είναι Ζωή. Η απύθμενη τραγωδία του Αδάμ είναι ότι έφαγε <<χωρισμένος>> από το Θεό για να μπορέσει να γίνει ανεξάρτητος απ' Αυτόν.

Τρώμε για να διατηρούμεθα ζωντανοί, αλλά όχι <<εν τω Θεώ>>. Ακριβώς αυτή είναι η αμαρτία όλων των αμαρτιών.Ο Χριστός είναι ο Νέος Αδάμ. Έρχεται να επανορθώσει τη καταστροφή που επέβαλε ο Αδάμ στη ζωή, να αποκαταστήσει τον άνθρωπο στην αληθινή ζωή. Και ο Χριστός αρχίζει με νηστεία: <<νηστεύσας ημέρας τεσσαράκοντα, ύστερον επείνασε>> (Ματθ.4,2). Η πείνα είναι η κατάσταση εκείνη κατά την οποία αναγνωρίζουμε την εξάρτησή μας από κάτι άλλο.Νηστεία για μας τους ορθοδόξους είναι η είσοδός μας και η συμμετοχή μας σε κείνη την εμπειρία του Χριστού με τη οποία μας ελευθερώνει από την ολοκληρωτική εξάρτηση από την τροφή, την ύλη και τον κόσμο.Ένα μέρος της τροφής μας έχει ήδη γίνει <<τροφή αθανασίας>> - το Σώμα και το Αίμα του ιδίου του Χριστού.

Η σωματική νηστεία είναι απαραίτητη μεν, αλλά χάνει κάθε νόημα και γίνεται αληθινά επικίνδυνη αν ξεκοπεί από την πνευματική προσπάθεια - από τη προσευχή και την αυτοσυγκέντρωση. Η δραστική μείωση της τροφής, μια συνεχής κατάσταση πείνας να μπορεί να βιωθεί σαν υπενθύμιση του Θεού και σαν διαρκής προσπάθεια συγκέντρωσης του νου μας στο Θεό. Μας ξελαφρώνει, μας ευκωλύνει στη αυτοσυγκέντρωση, μας κάνει νηφάλιους, χαρούμενους και καθαρούς. Αυτός που νηστεύει έτσι, παίρνει την τροφή σαν αληθινό δώρο του Θεού. Δεν χρειάζεται να πούμε εδώ για την ακριβή ποσότητα της τροφής που πρέπει να τρώει κανείς, ούτε για το ρυθμό και τη ποιότητα της τροφής. Όλα αυτά εξαρτώνται από τις ατομικές μας δυνατότητες και τις εξωτερικές συνθήκες της ζωής μας. Αν ανακαλύψουμε ότι η χριστιανική ζωή είναι μάχη και προσπάθεια, τότε βρήκαμε το βασικό στοιχείο της νηστείας.

Νηστεύσωμεν νηστεία δεκτήν, ευάρεστον τω Κυρίω, αληθής νηστεία, η των κακών αλλοτρίωσις, εγκράτεια γλώσσης, θυμού αποχή, επιθυμιών χωρισμός, καταλαλιάς, ψεύδους και επιορκίας. Η τούτων ένδεια, νηστεία εστιν αληθής και ευπρόσδεκτος.












Πέμπτη 1 Φεβρουαρίου 2018

Ο θρυμματισμός του Προτεσταντισμού





Μ’ αυτή την ίδια νέκρα ρεζιλεύεται και η προτεσταντική ψευδοδιδασκαλία. Τι κατάφεραν οι προτεστάντες ατιμάζοντας με τις σοφιστείες τους την ιδέα της Εκκλησίας; Κατάφεραν μόνο τον διαμελισμό και μάλιστα ένα διαμελισμό χωρίς καμιά ελπίδα. Ο Προ­τεσταντισμός συνεχώς θραύεται σε σέκτες. Εκκλησιαστική προτε­σταντική ζωή δεν υπάρχει. Υπάρχει κάποια «μισο-ζωή» χωρισμένων σεκτών και κοινοτήτων. Την κοινή εκκλησιαστική ζωή, για την οποία προσευχήθηκε ο Κύριος Ιησούς Χριστός στην Αρχιερατική προσευ­χή, ο Προτεσταντισμός τη φόνευσε. Πράγματι, οι ακραίοι «ορθό­δοξοι» προτεστάντες στέκονται πολύ εγγύτερα στους ορθοδόξους χριστιανούς παρά στους προτεστάντες των ακραίων ορθολογιστικών ομάδων, οι οποίες τίποτε κοινό δεν έχουν μεταξύ τους εκτός από αυθαίρετη, και χωρίς καμιά βάση, ιδιοποίηση απ’ αυτούς της ονο­μασίας «προτεστάντες» μιας και γι’ αυτό κανείς δεν θα τους διώξει δικαστικώς. Ποια ενότητα είναι δυνατή μεταξύ τους; Ποια κοινή ζωή μπορεί να υπάρχει σ’ αυτούς;

Αυτά που λέμε δεν είναι δικά μας. Σε στιγμές ειλικρίνειας αυτά τα ίδια και με ακόμα μεγαλύτερη οξύτητα τα λέγουν και οι ίδιοι οι προτεστάντες. «Η χώρα», γράφει ένας απ’ αυτούς, «η οποία ήταν η κοιτίδα της Μεταρρυθμίσεως, έγινε ο τάφος της πίστεως της Μεταρρυθμίσεως. Η προτεσταντική πίστη είναι ετοιμοθάνατη. Όλες οι νεότερες εργασίες για τη Γερμανία καθώς και όλες οι προσωπικές εκτιμήσεις είναι σύμφωνες μ’ αυτό». «Δεν παρατηρείται στη θεολο­γία μας το γεγονός ότι οι εκπρόσωποί της έχασαν κάθε απόλυτο;», ρωτάει κάποιος άλλος.

Ακόμη θλιβερότερα λόγια ενός τρίτου: «Η ζωτική δύναμη του Προτεσταντισμού εξαντλείται στη σύγχυση των δογματικών σχολών, των θεολογικών ερίδων, των εκκλησιαστικών δι­ενέξεων... Η Μεταρρύθμιση λησμονείται ή περιφρονείται. Ο λόγος του Θεού, για τον οποίο πέθαναν οι Πατέρες αμφισβητείται. Ο Προ­τεσταντισμός είναι σκόρπιος, ασθενής, αδύναμος».

Και ο ορθόδοξος ερευνητής του Λουθηρανισμού τελειώνει την εργασία του μ’ αυτό το λυπηρό συμπέρασμα: «Εγκαταλελειμμένοι στην τύχη τους, στην υποκειμενική τους λογική και πίστη οι λουθηρανοί προχώρησαν τολ­μηρά σε λαθεμένο δρόμο. Ο αυτονομημένος και αυτοδίδακτος ατομισμός διέστρεψε τον Χριστιανισμό, διέστρεψε την ίδια τη συμβολική διδασκαλία της πίστεως και έφερε τον λουθηρανισμό στο χείλος της καταστροφής. Όλο και περισσότερο απορρίπτονται στον λουθηρανι­σμό οι αυθεντίες των πρώτων μεταρρυθμιστών, όλο και περισσότερο εξαφανίζεται το κοινό πιστεύω, όλο και περισσότερο πλησιάζει ο λουθηρανισμός στον πνευματικό του θάνατο»[1]. 

Τον τελευταίο καιρό προέκυψαν στον Προτεσταντισμό όχι και λίγα φαινόμενα τα οποία αποκάλυψαν όλη την καταστροφικότητα και την ψευτιά του χωρισμού χριστιανισμού και Εκκλησίας που ο ίδιος προκάλεσε. Μεταξύ των παστόρων εμφανίστηκαν κάποιοι οι οποίοι στους πιστούς τους όχι μόνο δεν εκήρυτταν Χριστόν εσταυρωμένον, αλλά αρνούνταν ακόμη  και την ύπαρξη προσωπικού Θεού. Κάποιοι άλλοι εξέφρασαν ανοιχτά τη συμπάθειά τους σε κάποιον κακόβου­λο εχθρό του χριστιανισμού[2], ο οποίος καλυπτόμενος πίσω από την επιστήμη, «απέδειξε» ότι ο Χριστός ποτέ μα ποτέ δεν έζησε στη γη, ότι, επομένως, όλο το Ευαγγέλιο είναι μόνο μύθος. Σ’ εμάς υπάρχουν πολλοί που έχουν την τάση να ονομάζουν τους προτεστάντες χρι­στιανούς. Γι’ αυτούς είναι δύσκολο να υποθέσουμε ότι έχουν υγιή τον νου τους (δες παραπάνω τους λόγους του Μ. Αθανασίου).

Πράγματι, τώρα είναι στον καθένα σαφές ότι χάνοντας την Εκκλησία οι προτε­στάντες χάνουν και τον Θεάνθρωπο Χριστό. Σήμερα οι προτεστάντες παραδέχονται ανοιχτά ότι στη Γερμανία αναγνωρίζει τη θεότητα του Χριστού όχι περισσότερο από το ένα τρίτο των παστόρων. Αυτό δεν είναι τίποτε άλλο από πνευματικός θάνατος διότι «ο μη έχων τον υιόν του Θεού, την ζωήν ουκ έχει» (Α Ιω. 5,12). 



Πηγη: impantokratoros.gr
 









Τετάρτη 10 Ιανουαρίου 2018

Ποία είναι η πραγματική έννοια τού δυσνοήτου λόγου τής ενυποστάτου Σοφίας τού Θεού «Κύριος έκτισέ με»; (Παροι. 8:22 Ο΄)

 
Τού Γεωργίου Τσιμπιρίδη 
 

   Ως προς την Σοφίαν τού Θεού, αγαπητοί αναγνώστες, πρέπει να διευκρινισθεί ένα ζήτημα, περί το οποίο κατά τις χριστολογικές έριδες εγένετο διαμάχη μεταξύ Ορθοδόξων και αιρετικών. Εις το Παροιμ. 8:22, κατά την μετάφραση τών Ο΄, η Σοφία εμφανίζεται ως κτισθείσα: «Κύριος έκτισέ με αρχήν οδόν Αυτού». Αυτό το χωρίο χρησιμοποιούσαν οι Αρειανοί ως επιχείρημα υπέρ τού ισχυρισμού των, ότι ο Υιός είναι κτίσμα.

   Αλλά το «κτίζειν» τών Ο΄ είναι απόδοση τού Εβραϊκού ρήματος קָנָא (κανά), το οποίο αποδίδεται και δια τού «έχειν» ή «κατέχειν» ή «κτάσθαι», και συνεπώς η αρχή τού εν λόγω χωρίου μπορεί να μεταφρασθεί εκ τού Εβραϊκού: «Ο Κύριος με είχεν εν τη αρχή τών οδών Αυτού». 

   Αλλά μπορούμε επίσης να δεχθούμε ως ορθή απόδοση το «κτίζειν» εις το συγκεκριμένο χωρίο τών Παροιμιών, όπως και εις την Σοφ. Σειρ.1:4, 9· 24:8-9, όπου επίσης η Σοφία εμφανίζεται ως κτισθείσα, χωρίς τούτο να σημαίνει ότι η ενυπόστατος Σοφία είναι κτίσμα. Διότι το «κτίζειν» εις αυτές τις περιπτώσεις δεν έχει την ειδική εκείνη έννοια, κατά την οποίαν τούτο θα ήταν αντίθετο προς το «γεννάν», αλλά έχει ειπωθεί με την γενική έννοια

   Σημαίνει δηλαδή γενικώς, ότι η Σοφία έχει προέλευση ή ύπαρξη εκ τού Θεού, ο Οποίος είναι ο μόνος σοφός (Σοφ. Σειρ.1:8) και η αρχή εις την Θεότητα, χωρίς να καθορίζει ειδικώς τον τρόπο τής προελεύσεως ή υπάρξεως αυτής. (Πρβλ. την έννοια τού «κτίζειν» σε χωρία όπως Σοφ. Σειρ. 7:15· 10:18· 40:1· 44:2, Ησ. 45:7, Ιερ. 38 [31]:22, Εφεσ. 2:15). Προφανώς εις τα προαναφερθέντα χωρία το «κτίζειν» ΔΕΝ αντιδιαστέλλεται προς το «γεννάν». (Πρβλ. επίσης Σοφ. Σειρ. 40:9-10, και μάλιστα εν συγκρίσει προς το Σοφ. Σολ. 1:13-14, κατά το οποίο το «εποίησε» και το «έκτισε» χρησιμοποιούνται συνωνύμως).

   Κατά το πρώτο εκ τών δύο τελευταίων χωρίων (Σοφ. Σειρ. 40:9-10) ο θάνατος «έκτισται», προφανώς υπό τού Θεού, ο Οποίος κατά το Ησ. 45:7 είναι «ο κτίζων κακά», κατά δε το δεύτερο (Σοφ. Σολ. 1:13-14) «ο Θεός θάνατον ουκ εποίησεν [...] έκτισαι γαρ εις το είναι τα πάντα». Κατά το ένα δηλαδή χωρίο ο Θεός «έκτισε» τον θάνατον, κατά το άλλο δεν «εποίησεν» (ή «έκτισεν») αυτόν! Η αντίφαση είναι φαινομενική και αίρεται, εάν ληφθεί υπ’ όψιν, ότι εδώ δεν πρόκειται περί πραγματικής «κτίσεως» ή «ποιήσεως», αλλά περί άλλων εννοιών: Ο Θεός δεν ώρισε θάνατον, αλλά επέτρεψε αυτόν. Περί τού ανθρώπου, ο οποίος είναι πραγματικό κτίσμα ή ποίημα τού Θεού, ουδέποτε η Γραφή θα έλεγε, ότι ο Θεός έκτισε και δεν έκτισε αυτόν. Η αντίφαση θα ήτο ανοικονόμητος και ανεξήγητος. Το «κτίζειν» λοιπόν έχει διάφορες σημασίες. 

   Το «κτίζειν» ΔΕΝ αντιδιαστέλλεται προς το «γεννάν». Έτσι εις το Δευτ. 32:18Θεόν τον γεννήσαντα σε εγκατέλιπες») και Ησ. 1:2 («...Κύριος ελάλησεν·, υιούς εγέννησα και ύψωσα...»), κατά τούς Ο΄, άνθρωποι εμφανίζονται ως γεννηθέντες εκ Θεού, ενώ εις την πραγματικότητα ΔΕΝ πρόκειται περί γεννήσεως! Παρομοίως επίσης πολλές φορές ο Θεός εις την Γραφή ονομάζεται «πατήρ» και οι άνθρωποι «τέκνα», ενώ εις την πραγματικότητα πρόκειται περί Κτίστου και κτισμάτων ή Δημιουργού και δημιουργημάτων. (Πρβλ. Ιερ. 2:27, Ιεζ. 36:12 κατά τούς Ο΄.)

   Ιδιαιτέρως δε αξιοπρόσεκτον, ότι εις τον Ιεζ. 21:30 δια τού «γεννάν» οι Ο΄ αποδίδουν το Εβραϊκό בָּרָא (μπαρά), το οποίο σημαίνει «ποιείν», «κτίζειν», «δημιουργείν». Εις δε το Εβραϊκό κείμενο τού εν λόγω χωρίου οι όροι «κτίζεσθαι» και «γέννησις» παραλληλίζονται συνωνυμικώς!Εν τω τόπω όπου εκτίσθης, εν τη γη τής γεννήσεώς σου, θέλω σε κρίνει»)

   Επίσης εις την Καινή Διαθήκη οι πιστοί εμφανίζονται ως γεννηθέντες εκ τού Θεού (Ιωάν, 1:13, Α΄ Ιωάν. 3:9· 4:7· 5:1, 4, 18) και κατά συνέπεια ονομάζονται τέκνα τού Θεού, ο δε Θεός ονομάζεται πατήρ αυτών. Ιδιαιτέρως δε άξιον παρατηρήσεως, ότι ο νέος εν Χριστώ άνθρωπος και η νέα κατάστασις πραγμάτων γενικώτερα, εμφανίζεται τόσον ως «γέννησις» ή «άνωθεν γέννησις» ή «αναγέννησις», όσον και ως «κτίσις» ή «καινή κτίσις» (Ιωάν. 1:13· 3:3, 5-8, Α΄ Κορ. 4:15, Α΄ Ιωάν. 2:29, Φιλήμ. στ.10, Α΄ Πέτρ. 1:3, 23, Εφεσ. 2:10, 15· 4:24, Β΄ Κορ. 5:17, Γαλ. 6:15). Πρβλ. επίσης Ιακ. 1:18 «Βουληθείς απεκύησεν ημάς λόγω αληθείας εις το είναι ημάς απαρχήν τινα τών Αυτού κτισμάτων» δηλ. «Θέλησε και μάς γέννησε με τον λόγο τής αληθείας, για να είμαστε ένα εκλεκτό μέρος τών δημιουργημάτων Του».

ΣΥΜΠΕΡΑΣΜΑ

   Συμφώνως λοιπόν προς όλα τα προαναφερθέντα το «κτίζειν» και το «γεννάν» εις την Γραφή χρησιμοποιούνται ΚΑΙ με ειδική έννοια, κατά την οποίαν αυτά αντιτίθενται μεταξύ των, ΚΑΙ με γενική έννοια, κατά την οποίαν αυτά ΔΕΝ αντιτίθενται μεταξύ των. Κατ’ αυτόν τον τρόπο το ένα, αναφερόμενο με την γενική έννοια, δύναται να περιλαμβάνει το άλλο, με ειδική έννοια νοούμενον. Το γενικώς π.χ. λεγόμενον, ότι ο Θεός  ε γ έ ν ν η σ ε ν  ανθρώπους, ειδικώς και πραγματικώς σημαίνει, ότι ο Θεός  έ κ τ ι σ ε ν  ανθρώπους! 

   Όπως λοιπόν εις αυτήν την περίπτωση το «γεννάν» εις την πραγματικότητα σημαίνει «κτίζειν», κατά τον ίδιον τρόπον, προκειμένου περί τής εκ τού Θεού προελεύσεως τής ενυποστάτου Σοφίας, το «κτίζειν» εις την πραγματικότητα σημαίνει «γεννάν»!!! Ο Θεός «έκτισε» την Σοφίαν, το οποίον σημαίνει ότι έδωσε (ως αρχή εις την Θεότητα) προαιωνίως ύπαρξη εις την Σοφίαν, δια τού τρόπου τής γεννήσεως. Άρα ο Θεός, η αρχή τού παντός και «ο κτίστης απάντων» (Σοφ. Σειρ. 24:8), «έκτισε» ΚΑΙ την Σοφίαν. 

   Αλλά κατ’ άλλον τρόπον έκτισε τον κόσμον και κατ’ άλλον τρόπον, εντελώς εξαιρετικό και μοναδικό, «έκτισε» την Σοφίαν: Εγέννησεν Αυτήν προαιωνίως εκ τής ουσίας Αυτού!         

   Ότι δε πράγματι το «κτίζειν», προκειμένου περί τής Σοφίας, είναι γενικό και ΔΕΝ σημαίνει ότι η Σοφία είναι κτίσμα, αποδεικνύουν αυτά τα δύο κεφάλαια, εις τα οποία η Σοφία εμφανίζεται ως κτισθείσα, δηλ. το 24ον τής Σοφ. Σειράχ και το 8ον τών Παροιμιών (Οι Παροιμίες, όπως ήδη εσημειώσαμε εις την αρχήν τής παρούσης μελέτης, εμφανίζουν την Σοφίαν ως κτισθείσαν κατά τούς Ο΄, ενώ το σχετικό Εβραϊκό ρήμα αποδίδεται και αλλιώς).

  Πρώτον, εις το εν λόγω 24ον κεφάλαιον τής Σοφ. Σειράχ, πριν η Σοφία παραστήσει Εαυτήν ως κτισθείσαν («...ο κτίσας Με...προ τού αιώνος απ’ αρχής έκτισέ Με...», στίχ. 8-9), εις τον στίχ.3 είπε: «Εγώ από στόματος Υψίστου εξήλθον», έκφραση η οποία αντίκειται προς την έννοια τής κτίσεως. Οι δε εκφράσεις περί κτίσεως τής Σοφίας και περί εξόδου Αυτής εκ τού στόματος τού Υψίστου είναι μεταφορικές και δηλώνουν τον τρόπο τής προελεύσεως τής Σοφίας εκ τού Θεού, τρόπος όντως απερινόητος και ακατάληπτος

   Δεύτερον, εις το υπό εξέτασιν 8ον κεφάλαιον τών Παροιμιών, μετά τον στίχ.22, εις τον οποίον, κατά την απόδοση τών Ο΄, η Σοφία λέγει «Κύριος έκτισέ Με», η Ίδια λέγει επίσης «εθεμελίωσέ με». Όπως δε το περί «θεμελιώσεως» τής Σοφίας, έτσι και το περί «κτίσεως» Αυτής, είναι μεταφορικό.

Τρίτον, κατά αυτούς τούς Ο΄ (οι οποίοι εις τον εν λόγω στίχ.22 χρησιμοποιούν το «κτίζειν»), εις τον στίχ.25 η Σοφία ομιλεί περί γεννήσεως Αυτής εκ τού Κυρίου: «Προ δε πάντων βουνών γεννά Με». Αξιοπρόσεκτος δε εις το σημείο τούτο είναι ο Ενεστώτας τών Ο΄ «γεννά» και μάλιστα έρχεται εις αντίθεσιν προς τούς προηγηθέντες αορίστους «έκτισεν», «εθεμελίωσεν». Κατά δε το Εβραϊκό κείμενο η Σοφία ομιλεί δύο φορές περί γεννήσεως Αυτής, «εγεννήθην» στίχ.24-25

   Τέταρτον, και εις τα δύο υπ’ όψιν κεφάλαια η Σοφία τονίζει την προ τής δημιουργίας τού κόσμου ύπαρξιν αυτής δια τής φράσεως «προ τού αιώνος» («Προ τού αιώνος εθεμελίωσέ Με, Παροιμ. 8:23· «Προ του αιώνος έκτισέ Με», Σοφ. Σειρ. 24:9). Η φράση αυτή σημαίνει, ότι η Σοφία είναι προαιώνιος ή κατ’ άλλην διατύπωση ότι υπήρχε ΠΡΟ τού χρόνου. Το τελευταίο τούτο επιχείρημα είναι και το αποφασιστικότερο. Ως προϋπάρχουσα τού χρόνου η Σοφία είναι ΑΚΤΙΣΤΟΣ, διότι εις την κτιστή φύση συμπεριλαμβάνεται ο χρόνος.

Περατώνοντας την μελέτη μας θα σχολιάσουμε ένα ακόμη χωρίο, το Σοφ. Σολ. 6:22, εις το οποίον αναφέρεται ότι η Σοφία «εγένετο». Εάν δε εις το εν λόγω χωρίο δεν πρόκειται περί τής σοφίας τού ανθρώπου ως ιδιότητος, αλλά περί τής ενυποστάτου Σοφίας, το «γίγνεσθαι» εδώ χρησιμοποιείται με γενική έννοια, όπως απεδείξαμε ότι χρησιμοποιείται αλλού το «κτίζειν», και ειδικότερα σημαίνει (όπως και το «κτίζειν»), «γεννάσθαι», προέρχεται τι εκ τής ουσίας τού Θεού. (πρβλ. Σοφ. Σολ. 7:24-26 «σοφία [....] ατμίς γαρ εστι τής τού Θεού δυνάμεως και απόρροια τής τού Παντοκράτορος δόξης ειλικρινής [....] απαύγασμα γαρ εστι φωτός αϊδίου και έσοπτρον ακηλίδωτον τής τού Θεού ενεργείας και εικών τής αγαθότητος Αυτού») ]
 
   Ότι δε πράγματι το «γίγνεσθαι», προκειμένου περί τής ενυποστάτου Σοφίας, έχει γενική έννοια και κατ’ ουσίαν ταυτίζεται προς το «γεννάσθαι», είναι ολοφάνερο από την φράση «ο μονογενής Υιός» (Ιωάν. 1:18· 3:16 κ.ά). Η σύνθετη λέξη «μονογενής» περιέχει ως δεύτερο συνθετικό το «γίγνεσθαι», ο δε χαρακτηρισμός «Υιός» προϋποθέτει το «γεννάσθαι», δηλ. τη γέννηση. Η δε έννοια τής όλης φράσεως είναι, ότι ο Χριστός είναι ο μόνος γεννητός τού Θεού, όχι γενητός, διότι γενητούς, δηλ. κτιστούς, ο Θεός έχει πολλούς, αγγέλους και ανθρώπους, και συνεπώς ουδείς από αυτούς δύναται να χαρακτηριστεί ως μονογενής! 

   Άρα αγαπητοί αναγνώστες, η ενυπόστατος Σοφία είναι γέννημα τού Γιαχβέ και όχι γένημα ή κτίσμα και ως γέννημα είναι ομοούσιος προς τον Γιαχβέ και άρα ΚΑΙ ΑΥΤΗ ΓΙΑΧΒΕ!!!
 


Δευτέρα 6 Νοεμβρίου 2017

ΠΡΟΔΩΣΑ ΤΗΝ ΠΙΣΤΗ ΜΟΥ, ΓΙΑ ΕΝΑ ΠΑΝΤΡΕΜΕΝΟ ΜΑΡΤΥΡΑ ΤΟΥ ΙΕΧΩΒΑ


Είμαι η Αντιγόνη, είμαι 26 ετών και εργάζομαι σαν ιδιωτική υπάλληλος σε ένα Ιατρείο, άρα κάθε μέρα έχω πρωί – απόγευμα δουλειά αφού το ωράριό μου είναι σπαστό. Κατάγομαι από την Χαλκίδα αλλά μένω σε ένα χωριό περίπου ένα τέταρτο απόσταση με την συγκοινωνία από το κέντρο της πόλης. Αυτό έχει ως συνέπεια, πως τέσσερις φορές την ημέρα παίρνω αστικό για να μετακινούμαι και να έρχομαι στην δουλειά μου.

Ένα ζεστό βραδάκι του Ιουνίου, καθώς περίμενα το λεωφορείο για να επιστρέψω στο σπίτι μου είδα τον Ανδρέα, που δουλεύει οδηγός σε ένα από τα αστικά. Τα βλέμματά μας συναντήθηκαν και πάγωσαν κυριολεκτικά για αρκετά δευτερόλεπτα. Δεν σας κρύβω, ότι όσες φορές όταν τον έβλεπα αναστατωνόμουν και ένοιωθα ένα ρίγος να με διαπερνά. Ενώ έκανα ένα τσιγάρο – εκείνο το βράδυ – για να χαλαρώσω από την κουραστική μέρα στην δουλειά, έρχεται ο Ανδρέας ξαφνικά από πίσω μου και μου λέει «πέταξε το, το ρημάδι, κακό σου κάνει». «Μια απόλαυση μάς έχει μείνει, ας μην την στερηθούμε και αυτή» του απάντησα. Τότε γυρίζει με κοιτάει πάλι με αυτό το βλέμμα γεμάτο υποσχέσεις και μου λέει «υπάρχουν και άλλες απολαύσεις στη ζωή, μη συνεχίζεις να κάνεις κακό στον εαυτό σου».

Έμεινε εκεί η συζήτηση εκείνη την ημέρα. Ρωτώντας για τον Ανδρέα έναν άλλο οδηγό, γιατί καλώς ή κακώς χρησιμοποιώντας το αστικό τόσες φορές την ημέρα ήξερα όλους τους οδηγούς, όπως με ξέρανε και αυτοί, αφού ήμουν από τους πιο σταθερούς πελάτες, έμαθα πως ήταν παντρεμένος. Εκεί ζορίστηκα, δεν σας το κρύβω, γιατί για να πω την αλήθεια μού άρεσε σαν άντρας, και αυτό το βλέμμα γεμάτο υποσχέσεις, μου είχε εξιτάρει την φαντασία.Έκανα καμιά δεκαριά μέρες να τον ξαναδώ στο αστικό, γιατί είχε δική του δουλειά και δεν ήταν κανονικός υπάλληλος, αλλά ερχόταν να βοηθήσει ένα φίλο του. Έτυχε εκείνη την ημέρα το απόγευμα που θα κατέβαινα στην δουλειά μου, να έχει δρομολόγιο στο χωριό μου. Με το που μπήκα μέσα με κοίταξε και εγώ άρχισα να τρέμω, αλλά σκέφτηκα κατευθείαν πως είναι παντρεμένος. Κάθισα ακριβώς μπροστά στην πρώτη θέση και μιλούσα στο τηλέφωνο με την κουμπάρα τής αδελφής μου. Τον «έπιανα» να με κοιτάει συνέχεια από τον καθρέφτη και να μου χαμογελάει. Προσπάθησα να μην δίνω σημασία, αλλά καιγόμουν! Φτάσαμε στην Χαλκίδα, εγώ στο μεταξύ συνέχιζα να μιλάω στο κινητό, και αφού κατέβηκα κατευθύνθηκα προς το Ιατρείο.

Το βράδυ λοιπόν που πήγα πάλι να περιμένω το αστικό ήταν εκεί και αφού με πλησίασε μου λέει «θα έρθεις το Σάββατο να πάμε στον Πάνο Κιάμο;», και του απαντάω και λέω «ναι, αμέ», χωρίς να σκεφτώ τίποτα άλλο, και αυτός μου χαμογέλασε και πάλι. Αμέσως μετά από αυτό τον ψάχνω στο Facebook και του στέλνω αίτημα φιλίας, το οποίο όμως είδε μετά από μέρες γιατί μου έστειλε μήνυμα που με ρωτούσε πως πέρασα στον Πάνο Κιάμο. Του απάντησα πως δεν πήγα ούτε εγώ αφού δεν με πήρε τηλέφωνο να πάμε μαζί. «Είχα δουλειά μου λέει και με πήρε αργά». Του λέω τότε «το αίτημα φιλίας θα το δεχτείς;» και μου απαντάει «μα δεν μου έστειλες αίτημα και εκτός αυτού, δεν ξέρω να χειρίζομαι το Facebook».

Δεν σας το κρύβω από εκείνη την ημέρα είχαμε επικοινωνία καθημερινή. Την επόμενη ημέρα τον ρώτησα για την γυναίκα του και πως εύχομαι να μη δημιουργώ πρόβλημα, αλλά μου είπε, πως με την γυναίκα του είναι σε διάσταση και πως είναι στην Αθήνα με τους δικούς της. Εκεί χάρηκα λιγάκι γιατί σκέφτηκα πως αν χωρίσει θα μπορούμε να είμαστε μαζί. Έτσι λοιπόν από την καθημερινή επικοινωνία μέσω Facebook, χωρίς όμως να με έχει δεχτεί ως φίλη του, ανταλλάξαμε αριθμούς, με αποτέλεσμα να ξεκινήσει όλο το ειδύλλιο. Κάθε μέρα το πρωί καλημέρα, κατά την διάρκεια της ημέρας μήνυμα και κανένα τηλέφωνο. Όσο περνούσαν οι μέρες ακόμη πιο πολύ και πιο έντονο, από της 9 π.μ. στο τηλέφωνο μέχρι της μία με δύο τα ξημερώματα να μιλάμε γενικά για τις δουλειές μας και για τις ζωές μας, με έκανε να γελάω πολύ αυτός ο άνθρωπος. Με παρακαλούσε να βρεθούμε από κοντά κάθε μέρα, αλλά πιστέψτε με για τέσσερις μήνες τον είχα «στο περίμενε» και η μόνη μας επικοινωνία ήταν μέσω τηλεφώνου. Η «κολλητή» μου η Ανθούλα ήταν πολύ χαρούμενη που με έβλεπε έτσι μαζί του και ευχόταν να πάνε όλα καλά, αλλά με το πέρασμα του καιρού έγινε πολύ αυστηρή.

Μιλώντας λοιπόν καθημερινά στο τηλέφωνο με τον Ανδρέα και έχοντας περάσει τέσσερις μήνες, παίρνω την απόφαση να του πω να βρεθούμε από κοντά, γιατί είχα καταλάβει ότι για να μιλάει μαζί μου τέσσερις μήνες πρωί – μεσημέρι – βράδυ, ακόμα και όταν ήταν σπίτι του, όντως ήταν σε διάσταση. Κανονίζουμε λοιπόν εκείνο το βράδυ να πάω μαζί του βόλτα στο τελευταίο δρομολόγιο και θα με γύριζε μετά αυτός στο σπίτι. Με το που κατέβηκε όλος ο κόσμος, σταματάει πιο κάτω και έρχεται και με παίρνει μια μεγάλη αγκαλιά και αρχίζει να με φιλάει, εκείνη τη στιγμή ανατρίχιασα ολόκληρη. Έγινε ότι έγινε, κάναμε μια βόλτα και όταν με γύρισε στο σπίτι μού στέλνει μήνυμα «σε ευχαριστώ για την όμορφη βραδιά που μου χάρισες».

Εκεί λοιπόν άρχισαν τα λόγια «μωρό μου, αγάπη μου» και όλα τα σχετικά, ένιωθα πως πετούσα στα σύννεφα. Σε κάποια από τις συζητήσεις μας αναφέρθηκα στην γυναίκα του. Μου απάντησε πως θέλει να τα κάνει όλα σιγά – σιγά και προσεκτικά γιατί δεν θέλει να καταλάβει πως έχει βρει κάτι άλλο, εξάλλου της είχε μεταβιβάσει κάτι μετοχές από την Αμερική και ήθελε να τις πάρει πίσω. Συνεπώς ήθελε να κινηθεί πολύ προσεκτικά, γι’ αυτό και δεν κυκλοφορούσαμε και μαζί έξω, εκτός από κάποιες βόλτες μας με το αστικό και το αυτοκίνητό του. Ως εκεί. Ήταν κάποιες φορές που εξαφανιζόμουν και με έψαχνε σαν τρελός, ανησυχούσε για μένα και μου έλεγε πως αν πάθω κάτι θα τρελαθεί. Στους πέντε μήνες που είχαμε ξεκινήσει να βρισκόμαστε, μου είπε πως μ’ αγαπάει, αλλά εγώ δεν έδωσα σημασία, γιατί ήξερα πως δεν είμαστε κανονικά μαζί για να χαρώ.

Τον ρωτούσα συνέχεια τι θα γίνει με την Όλγα, την γυναίκα του, και μου έλεγε πως δεν προλαβαίνει και πως έχει δουλειές το διάστημα αυτό, για να την πάρει τηλέφωνο και να κανονίσει να κατέβει στην Αθήνα. Η κανονική δουλειά του Ανδρέα είναι πως έχει μάντρα με γεωργικά μηχανήματα και δύο θεριζοαλωνιστικές μηχανές (κομπίνες) και δούλευε από το πρωί μέχρι το βράδυ και κάποιες φορές χρειαζόταν να πάει στην Γερμανία για να πάρει καινούργια μηχανήματα για να τα πουλήσει. Όταν έφτανε η στιγμή να φύγει, κλάμα και εγώ και αυτός μαζί, γιατί ένιωθα κατά κάποιο τρόπο πως μου ανήκει.

Κάποια στιγμή μίλησε με την Όλγα και της ζήτησε να του μεταβιβάσει τις μετοχές και αυτή του είπε «γιατί βρήκες άλλη και θέλεις να με χωρίσεις;». Να μην σας τα πολυλογώ κάνοντας «κάποια νούμερα» ο δικηγόρος της και κάποια αυτή, αφού δεν πήγαινε να πάρει τα χαρτιά, κανονίζει ο Ανδρέας να πάει Αθήνα να υπογράψουν την μεταβίβαση των μετοχών, «όπερ και εγένετο», και κάπως ανακουφίστηκα γιατί είδα πως προσπαθεί. Μπορεί να το πήγαινε πολύ αργά και να μου είχε βγει η ψυχή με αποτέλεσμα να τσακωνόμαστε καθημερινά για όλο αυτό, αλλά τελικά τα κατάφερε.Την Όλγα  μού την είχε παρουσιάσει πολύ αρνητικά σαν κοπέλα. Έλεγε πως δεν ήταν δίπλα του σαν σύζυγος, πως μεγαλωμένη αυτή στην Αθήνα την πήρε αυτός και μένανε σε χωριό και πως ήθελε να πηγαίνει σε ακριβά εστιατόρια και όχι σε ταβέρνες και τέλος πάντων ήταν πολύ «κυριλέ», καμιά σχέση με τον Ανδρέα. «Για ποιο λόγο, ρε Ανδρέα, την παντρεύτηκες τότε;» του έλεγα. «Πίστευα πως θα αλλάξει, αλλά ο λύκος τρίχα δεν αλλάζει» μου είπε. Τον ρώτησα τότε πως την γνώρισε, και μου είπε, πως δούλευε παλιά σε ένα γηροκομείο στην Κόρινθο και μετά στην Αθήνα στα μπουζούκια έπαιζε μπουζούκι και έτσι την γνώρισε εκεί από κοινή παρέα.

Για μένα έλεγε, πως όσο με γνώριζε καλύτερα, εμένα έπρεπε να είχε παντρευτεί και όχι αυτή. Ήμουν πολύ ευτυχισμένη! Είχα ξεχάσει βέβαια τι σήμαινε έξω, γιατί μόνη μου δεν έβγαινα, ζήλευε πολύ, αλλά δεν με πείραζε. Σιγά – σιγά ξεκίνησαν οι τσακωμοί για το διαζύγιο, επειδή δεν έκανε κάποια κίνηση και αυτό με ζόριζε. Κάθε φορά τον πατέρα του, μου τον αποκαλούσε «ο πεθερός σου» και τη μαμά του «η πεθερά σου». Κάποια φορά που τσακωνόμασταν, μου λέει «θα πάρω τηλέφωνο την Βασιλική (την μητέρα μου)» και του λέω «πάρτην, αλλά φοβάσαι», όταν όμως του έδωσα το νούμερο την πήρε, και μάλιστα μίλησαν αρκετή ώρα. Εκεί πλέον πίστεψα πως δεν με κοροϊδεύει.

Κάθε μέρα κάναμε σχέδια για το μέλλον μας, ήμασταν πολύ καλά μαζί, είχε ξεκινήσει και την επαφή με την Όλγα και τους δικηγόρους και μαζεύανε τα χαρτιά, βέβαια η Όλγα ήτανε «τα ζώα μου αργά» και το «έπαιζε» πολύ δύσκολη, βρίσκοντας χίλιες δυο δικαιολογίες και του ακύρωνε τα ραντεβού. Μέσα σ’ όλα αυτά και περνώντας οι μήνες μ’ αυτόν τον ρυθμό και τον τρόπο, ήρθε στη ζωή μου η ανηψιά μου, η γλυκιά μου Φαίη, και μου πήρε το μυαλό το μικρό αυτό πλασματάκι, γι’ αυτό όταν έβρισκα χρόνο πήγαινα στην Αθήνα και την έβλεπα, έχοντας βέβαια να αντιμετωπίσω την αδελφή μου που ήξερε πως έχει η κατάσταση με τον Ανδρέα, ρωτώντας με τι γίνεται και πότε θα χωρίσει και μήπως σε κοροϊδεύει, και, και, και … Με εκνεύριζε, αλλά εν μέρει είχε δίκιο, η όλη ιστορία είχε παρατραβήξει, πολλές δικαιολογίες, πολλά παράπονα από εμένα και τσακωμούς κάθε μέρα, ενοχλήσεις στο στομάχι από την στεναχώρια, αφού δεν έτρωγα και δεν κοιμόμουν. Κάποιες φορές του είχα πει τέλος και ότι θέλω να χωρίσουμε, όμως δεν με άφηνε και μούλεγε «κάνε λίγο υπομονή και όλα θα τελειώσουν και όλα αυτά θα στα ανταποδώσω».

Κάποια στιγμή με παίρνει τηλέφωνο και μου λέει «θα έρθει η Όλγα με τον πατέρα της θέλει να μιλήσουμε», τότε του λέω «τι θέλει, δεν τα είπατε;» και μου απαντά «δεν ξέρω τι θέλει να μου πει». Την ώρα που ήταν μαζί της εγώ ήμουν σε αναμμένα κάρβουνα γιατί είχαν προηγηθεί και κάποιοι τσακωμοί και ήμασταν κάπως ψυχραμένοι. Με το που έφυγε η Όλγα με πήρε τηλέφωνο και μου είπε, ότι του ζήτησε να ξαναπροσπαθήσουν, και πως θέλει να είναι μαζί του, και πως πιστεύει ότι μπορεί να έρθει και να μείνει στο χωριό.

Η ερώτησή μου ήταν «Ανδρέα θέλεις να ξαναπροσπαθήσεις;». «Δεν ξέρω», μου λέει, «την είδα ότι έχει αλλάξει, την είδα μετανοιωμένη». «Ωραία», λέω, «αν θέλεις να δώσεις μια δεύτερη ευκαιρία και να σώσεις τον γάμο σου, εγώ θα σ’ αφήσω, δεν θα σταθώ εμπόδιο». «Μα εσένα αγαπάω», μου λέει, «με την Όλγα έχω “ξενερώσει”, αλλά να, είναι και οι δικοί μου στη μέση, που μου ρίχνουν ευθύνες πως εγώ φταίω που έφυγε η Όλγα και μου ζητάνε να ξαναπροσπαθήσω μαζί της και, και, και …» (σημείωση: Οι γονείς του δεν ξέρανε για εμάς, κανείς από την οικογένειά του, εκτός από τον γαμπρό του, τον Νικήτα που μας είχε δει μαζί, αλλά μου έλεγε πως τον έχει σαν αδελφό του, και τον εμπιστεύεται). Τελικά καταλήξαμε μετά από μια εβδομάδα κρίσης και τυπικών τηλεφωνημάτων, πως θέλει να είναι μαζί μου και πως αν δει, ότι δεν μπορεί να ξεμπερδέψει θα με πάρει να φύγουμε και να πάμε στην Γερμανία.Τίποτα δεν ήταν ίδιο πλέον για μένα, γιατί όλη αυτή η κατάσταση δεν τέλειωνε. Έβρισκα συνέχεια αφορμές και τσακωνόμασταν. Με είχε κουράσει όλο αυτό, ενάμιση χρόνο τώρα. Είχα κουραστεί ψυχολογικά. Ήταν φορές που και αυτός, ήταν ψυχρός απέναντί μου, αλλά μετά κάναμε και οι δύο πίσω, και όλα μέλι – γάλα.Μέχρι που ένα πρωί και ενώ ήμουν στην δουλειά με παίρνει τηλέφωνο.

ΑΝΤΙΓΟΝΗ: Έλα αγάπη μου, καλημέρα.

ΑΝΔΡΕΑΣ: Καλημέρα, τι κάνεις;

ΑΝΤΙΓΟΝΗ: Εγώ καλά είμαι, εσύ πως είσαι;

ΑΝΔΡΕΑΣ: Καλά, φεύγω για Αθήνα, είχε ατύχημα η Όλγα με το μηχανάκι και πάω, νομίζω πως θέλω να δώσω μια δεύτερη ευκαιρία.

ΑΝΤΙΓΟΝΗ: Μου κάνεις πλάκα έτσι; Είναι καλά η κοπέλα; Είσαι σίγουρος, γι’ αυτή σου την απόφαση;

ΑΝΔΡΕΑΣ: Ναι, είμαι σίγουρος.

ΑΝΤΙΓΟΝΗ: Ο.κ., τα περαστικά μου.

Δεν μπορούσα να ουρλιάξω, δεν μπορούσα να συνειδητοποιήσω, τι μου είχε πει, πίστευα πως είναι ένα όνειρο. Πήρα τηλέφωνο την αδελφή μου και την φίλη μου την Τασία, η οποία ήρθε στο Ιατρείο και με πήρε, με το που τέλειωσα την δουλειά. Ήθελα να πιω για να ξεχάσω, δεν είχα σταματήσει να κλαίω. Ήπια δυο κρασιά και έκανα δύο πακέτα τσιγάρα και ήρθα «καπάκι» για δουλειά το απόγευμα, στέλνοντας κάποια μηνύματα στον Ανδρέα. Μου απάντησε με ανάλογα μηνύματα, τα οποία άλλα ήταν ψυχρά και άλλα που μου έλεγε πως δεν μπορούσε να κάνει διαφορετικά, και πως εύχονταν κάποια στιγμή να τον καταλάβω. Η αδελφή μου ήθελε να τον «σκοτώσει».

Με το που τέλειωσα την δουλειά, πήγα πάλι στης Τασίας το σπίτι και άρχισα πάλι να πίνω. Κάποια στιγμή, κατά της μιάμιση το βράδυ και ενώ ψιλοχιόνιζε γύρισα σπίτι. Δεν μπορούσα να ηρεμήσω. Ήθελα να κοιμηθώ για να μη σκέφτομαι, μου ερχόταν στο μυαλό μου τα λόγια του, το πόσο ψυχρός ήταν απέναντί μου. Δεν ήταν ο Ανδρέας που είχα γνωρίσει. Μετά από μισή ώρα έκανα εμετό με αίμα και την δεύτερη φορά λιγότερο. Μίλησα με την αδελφή μου και μου είπε να ξυπνήσω τη μαμά να με πάει στο νοσοκομείο. Στις 4 π.μ. ήμουν στα επείγοντα. Εξετάσεις, κακό, μου κάνουν εισαγωγή με σωληνάκι στη μύτη. Γαστρορραγία από το άγχος και την στεναχώρια. Με το που ξημέρωσε, ενημέρωσε η αδελφή μου τον γιατρό που δουλεύω και ήρθε να με δει. Ήξερε την κατάσταση και πως χώρισα, γι’ αυτό και με μάλωσε. Ο Ανδρέας ούτε φωνή, ούτε ακρόαση. ΕΝΑ ΤΗΛΕΦΩΝΗΜΑ ΤΗΣ ΦΙΛΗΣ ΜΟΥ ΤΗΣ ΑΝΘΟΥΛΑΣ ΗΡΘΕ ΝΑ ΤΑΡΑΞΕΙ ΤΑ ΝΕΡΑ. ΜΟΥ ΕΙΠΕ, ΠΩΣ ΠΟΛΥ ΚΑΙΡΟ ΠΡΙΝ, ΕΙΧΕ ΜΑΘΕΙ, ΠΩΣ Ο ΑΝΔΡΕΑΣ ΗΤΑΝ ΜΑΡΤΥΡΑΣ ΤΟΥ ΙΕΧΩΒΑ!

Κοιτούσα συνέχεια το κινητό και περίμενα, έλεγα δε μπορεί … Στις έξι το απόγευμα και ενώ περίμενα τους γιατρούς να περάσουν για να μου δώσουν εξιτήριο και να φύγω, χτυπάει το τηλέφωνο. Ήταν αυτός! Το σηκώνω. «Έλα κορίτσι μου τι κάνεις;». «Ας τα λέμε καλά» του λέω. «Τι έγινε» μου λέει. «Είμαι στο νοσοκομείο» του απαντάω «έκανα εμετό με αίμα». «Δεν είναι τίποτα» μου λέει, και συνεχίζει εντελώς ψυχρά «πες, στην Βασιλική να σου κάνει καμιά σουπίτσα και θα σου περάσει». «Που είσαι;» τον ρωτάω. «Τώρα γυρίζω από Αθήνα» μου απαντά. «Θα έρθεις από εδώ;» τον ξαναρωτάω. «Όχι, Αντιγόνη δεν έρχομαι. Και αύριο το πρωί φεύγω να πάω στη Γερμανία. Θα σε πάρω τηλέφωνο, πριν μπω στο αεροπλάνο» μου λέει. «Ο.κ.» του λέω.

Γύρισα σπίτι αργά και κοιμήθηκα γιατί ήμουν άυπνη. Το πρωί σηκώθηκα και ήπια λίγο τσάι για το στομάχι μου, έπρεπε να το προσέξω για λίγες μέρες. Με πήρε τηλέφωνο. Στις τρεις πρώτες φορές δεν το σήκωσα. Δεν ήθελα. Μετά υπέκυψα. «Παρακαλώ» λέω. «Καλημέρα, κορίτσι μου, πως είσαι;» με ρωτάει. «Καλά» του λέω «θα ζήσω». «Είδες» μου λέει «ότι δεν ήταν τίποτα;». «Άσε να ξέρω εγώ καλύτερα» του απαντώ. «Φεύγω, θα τα ξαναπούμε σε λίγες μέρες» μου λέει. «Σε παρακαλώ πολύ Ανδρέα, μη με πάρεις ξανά τηλέφωνο. Δεν με βοηθάς. Πήρες τις αποφάσεις σου, άφησέ με» του λέω. «Καλώς» μου απαντά εκείνος. Έφυγα, πήγα Αθήνα για τέσσερες μέρες. Πίστευα πως αν έμενα εδώ, θα τρελαινόμουν. Τουλάχιστον η ανιψιά μου με έκανε να ξεχαστώ. Κυριακή, ημέρα των γενεθλίων μου, γυρίσαμε με την αδελφή μου και την μικρή οδικώς στην Χαλκίδα. Πήγαμε από το χωριό που έμενε ο Ανδρέας, δεν είδα κάποια κίνηση. Ανακάλυψα εντελώς τυχαία που έμενε. Το σπίτι του δεν ήταν διώροφο, όπως μου είχε πει, αλλά μια μικρή μονοκατοικία. Πήγα και από την μάντρα που έχει, τίποτα και εκεί. Άρα, λέω, μου είπε αλήθεια, πως πήγε στην Γερμανία.

Κάθε μέρα, επί μια βδομάδα πήγαινα από εκεί. Στις 30 Νοεμβρίου που γιόρταζε υποτίθεται – γιατί οι Μάρτυρες του Ιεχωβά δεν γιορτάζουν – πήγα εκεί, μετά την δουλειά με την αδελφή μου. Στον δρόμο συνάντησα τον Βαγγέλη τον αδελφό του και λέω τότε στην αδελφή μου «σίγουρα πάει στην Ντίνα την άλλη αδελφή του, ακολούθησέ τον». Βρήκαμε που μένει και η Ντίνα, και εκεί είδα παρκαρισμένα το αυτοκίνητο του Ανδρέα, των γονιών του και ένα άλλο με ξένες πινακίδες. Μου λέει η αδελφή μου «έχουν μαζευτεί όλοι εδώ να το γιορτάσουν και μάλλον είναι και η Όλγα, όντως θέλει να δώσει μια δεύτερη ευκαιρία». Φύγαμε. Πήγα σε μια γιορτή και μετά βγήκα για ποτό με την αδελφή μου. Περνούσαν οι μέρες, δεν ήθελα να παίρνω αστικό φοβόμουν μην τον δω μπροστά μου.Ανήμερα την Πρωτοχρονιά και ενώ είχε έλθει η αδελφή μου από την Αθήνα, τα πεθερικά της και ο αδελφός του γαμπρού μου με την γυναίκα του, και έχοντας γιορτινό κλίμα το σπίτι για τους υπόλοιπους και εγώ βέβαια να προσποιούμαι, έρχεται μήνυμα στο Facebook. Μετά από ένα μήνα σχεδόν από την τελευταία επαφή μας ήταν αυτός! Ο Ανδρέας μου! Άρχισα να τρέμω. Το άνοιξα και τα λόγια του ήταν «Χρόνια Πολλά για την μανούλα σου, να την χαίρεσαι. Εύχομαι να είσαι καλά. Μου ζήτησες να μην σε ξαναενοχλήσω και το έκανα. Αν σε πειράζει πάντως το μήνυμα μου αγνόησέ το και μην μου απαντήσεις ποτέ».

Απάντησα κατευθείαν. Αρχίσαμε να μιλάμε. Μου είπε πως ήταν στην Γερμανία και με την Όλγα στην πραγματικότητα δεν είχε καμιά επαφή, και πως μου τα είπε όλα αυτά γιατί έτσι έπρεπε να γίνει. Τον ρώτησα γι’ αυτό που είχα μάθει, πως είναι δηλαδή Μάρτυρας του Ιεχωβά. Μου απάντησε δεν είχε καμιά σχέση, απλώς είχε παρακολουθήσει κάποιες συναθροίσεις τους, αλλά μέχρις εκεί. Δεν μου παραδέχτηκε ποτέ και τίποτα. «Μπορώ να έχω κάποια ελπίδα πως θα είμαστε μαζί;» τον ρώτησα. Και μου λέει «Προς το παρόν όχι και δεν θέλω να πεις σε κανένα πως ξαναμιλήσαμε».

Οπότε ξεκίνησε και πάλι το «κρυφτό». Κάποια στιγμή που μιλάγαμε μου λέει να μην του απαντήσω ξανά, γιατί κάποιος μπήκε στο Facebook και είδε τα μηνύματα, αλλά να μην ανησυχώ θα τα πούμε την επόμενη μέρα. Πράγματι το επόμενο πρωί με πήρε τηλέφωνο και μου είπε πως αν με πάρει κανένας και με ρωτήσει για μένα και αυτόν, να μην παραδεχτώ τίποτα, να κάνω πως δεν τον ξέρω. Έτσι επικοινωνούσαμε προσεκτικά. Μετά από δύο ημέρες, με παίρνουνε τηλέφωνο στη δουλειά και συγκεκριμένα η γυναίκα του και με ρωτούσε αν έχω κάτι με τον Ανδρέα. Φυσικά αρνήθηκα οτιδήποτε και το πράγμα έμεινε εκεί.

Αλλά η όλη ιστορία δεν είχε λάβει ακόμα τέλος. Η υποτιθέμενη Όλγα ήρθε στο Ιατρείο! τάχα τυχαία! και μου συστήθηκε ως Δάφνη. Εκεί άρχισα να την «ψιλιάζομαι». «Παραδεχτείτε πως έχετε σχέση, να του δώσω και εγώ διαζύγιο, να γυρίσω στην πόλη μου, με περιμένουν πολύ πιο σοβαροί άνθρωποι, αλλά ο Ανδρέας με παρακαλάει γονατιστός να του δώσω μια δεύτερη ευκαιρία!» μου λέει. Με το που έφυγε τον πήρα τηλέφωνο, λέγοντάς μου χίλια δύο ψέματα, πως δεν την ξέρει, πως είναι μια φίλη της αδελφής του από τη Θεσσαλονίκη και παντρεμένη στη Χαλκίδα με ένα στρατιωτικό, στο τέλος δε πως μπορεί να την έστειλε η Όλγα. «Ανδρέα» του λέω «αν μου κρύβεις κάτι, πες το μου, γιατί όπως βλέπεις δεν έχω μιλήσει τόσο καιρό, αλλά το κουβάρι έχει αρχίσει να ξετυλίγεται».Μετά από ώρες με πήρε τηλέφωνο και παραδέχτηκε πως ήταν η Όλγα αυτή που ήρθε και με βρήκε, και πως έχει δύο ονόματα γι’ αυτό και μου είπε το δεύτερο για να μην ψάξω να την βρω, και πως είναι στην Χαλκίδα και έχει αποδείξεις και πως θα τον κάψει με τα στοιχεία αυτά. Τότε του είπα «δώσε μια δεύτερη ευκαιρία να αποδείξεις πως δεν μπορείς να συνυπάρξετε σαν ζευγάρι και εγώ θα είμαι δίπλα σου», γιατί έκλαιγε και μου έλεγε πως οι γονείς του τον πιέζουν να μην χωρίσει και τέτοια, οπότε η μόνη λύση ήταν να έρθει η Όλγα στην Χαλκίδα αν και δεν ήταν εδώ τόσο καιρό και θα σου πω μετά γιατί.

Του έκανα λοιπόν ένα ψεύτικο προφίλ στο Facebook, για να μην μας καταλάβουν. Είχα «ξενερώσει» όμως. Μέσα μου είχα μια ελπίδα να μπορέσουν όντως να τα ξαναβρούν για να «ξενερώσω» μία και καλή. Παράλληλα ξεκίνησα μαθήματα οδήγησης για να αποφύγω το γεγονός να τον βλέπω. Εκεί γνώρισα και τον Χάρη που ξεκινήσαμε να βγαίνουμε και συνεχίζουμε να είμαστε μαζί. Μέσα σε όλα αυτά με πλησίασε ο γαμπρός του τάχα με αγνές προθέσεις αλλά κουβέντα στη κουβέντα μου είπε πως η Όλγα τόσα χρόνια ήταν εδώ και όχι στην Αθήνα και άλλα πολλά στα οποία μου αποδείκνυε πως ο Ανδρέας  τα δύο αυτά χρόνια, μου έλεγε ψέματα.

Πληγώθηκα και ήθελα να πάρω εκδίκηση, γι’ αυτό μίλησα και με την Όλγα και της τα είπα όλα. Και μετά άρχισαν να με παίρνουν όλοι τηλέφωνο, να μου λένε να το σταματήσω όλο αυτό και πως ο Ανδρέας είναι καλός άνθρωπος. Με πήρε τηλέφωνο και ο ίδιος και μου είπε πως ο Νικήτας ο γαμπρός του λέει ψέματα και πως του έστησε παγίδα. Τελικά να μην σας τα πολυλογώ σταμάτησε όλη η ιστορία εκεί. Μετά από δύο εβδομάδες έμαθα ότι τον Ανδρέα τον διώξανε από εκεί που ήταν Μάρτυρας του Ιεχωβά και πως η Όλγα τον απάτησε με τον Νικήτα τον γαμπρό του, για να τον εκδικηθεί. Ο Νικήτας πήρε διαζύγιο από την αδελφή του Ανδρέα, το ίδιο και ο Ανδρέας με την Όλγα μετά από όλα αυτά.Δεν ξέρω τι ήταν αλήθεια και τι όχι, αλλά εγώ τώρα είμαι καλά. Με πλήγωσε πάρα πολύ αυτός ο άνθρωπος και ενώ στην αρχή θέλησα να του κάνω μεγάλο κακό, γνωρίζοντας τον Χάρη πίστεψα σ’ αυτόν και δεν ήθελα να κάνω κινήσεις για να καταστρέψω και άλλο τον Ανδρέα, για να μην μαθευτεί κάτι και χάσω τον Χάρη.

Μαθαίνοντας την ύπαρξη του Χάρη ο Ανδρέας ζορίστηκε και ζήλευε γι’ αυτό και με έπαιρνε καθημερινά τηλέφωνο και μου ζητούσε να είμαστε μαζί, ειδικά τώρα που ξεκαθάρισε με την Όλγα. Εγώ όμως «είχα πάρει ανάποδες». Του ευχήθηκα μόνο να είναι καλά και να συνεχίσει να πάει παρακάτω. Μου απάντησε πως εφόσον έχασε εμένα θα αφοσιωθεί στη δουλειά του και τίποτα άλλο. Μάλιστα διαπίστωσα πως έπιασε δουλειά σ’ ένα δημοτικό ωδείο, κάνοντας μαθήματα μπουζουκιού, το οποίο είναι περίπου δέκα μέτρα από την δική μου δουλειά! Και το ανακάλυψα εντελώς τυχαία γιατί το μπαλκόνι του Ιατρείου μου βλέπει στις αίθουσες διδασκαλίας. Πολλά ψέματα δίχως να υπάρχει λόγος. Νιώθω τύψεις πρώτον που είχα παράλληλη σχέση με έναν παντρεμένο και δεύτερον όταν έμαθα πως είναι Μάρτυρας του Ιεχωβά. Δεν θα συγχωρέσω ποτέ τον εαυτό μου, που πρόδωσα την πίστη μου.



Πηγη:http://antiairetikos.blogspot.gr
















Πέμπτη 3 Αυγούστου 2017

Η ΘΕΙΑ ΛΑΤΡΕΙΑ ΚΑΙ ΤΑ ΜΥΣΤΗΡΙΑ ΤΗΣ ΔΥΤΙΚΗΣ ΕΚΚΛΗΣΙΑΣ ΜΕΤΑ ΤΟ ΣΧΙΣΜΑ






Μερικές δεκαετίες μετά το Σχίσμα (1054) μεταξύ Ανατολικής και Δυτικής εκκλησίας, ο παπισμός καθίσταται η μοναδική κοσμική και θρησκευτική δύναμη της Ευρώπης, αφού καταφέρνει μετά από πολύχρονους αγώνες να επικρατήσει των κοσμικών ηγεμόνων και αυτοκρατόρων. Μέσα λοιπόν στο γενικό πνεύμα της εξυψώσεως του παπισμού και του κλήρου, αναπτύσσεται και η θεία λατρεία της Ρωμαιοκαθολικής εκκλησίας...Καθορίσθηκε λοιπόν πως η χάρη του Θεού δεν άρχεται αδιάκριτα στους ανθρώπους αλλά αποκλειστικά και μόνο μέσω των μυστηρίων της εκκλησίας.

Αυτά διακρίθηκαν από τις υπόλοιπες μυστηριακές πράξεις τις αποκαλούμενες sacramentalia και καθορίστηκε ο αριθμός του σε επτά από τον Πέτρο τον Λομβάρδο (1164). Αν και η γνώμη αυτή περί του αριθμού των μυστηρίων επικράτησε χωρίς να προβληθεί κάποια αντίρρηση επ’ αυτού, έγινε και επίσημη θέση της Ρωμαιοκαθολικής εκκλησίας από την σύνοδο της Φλωρεντίας το 1439. Σύμφωνα με αυτή, κάθε μυστήριο αποτελείται από δύο στοιχεία τα οποία καθορίζονται με αριστοτελικούς όρους δηλαδή από το είδος και την ύλη καθώς επίσης και με τα λόγια της επίκλησης της θείας χάρης. Όταν οι όροι αυτοί εκπληρώνονται, το μυστήριο φέρει την χάρη κατά την αποδοχή του, αυτό που στη Δυτική εκκλησία αποκαλείται ex opere operato.Όταν τελούνταν η Θεία Ευχαριστία η αναγνωρισμένη θεωρία περί της παρουσίας του Χριστού σ’ αυτή, ήταν η διδαχθείσα από το πρώτο μισό του ΙΒ΄αιώνα που ονομάζονταν μετουσίωση (transubstantiatio). H θεωρία αυτή έγινε δεκτή ως δόγμα από την ΙΒ΄οικουμενική σύνοδο του Λατερανού (1215).

Σύμφωνα με αυτή, όταν απαγγέλλονται τα λόγια της καθοσιώσεως από τον ιερέα, τότε ενώ οι “ιδιότητες” (σχήμα, γεύση κ.λ.π.) παραμένουν αμετάβλητες, η “ουσία” μεταβάλλεται σε σώμα και αίμα του Κυρίου. Επίσης έγινε δεκτή και η γνώμη του μεγάλου δογματικού της Δυτικής εκκλησίας Θωμά Ακινάτη, πως ολόκληρο το σώμα του Κυρίου περιέχεται και στα δύο στοιχεία δηλαδή το ψωμί και το κρασί. Αυτό συνέβη, επειδή οι λαϊκοί μεταλάβαιναν μόνο από το ψωμί. Απέφευγαν να μεταλαμβάνουν από το αγιασμένο κρασί από φόβο μήπως αυτό βεβηλωθεί επειδή πιθανόν να χυθεί από το στόμα. Λόγω αυτού του φόβου προήλθε και η χρήση της γνωστής “όστιας” (ένας μικρός πλακέ στρογγυλός δίσκος από άζυμο ψωμί) αντί για τεμάχιο ψωμιού. Μεσούντος του ΙΓ΄αιώνα, επικράτησε οι λαϊκοί να μεταλαμβάνουν μόνο από το ψωμί. Επίσης, εξαιτίας του ίδιου φόβου επικράτησε κατά τον ΙΒ΄και ΙΓ΄αιώνα, να αποκλείονται τα νήπια από το μυστήριο της Θείας Ευχαριστίας.

Η μεσαιωνική ευσέβεια και λατρεία έφθασε στο υψηλότερο σημείο της όσον αφορά το μυστήριο της Θείας Ευχαριστίας, γι’ αυτό και σε ορισμένο σημείο της λειτουργίας υψώνονταν από τον ιερέα στο ναό η αγιασμένη όστια και ο λαός την προσκυνούσε γονατίζοντας. Συνήθεια η οποία καθορίσθηκε και επίσημα πλέον το 1217 από τον πάπα Ονώριο Γ΄.Το βάπτισμα επίσης λαμβάνει διαφορετική μορφή, αφού δεν τελείται πλέον δια καταδύσεως στο νερό αλλά δια ραντισμού. Το μυστήριο του χρίσματος χωρίστηκε από το βάπτισμα και τελούνταν μόνο από τον επίσκοπο στα παιδιά ηλικίας 10 – 12 ετών, οπότε τους έδιναν και για πρώτη φορά τη θεία κοινωνία, ισχυριζόμενοι πως ο άνθρωπος πρέπει να αντιλαμβάνεται την δωρεά του αγίου Πνεύματος που λαμβάνει. Ως προς το μυστήριο του Ευχελαίου, αυτό θεωρήθηκε σαν τελευταίο εφόδιο της μέλλουσας ζωής για τον άνθρωπο, γι’ αυτό και δίδονταν μόνο στους ετοιμοθάνατους.

Το μυστήριο της Εξομολόγησης ήταν από τα κυριότερα και πιο σπουδαία από τα μυστήρια, γιατί η μετάνοια θεωρήθηκε πως έχει πρωταρχική σημασία για τον άνθρωπο, και τούτο διότι η μεσαιωνική σκέψη θεωρούσε τη θρησκευτική ζωή του ανθρώπου συγκεντρωμένη σε δύο σημεία, την χάρη και την αρετή. Συνεπώς η μετάνοια ήταν απαραίτητη για την συγχώρεση των αμαρτιών μετά το βάπτισμα. Θεωρούσαν την σχέση του ανθρώπου με τον Θεό σαν μια δοσοληψία χρέωσης και πίστωσης, μιας πίστωσης όμως, που είχε βάση τη χάρη του Θεού.

Οι Σχολαστικοί Θεολόγοι επεξεργάσθηκαν θεολογικά τις λαϊκές αυτές αντιλήψεις και δοξασίες. Η σύνοδος του Λατερανού (1215) συνέστησε στους λαϊκούς να εξομολογούνται τουλάχιστον μια φορά το χρόνο. Έτσι η Εξομολόγηση απέβη νόμος και ο αριθμός των θανάσιμων αμαρτημάτων αυξήθηκε. Ο Θεός αν και συγχωρεί αυτόν που μετανοεί και χαρίζει την αποφυγή της αιώνιας τιμωρίας, εν τούτοις οι προσωρινές ποινές παραμένουν ως αποτέλεσμα της αμαρτίας. Οι προσωρινές αυτές τιμωρίες ικανοποιούν τον Θεό για τα ανθρώπινα αμαρτήματα και καθιστούν τον άνθρωπο ικανό να αποφεύγει την αμαρτία, επειδή είναι “καρποί μετανοίας”.

Ο ιερέας επιβάλλει τις “ικανοποιήσεις” αυτές, οι οποίες αν δεν είναι αρκετές σ’ αυτή τη ζωή δεν υπάρχει πρόβλημα, αφού θα συμπληρωθούν στο καθαρτήριο πυρ της μέλλουσας. Έτσι όταν ο αμαρτωλός έδειχνε λύπη για την αμαρτία, εξομολογούνταν και ήταν πρόθυμος να δώσει ικανοποίηση, ο ιερέας τον συγχωρούσε. Κατ’ αυτό τον τρόπο οι κληρικοί εξασκούσαν έλεγχο πάνω στους λαϊκούς, γιατί χωρίς συγχώρεση από τον ιερέα κανείς πιστός που ήταν ένοχος θανάσιμου αμαρτήματος μπορούσε να πετύχει την σωτηρία του.Τώρα, όσον αφορά την ιδέα των “ικανοποιήσεων” ή των “τιμωριών” αυτών, οι οποίες επιβάλλονταν σ’ αυτούς που μετάνιωναν, παρατηρήθηκαν διάφορες μεταβολές. Διότι υπήρχε η δυνατότητα να επιτευχτεί απαλλαγή μερικώς ή ολικώς των προσωρινών αυτών τιμωριών. Αυτή ονομάστηκε “indulgentia” δηλαδή άφεση, και επισκίασε με την πάροδο του χρόνου την συγχώρεση των αμαρτιών, που ήταν και το ουσιωδέστερο σημείο. Σαν αντιστάθμισμα της απαλλαγής από τις τιμωρίες αυτές, μπορούσε να θεωρηθεί η υπερβολική λύπη που ένιωθε ο πιστός για το αμάρτημα που είχε διαπράξει, η δωρεά γαιών στη μονή ή την εκκλησία καθώς επίσης και η συμμετοχή στις σταυροφορίες.

Οι πάπες και οι επίσκοποι έδιναν αφέσεις και με πιο εύκολους όρους, όπως αποδημίες σε ιερούς τόπους, συνεισφορά διά καλών έργων, λόγου χάρη ανέγερση ναού. Οι οικονομικές δυνατότητες των αφέσεων, έγιναν από πολύ νωρίς αντιληπτές γι’ αυτό και υπήρξε και ανάλογη εκμετάλλευση. Εφόσον οι “προσωρινές” ποινές περιλάμβαναν και αυτές που επιβάλλονταν στο καθαρτήριο πυρ τής μετά θάνατον ζωής, η αξία της άφεσης ήταν τεράστια και η τάση να υποκαταστήσει αυτή, την πραγματική μετάνοια αρκετά ισχυρή, με αποτέλεσμα οι άνθρωποι να κλίνουν σφοδρά υπέρ αυτής. Μάλιστα είχε σχηματιστεί και η πίστη, πως ήταν δυνατόν να σωθούν από τις ποινές του καθαρτήριου πυρός και αυτοί που είχαν πεθάνει.Μεγάλοι δε θεολόγοι της Δυτικής εκκλησίας όπως ο Θωμάς ο Ακινάτης και πριν απ’ αυτόν ο Αλέξανδρος του Hales και ο Ούγος του Σαιντ Σαιρ, έδωσαν στις ιδέες αυτές θεολογική ερμηνεία.

Κατ’ αυτούς οι αγαθές πράξεις του Χριστού και των αγίων που περισσεύουν σχηματίζουν ένα θησαυρό καλών έργων από τον οποίο ένα μέρος μπορεί να μεταβιβαστεί διά της εξουσίας που κατέχει η εκκλησία, και η οποία ενεργείται από τους αξιωματούχους αυτής και ιδιαίτερα διά του πάπα, στον έχοντα ανάγκη τούτων αμαρτωλό άνθρωπο. Αυτά μπορούν να ωφελήσουν τους πραγματικά μετανοούντες και να άρουν τις τιμωρίες και στην παρούσα ζωή ή στο καθαρτήριο πυρ. Προς άρση παρεξηγήσεως, πρέπει να τονιστεί, πως η άφεση δεν ήταν άδεια για την διάπραξη αμαρτημάτων.

Μπορεί η εκκλησία να χορηγούσε τα συγχωροχάρτια, έγγραφα δηλαδή στα οποία δηλώνονταν πως αφέθηκαν οι τιμωρίες στην παρούσα ζωή ή στο καθαρτήριο πυρ, η άφεση όμως των αμαρτιών παρέχονταν από τον εξομολόγο βάσει του συγχωροχαρτίου. Από την εποχή του πάπα Βονιφάτιου Η΄στον τόπο της πώλησης των συγχωροχαρτίων παρευρίσκονταν και εξομολόγος, ο οποίος έδινε την άφεση των αμαρτιών. Προϊόντος του χρόνου τονίζονταν μόνο η ανάγκη απόκτησης του συγχωροχαρτίου και παραμελήθηκε εντελώς το ουσιώδες στοιχείο, δηλαδή η άφεση των αμαρτιών, γι’ αυτό το λόγο άλλωστε επικράτησε η αντίληψη στο λαό, πως με την αγορά των συγχωροχαρτίων εξαγοράζονταν οι ποινές και η συγχώρηση των αμαρτιών.


ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ
Ιωάννης Ε. Αναστασίου: Εκκλησιαστική Ιστορία, Τόμος Β΄, Εκδόσεις Π. Πουρναρά, Θεσσαλονίκη 1969.


Πηγη: http://antiairetikos.blogspot.gr

Κυριακή 25 Ιουνίου 2017

ΙΗΣΟΥΣ ΧΡΙΣΤΟΣ Ο ΥΙΟΣ ΤΟΥ ΘΕΟΥ ΚΑΙ ΟΧΙ ΑΠΛΑ ΠΡΟΦΗΤΗΣ! ΑΠΑΝΤΗΣΗ ΣΤΟΥΣ ΜΟΥΣΟΥΛΜΑΝΟΥΣ!


Πολύς λόγος γίνεται ανάμεσα σε Ορθοδόξους Χριστιανούς και Μουσουλμάνους γύρω από το πρόσωπο του Κυρίου μας Ιησού Χριστού.Οι μουσουλμάνοι βεβαίως δέχονται ότι ο Χριστός ήταν προφήτης του Θεού.Κρατήστε το αυτό παρακαλώ!ΠΡΟΦΗΤΗΣ ΤΟΥ ΘΕΟΥ!

Οι Ορθόδοξοι Χριστιανοί όμως πιστεύουμε ότι ο Χριστός δεν ήταν απλά ένας προφήτης, αλλά ο Υιός του Θεού. Σε μια συζήτηση που δεν κράτησε για πολύ, με έναν γνωστό μας μουσουλμάνο από το Μαρόκο, μιλήσαμε για αυτό το ζήτημα. Μας είπε:

«Δεν το καταλαβαίνετε ότι αυτό που λέτε είναι τραγικό; Εντάξει προφήτης μπορούμε να δεχτούμε ότι ήταν ο Χριστός. Το να λέτε “Ο Υιός του Θεού” όμως είναι βλασφημία, δεν το καταλαβαίνετε;» -Πόσο μας άρεσαν αυτά τα λόγια όταν τα ακούσαμε!

Αλήθεια, τα λόγια αυτά σας θύμισαν κάτι;

Σε εμάς πάντως ναι..'

Ας δούμε τι;

Κατά Ιωάννη Ευαγγέλιο, Κεφ. 5, Στίχος 18..

«..οι Ιουδαίοι ζητούσαν περισσότερο να τον θανατώσουν, επειδή, όχι μόνον παρέβαινε το Σάββατο, αλλά και δικό του πατέρα έλεγε τον Θεό, κάνοντας τον εαυτό του ίσον με τον Θεό.»

Κατά Ιωάννη Ευαγγέλιο, Κεφ. 10, Στίχοι 30 – 33.

«Εγώ και ο Πατέρας είμαστε ένα.Οι Ιουδαίοι έπιασαν, πάλι, πέτρες, για να τον λιθοβολήσουν.Ο Ιησούς αποκρίθηκε σ' αυτούς:Πολλά καλά έργα από τον Πατέρα μου έδειξα σε σας· για ποιο έργο απ' αυτά με λιθοβολείτε;Οι Ιουδαίοι αποκρίθηκαν σ' αυτόν, λέγοντας:Για καλό έργο δεν σε λιθοβολούμε, αλλά για βλασφημία, και επειδή εσύ, ενώ είσαι άνθρωπος, κάνεις τον εαυτό σου Θεό.»

Όπως βλέπουμε εδώ στα χωρία που παραθέτουμε, αποδεικνύεται ότι οι Μουσουλμάνοι δέχονται τον Προφήτη Χριστό αλλά όχι και τα λόγια του.Εξηγήσαμε στον Μουσουλμάνο από το Μαρόκο, ότι δεν ψάξαμε καλά και σώνει να βρούμε κάποιον να τον θεοποιήσουμε, αλλά ότι η θεότητα του Χριστού προκύπτει μέσα από τα λόγια του Ιδίου. «Εγώ και ο Πατέρας είμαστε ένα» «..δικό του πατέρα έλεγε τον Θεό, κάνοντας τον εαυτό του ίσον με τον Θεό.» Τίνος λόγια είναι τούτα των Ορθοδόξων Χριστιανών ή είναι λόγια του Χριστού; Και αφού είναι λόγια του Χριστού τότε γιατί δεν τα δέχονται;

Kαι αφού δεν δέχονται τα λόγια του Χριστού τότε γιατί δέχονται ότι αυτός ήταν Προφήτης από τον Θεό;-Τι διδάσκει τελικά το Κοράνι;Να δέχονται τους Προφήτες αλλά όχι τα λόγια Αυτών;Παράλογο!

Η ΓΚΑΦΑ/ ΜΑΡΤΥΡΙΑ ΤΟΥ ΔΙΑΒΟΛΟΥ

Κατά Ματθαίον Ευαγγέλιο, Κεφ. 8, Στίχοι 28 – 29.

«Και όταν ήρθε στην απέναντι όχθη, στη χώρα των Γεργεσηνών, τον συνάντησαν δύο δαιμονιζόμενοι, καθώς έβγαιναν από τα μνήματα, υπερβολικά άγριοι, ώστε κανένας δεν μπορούσε να περάσει από εκείνον τον δρόμο.Και ξάφνου, έκραξαν, λέγοντας:Τι είναι ανάμεσα σε μας και σε σένα, Ιησού, Υιέ τού Θεού;Ήρθες εδώ προ καιρού για να μας βασανίσεις;» Όπως βλέπουμε εδώ μέχρι και ο Διάβολος επιβεβαιώνει του λόγου το αληθές.

Ομολογεί ο Διάβολος διαμέσου των δαιμονιζομένων ότι αυτός που έβλεπαν ήταν ο Υιός του Θεού.Ο εκάστοτε Μουσουλμάνος όμως θα μπορούσε να μας πει:«..κι εμάς τι μας ενδιαφέρει τι λέει στην Καινή σας Διαθήκη;Έτσι κι αλλιώς εμείς δεν τη δεχόμαστε..» Απαντούμε:

Αν δεν δέχεστε τα γεγονότα της Καινής Διαθήκης τότε πώς δέχεστε τον Χριστό ως Προφήτη;

Η Καινή Διαθήκη τι είναι;

Είναι μυθιστόρημα;

 Είναι μια ιστοριούλα που τη σκέφτηκε κάποιος κι έφτιαξε θρησκεία;

Η Καινή Διαθήκη είναι «ημερολόγιο»!

Είναι καταγραφή αληθινών γεγονότων.

Γεγονότα που συνέβησαν μπροστά στα μάτια τόσων ανθρώπων και τα κατέγραψαν αυτόπτες μάρτυρες Οι μαθητές του Χριστού.-Τα επιβεβαιώνουν τα γραπτά τα επιβεβαιώνει και η Παράδοση.

ΔΕΧΟΝΤΑΙ ΤΟΝ ΠΡΟΦΗΤΗ ΑΛΛΑ ΑΠΟΡΡΙΠΤΟΥΝ ΤΗ ΔΙΔΑΣΚΑΛΙΑ ΤΟΥ

Τι ανάγκασε τελικά τους Μουσουλμάνους να δεχτούν το Χριστό ως Προφήτη και μάλιστα σταλμένο από τον ίδιο το Θεό - Αλλάχ;Τα γεγονότα που μόλις πριν λέγαμε.

Κανένας λαός δεν θα μπορούσε να αμφισβητήσει τα ιστορικά γεγονότα και μάλιστα τον ίδιο το Χριστό.Θα ήταν δύσκολο και θα έμοιαζε σχεδόν με αποκοπή από τον υπόλοιπο κόσμο η ιστορία του Χριστού να γίνεται αποδεκτή από όλους τους λαούς ενώ οι Μουσουλμάνοι να κηρύττουν ότι αυτή η ιστορία δεν υπήρξε ποτέ.Συνεπώς αναγκάστηκαν να την αποδεχτούν.Τα θαύματα του Ιησού τους αναγκάζουν να τον δέχονται ως Προφήτη.Βούιξε ο τόπος από θαύματα!

Κατά Ματθαίον Ευαγγέλιο, Κεφ.11, Στίχοι 1 – 6.

«Και όταν ο Ιησούς τελείωσε να δίνει εντολές στους δώδεκα μαθητές του, αναχώρησε από εκεί, για να διδάσκει και να κηρύττει στις πόλεις τους.Και όταν ο Ιωάννης, μέσα στη φυλακή, άκουσε τα έργα τού Χριστού, έστειλε δύο από τους μαθητές του, και του είπε:Εσύ είσαι αυτός που έρχεται ή άλλον περιμένουμε;Και απαντώντας ο Ιησούς, τους είπε:Πηγαίνετε και αναγγείλατε στον Ιωάννη, όσα ακούτε και βλέπετε· τυφλοί ξαναβλέπουν, και χωλοί περπατούν· λεπροί καθαρίζονται, και κουφοί ακούν· νεκροί ανασταίνονται, και φτωχοί ευαγγελίζονται.Και μακάριος είναι όποιος δεν σκανδαλιστεί με μένα.».

Κρατήστε το και αυτό:

ΜΑΚΑΡΙΟΣ ΕΙΝΑΙ ΟΠΟΙΟΣ ΔΕΝ ΣΚΑΝΔΑΛΙΣΤΕΙ ΜΕ ΜΕΝΑ!

Πώς θα μπορούσαν οι Μουσουλμάνοι να τα αμφισβητήσουν όλα αυτά;  Δεν γινόταν. Τι κάνουμε λοιπόν; Ας πούμε ότι ήταν Προφήτης και έτσι δεν θα υπάρχει πρόβλημα. Χμμ,!  Το πρόβλημα όμως τώρα αρχίζει!

Διότι φίλε Μουσουλμάνε, εάν δέχεσαι τον Χριστό ως Προφήτη του Αλλάχ τότε θα πρέπει να δεχτείς και την διδασκαλία του, διαφορετικά εμπαίζεις τον ίδιο τον Αλλάχ!Είναι σα να παραδέχεσαι ότι ο Αλλάχ σου έστειλε έναν προφήτη και σου κήρυξε το θέλημά του, αλλά δεν αποδέχεσαι τις εντολές Του.Πώς γίνεται αυτό;Συμπερασματικά:

Οι μουσουλμάνοι που δέχονται ότι ο Χριστός ήταν Προφήτης από τον Θεό, θα πρέπει να δεχτούν και τη διδασκαλία του. Να βαπτίζονται στο όνομα του Πατρός και του Υιού και του Αγίου Πνεύματος. Όχι γιατί έτσι το θέλουμε εμείς αλλά γιατί έτσι μας το ζήτησε ο απεσταλμένος του Αλλάχ:

Κατά Ματθαίον Ευαγγέλιο Κεφ. 28, Στίχοι 19 – 20.

«Αφού, λοιπόν, πορευτείτε, κάντε μαθητές όλα τα έθνη, βαπτίζοντάς τους στο όνομα του Πατέρα και του Υιού και του Αγίου Πνεύματος, διδάσκοντάς τους να τηρούν όλα όσα παρήγγειλα σε σας· και δέστε, εγώ είμαι μαζί σας όλες τις ημέρες, μέχρι τη συντέλεια του αιώνα. Αμήν.»

Τέλος θα πρέπει να αποδεχτούν ότι ο Χριστός δεν ήταν απλά ένας Προφήτης του Αλλάχ, αλλά ότι είναι ο Υιός του Θεού.  Όχι γιατί έτσι το θέλουμε εμείς αλλά γιατί έτσι μας το δίδαξε ο απεσταλμένος του Αλλάχ!  «Εγώ και ο Πατέρας είμαστε ένα»  «..δικό του πατέρα έλεγε τον Θεό, κάνοντας τον εαυτό του ίσον με τον Θεό.»  ΚΑΙ ΤΟ ΑΝΤΙΘΕΤΟ  Αν κι εμείς δεχόμασταν ότι ο Μωάμεθ ήταν Προφήτης από τον Θεό, τότε θα έπρεπε να έχουμε δεχτεί και τη διδασκαλία του. Κάτι τέτοιο όμως δεν υφίσταται!


Το άρθρο αυτό δεν γράφτηκε για να σκανδαλίσει ούτε να προσβάλλει την πίστη των Μουσουλμάνων, αντιθέτως. Είναι μια καλοπροαίρετη προσπάθεια με εύλογα ερωτήματα προς θεολογικό προβληματισμό και πνευματική οικοδομή.  




Πηγη:http://antiairetikos.blogspot.gr/